Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for boat theft damages due to breach of safekeeping contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a property management company against an insurance company's second-instance judgment. The lower court ruled that the insurance company was liable for damages resulting from a boat theft, based on a safekeeping agreement and the insured's subsequent assignment of claims. The court rejected the appellant's arguments regarding evidentiary errors and procedural violations, finding the appellate court had properly evaluated witness testimony and documentary evidence to determine the extent of the loss.
Legislator headnote
AI generatedArticles 822 and 823 of the Civil Code; The safekeeper is liable for damages caused by the loss of the entrusted item if the loss is attributable to their fault, and the insurer who has paid the insured and acquired the claim stands in the safekeeper's shoes to enforce the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1467/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παππά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 78/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3121/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ασκηθείσα σε βάρος της αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία, ως υποκατασταθείσα στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της μετά την καταβολή του ασφαλίσματος και την εκχώρηση της απαίτησής του κατά της αναιρεσείουσας, από την κλοπή του σκάφους του κατά τον ελλιμενισμό του στις εγκαταστάσεις της τελευταίας, ζήτησε αποζημίωση, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της από την μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και του ασφαλισμένου σύμβαση παρακαταθήκης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ίδιου Κώδικα "Ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλει στις δικές του υποθέσεις.
Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την σύμβαση παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη κινητό πράγμα με την υποχρέωση φύλαξης και απόδοσης αυτού αυτουσίου, όταν του ζητηθεί. Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την παράδοση του πράγματος (re) και είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 Α.Κ.), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις.
Από την αντιπαραβολή της ανωτέρω διάταξης με αυτή του άρθρου 574 του ΑΚ, που ορίζει ότι "Με τη μίσθωση πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", προκύπτει ότι στη σύμβαση παρακαταθήκης βασική και κύρια υποχρέωση του θεματοφύλακα είναι η φύλαξη του παραδιδόμενου σε αυτόν κινητού πράγματος σε κατάλληλο προς τούτο χώρο μέχρι την απόδοσή του στον παρακαταθέτη, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος, η βασική υποχρέωση του εκμισθωτή είναι η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος κινητού ή ακινήτου, του οποίου η κατοχή περιέρχεται στο μισθωτή, χωρίς κατ` αρχήν υποχρέωση φύλαξής του.
Εξάλλου, αν δεν συμφωνηθεί ρητά ότι ο εκμεταλλευόμενος χώρο στάθμευσης αναλαμβάνει και την υποχρέωση φύλαξης του πράγματος που θα σταθμεύει στο χώρο αυτό, τότε απόκειται στο δικαστή να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της σχετικής σύμβασης, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες συμφωνήθηκε η στάθμευση και λειτουργεί ο χώρος στάθμευσης.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ` αρχήν να καταρτίζεται και στο πλαίσιο άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας σύμβασης, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση.
Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στο πλαίσιο άλλης κύριας σύμβασης, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις.
Ο παρακαταθέτης μπορεί να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος και σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης τούτου αποζημίωση είτε με ευθεία αγωγή από τη σύμβαση παρακαταθήκης, είτε με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις διότι επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική του υποχρέωση προς εκπλήρωση της παροχής μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης, η οποία, εκτός άλλων, περιλαμβάνει την αξία του πράγματος καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη (ΑΠ 1334/2019, ΑΠ 1657/2017, ΑΠ 647/ 2017, ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1231/2015).
Περαιτέρω, οι σχετικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν την ευθύνη του θεματοφύλακα (άρθρα 822, 823 Α.Κ.) εφαρμόζονται αναλόγως για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων και του ύψους της οφειλομένης αποζημίωσης για την προκληθείσα ζημία, λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης της πιο πάνω παρεπομένης υποχρέωσης φύλαξης. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 822 επ., 330 και 335 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή του παρακαταθέτη για αποζημίωσή του λόγω απώλειας ή βλάβης του παρακατατεθέντος πράγματος, αρκεί να διαλαμβάνεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο η καταρτιθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση, το αντικείμενο αυτής, η πλημμελής εκπλήρωση της υποχρέωσης του ζημιώσαντος με ειδικότερη αναφορά στα πραγματικά περιστατικά της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος αντισυμβαλλομένου που συνιστούν την επικαλούμενη πλημμέλεια, η υπαιτιότητα αυτού, η προκληθείσα ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής και της προκληθείσας ζημίας. Εάν η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής του ζημιώσαντος οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αυτού, η συγκεκριμενοποίηση αυτής μπορεί να γίνει και με βάση τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και εάν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 930/2009, ΑΠ 1211/2000).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2160/1993 "Ρυθμίσεις για τον Τουρισμό και άλλες διατάξεις", τουριστικοί λιμένες σκαφών αναψυχής (Μαρίνες)" είναι οι χερσαίοι και θαλάσσιοι χώροι που προορίζονται, κατά κύριο λόγο, για την εξυπηρέτηση σκαφών αναψυχής, είτε για αγκυροβόλημα είτε για μακροχρόνια ή παροδική χερσαία εναπόθεση είτε για εξυπηρέτηση των διερχομένων σκαφών.
Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, το οποίο έχει αναλάβει με σύμβαση μετά του Δημοσίου ή μετά της εταιρείας ""............... Ανώνυμη Εταιρία" ή εκ του νόμου, την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση τουριστικού λιμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993, αποτελεί τον "φορέα διαχείρισης" του λιμένα (άρθρο 29 παρ. 3).
Με το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3105/2003 προστέθηκε στον ως άνω ν. 2160/1993 άρθρο 31α, με το οποίο ορίζονται τα εξής: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, θεσπίζεται Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων. Ο Κανονισμός έχει εφαρμογή σε όλους τους τουριστικούς λιμένες, στις ζώνες αγκυροβολίου, στα καταφύγια τουριστικών σκαφών και στους λιμένες ξενοδοχειακών μονάδων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό) και από το χρόνο έναρξης λειτουργίας τους. 2.
Με το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και ασφάλειας των λιμένων αυτών όπως: α. Τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας από πυρκαγιά, ρύπανση και κάθε είδους κίνδυνο εντός της ζώνης του λιμένα. β. Η προστασία περιβάλλοντος, καθαριότητα και ευταξία του λιμένα.
γ. Οι πέραν της καταβολής της αξίας των τιμολογίων υποχρεώσεις και ευθύνες των ιδιοκτητών των ελλιμενιζομένων σκαφών και όσων κάνουν χρήση των εξυπηρετήσεων του τουριστικού λιμένα. δ. Ο είσπλους και έκπλους των σκαφών, η αγκυροβολία, πρυμνοδέτηση ή πλαγιοδέτηση αυτών, καθώς και η κατάληψη θέσης και η παραμονή αυτών στον τουριστικό λιμένα.
ε....στ....ζ. Κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ασφάλεια, προστασία και την εύρυθμη λειτουργία των τουριστικών λιμένων...
Περαιτέρω, στο άρθρο 31 Α του Ν. 2160/1993 (ΦΕΚ 118 Α'), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 38 του Ν. 3105/2003 ΦΕΚ 29 Α'), προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: "8. Τα τιμολόγια ελλιμενισμού και των λοιπών παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και οι Ειδικοί Κανονισμοί Λειτουργίας των τουριστικών λιμένων που ανήκουν κατά διοίκηση και διαχείριση στην Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Α.
Α.Ε.), καταρτίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του εκάστοτε, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του Ν. 2160/1993, φορέα διαχείρισης και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Με την απόφαση Τ/9803/5.9.2003 του Υφυπουργού Ανάπτυξης και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β` 1323) εγκρίθηκε, κατ` επίκληση του άρθρου 31α του ν. 2160/1993, ο Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, ο οποίος "ισχύει και εφαρμόζεται", σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, "στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη όλων των τουριστικών λιμένων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό)".
Στο άρθρο 3 του Κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στα "μέτρα ασφάλειας και πυροπροστασίας", διαλαμβάνονται, στην παράγραφο 1, τα εξής: "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτουν πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψης μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στη ζώνη αυτού από έκτακτα περιστατικά, όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.
γνωστοποιώντας το στο προσωπικό και τους χρήστες", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5.1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων (ΦΕΚ 1323/Β/16.9.2003) "Επιτρέπεται η περίφραξη μέρους ή του συνόλου της χερσαίας ζώνης του τουριστικού λιμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η τάξη αυτού" (ΑΠ 657/ 2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου η προστασία ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι δε απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπαγάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο [άρθρο 561§2 ΚΠολΔ] (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 18/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει το ακόλουθο ιστορικό: Ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο περιείχε τις ρήτρες περί Ασφάλισης Σκαφών Αναψυχής και περί Ασφάλισης Ταχυπλόων Σκαφών του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute Yacht Clauses 1.11.85 και Institute Speed Boat Clauses 1.11.85), ασφάλισε το ιστιοπλοϊκό σκάφος "ΠΕΝΝΥ" λεμβολογίου Πειραιώς (αριθ. ...), για το χρονικό διάστημα από 30-4-2010 έως 30-10-2010, έναντι συγκεκριμένων κινδύνων, μεταξύ των οποίων και του κινδύνου της κλοπής, ενώ συμπεριελήφθη και ο όρος μη ενοχής του ασφαλισμένου, που αφορά την αποζημίωση του ασφαλισμένου για δαπάνες επαναπατρισμού του σκάφους σε περίπτωσης χρήσης του για παράνομες πράξεις και δέσμευσής του από Κυβερνητικές Αρχές.
Ότι, κατά τη διάρκεια ελλιμενισμού του ανωτέρω σκάφους στη Μαρίνα Αλίμου, το Μάϊο του 2010, εκλάπη από αγνώστους, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών. Ότι, εν συνεχεία, το σκάφος, αφού κατασχέθηκε από τις Τουρκικές Αρχές, μεταφέρθηκε στο Κεμέρ της Αττάλειας. Ότι, προκειμένου ο ιδιοκτήτης του να ανεύρει και να επιτύχει την αποδέσμευση του σκάφους του, δαπάνησε τα ακόλουθα ποσά:
α) 1.860,90 ευρώ, για χρήση εναέριων μέσων, β) 23.000 ευρώ για αμοιβές δικηγόρων, γ) 33.457,00 ευρώ, για δαπάνες φύλαξης του σκάφους σε μαρίνα στο Κεμέρ της Αττάλειας, δ) 1.500 ευρώ, για έξοδα μεταφοράς του σκάφους από την Τουρκία στην Ελλάδα, ε) 2.830 ευρώ, για δαπάνες επαναπατρισμού του σκάφους, στ) 11.777,46 ευρώ, για κλαπέντα εξοπλισμό του σκάφους και η) 2.800 ευρώ, που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση της φθοράς γάστρας του σκάφους.
Ότι η ίδια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) κατέβαλε, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στον ιδιοκτήτη του σκάφους, το συνολικό ποσό των 76.222,36 ευρώ, υποκαθιστάμενη εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει εκχώρησης, στα δικαιώματα του ασφαλισμένου. Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ενώ με σύμβαση παρακαταθήκης που είχε καταρτίσει με τον ιδιοκτήτη του ως άνω σκάφους είχε αναλάβει τη φύλαξη αυτού, από αμέλειά της δεν φρόντισε αν και όφειλε να υπάρχει επαρκής φύλαξη του χώρου της Μαρίνας από κατάλληλο, εξειδικευμένο και επαρκές προσωπικό, εφοδιασμένο με τα κατάλληλα βοηθητικά μέσα για άμεση ειδοποίηση σε περίπτωση έκτακτου συμβάντος σε εικοσιτετράωρη βάση και δη κατά τις νυκτερινές ώρες, όπου ο κίνδυνος κλοπής (σκάφους ή εξοπλισμού) είναι συνηθέστερος, παρά το ότι ήταν σε γνώση των κρουσμάτων κλοπής και δη ολόκληρων σκαφών με σκοπό τη μεταφορά λαθρομεταναστών, αλλά και εξοπλισμού σκαφών, ούτε προέβη στην περίφραξη και οριοθέτηση της χερσαίας ζώνης της Μαρίνας Αλίμου και στον έλεγχο των εισερχόμενων στο χώρο προσώπων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε, κατόπιν τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας να της καταβάλει, ευθυνόμενη από τη σύμβαση παρακαταθήκης, το ποσό των 76.222,36 ευρώ, το οποίο η ίδια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) κατέβαλε στον σφαλισμένο της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 822 και 823 ΑΚ.
Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, η καταρτισθείσα μεταξύ της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και του ασφαλισμένου στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση παρακαταθήκης, στο πλαίσιο της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης ελλιμενισμού, η υποχρέωση που ανέλαβε η εναγόμενη με τη σύμβαση παρακαταθήκης για φύλαξη του σκάφους του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια ελλιμενισμού του στη Μαρίνα Αλίμου, η πλημμελής εκπλήρωση της υποχρέωσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και η υπαιτιότητά της και ειδικότερα τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και γίνεται εξειδίκευση των μη ληφθέντων εκ μέρους αυτής μέτρων, στη μη λήψη των οποίων ανάγεται αιτιωδώς η κλοπή του σκάφους και η προκληθείσα ζημία στον ασφαλισμένο.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 822 και 823 του ΑΚ, απαιτώντας λιγότερα στοιχεία για τη θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας ούτε προέβη παρά το νόμο στη μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις κρίνοντας ορισμένη την αγωγή, μολονότι δεν προσδιορίζονταν σ' αυτήν η κατάρτιση σύμβασης αμοιβόμενης παρακαταθήκης, η παράδοση του σκάφους προς φύλαξη και η αξία αυτού και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη επειδή δεν αναφέρονταν σ' αυτήν με ποιον είχε συμφωνηθεί η αμοιβή, δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις της αναιρεσείουσας που συντέλεσαν ουσιωδώς στην επικαλούμενη ζημία της αναιρεσίβλητης και ποια ακριβώς τα αναγκαία μέτρα τα οποία αν είχε λάβει η αναιρεσείουσα θα είχε αποτραπεί η ζημία (κλοπή του σκάφους), ούτε εξειδικεύονται τα επιμέρους ποσά στα οποία συνίσταται η ζημία, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).
Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822 και 823 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 574 επ., 330, 334, 335, 336 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ του ιδιοκτήτη του επίδικου σκάφους και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας έφερε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης παρακαταθήκης, που συνήφθη στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης (ελλιμενισμού), δυνάμει της οποίας η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε αναλάβει τη φύλαξη του ελλιμενιζόμενου σκάφους και ότι σε περίπτωση φθοράς ή κλοπής αυτού ευθυνόταν ως θεματοφύλακας.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 2636/ 1998, συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν. 2837/2000, μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Εν συνεχεία, σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3270/2004 (ΦΕΚ Α' 187/2004), μετονομάσθηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΕΤΑ Α.Ε.", δυνάμει δε της παρ. 5 του άρθρου 21 του Ν. 3878/2010, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν. 3943/31.03.2011 (ΦΕΚ Α1 66/31.03.2011), η εταιρεία απορρόφησε την "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", η οποία είχε συσταθεί με το άρθρο 16 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110/17.05.2002), και μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." (ETA Α.Ε.), εν συνεχεία, με τη διάταξη του άρθρου 1 της υπ' αριθ.
Δ6Α1162069ΕΞ2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β1 2779/02.12.2011), η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του άρθρου 14Β του Ν. 3429/2005 (Α314), όπως αυτό προστέθηκε από το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 (ΑΊ80), η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΚΕΔ Α.Ε.) συγχωνεύτηκε, με απορρόφησή της από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εφεξής μετονομάσθηκε σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία".
Με το άρθρο 13 του ως άνω ν. 2636/1998 ανατέθηκε σ' αυτήν η διοίκηση, η διαχείριση και η εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο τουριστικός λιμένας (μαρίνα) Αλίμου, καθώς και το δικαίωμα να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει ετήσιων συμβάσεων ελλιμενισμού, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και του Κ. Κ., ιδιοκτήτη του υπό ελληνική σημαία επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, με αριθμό νηολογίου Πειραιά ..., η πρώτη παρέσχε δικαίωμα ελλιμενισμού στο ανωτέρω σκάφος, το οποίο ελλιμενιζόταν στη μαρίνα Αλίμου από το έτος 2008.
Σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 31α του ν. 2160/ 1993 (με τίτλο "Κανονισμοί λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων"), το οποίο προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 3105/2003, ορίζεται ότι: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας θεσπίζεται Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων.
Ο κανονισμός έχει εφαρμογή σε όλους τους τουριστικούς λιμένες, στη ζώνη αγκυροβολιού, στα καταφύγια τουριστικών σκαφών και στους λιμένες ξενοδοχειακών μονάδων, ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό) και από το χρόνο έναρξης λειτουργίας τους... 4. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδονται μετά από γνώμη της Επιτροπής Τουριστικών Λιμένων και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνονται οι Ειδικοί Κανονισμοί για καθέναν από τους λιμένες της παρ. 1. ... 5.
Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδονται μετά από γνώμη της Επιτροπής Τουριστικών Λιμένων, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνονται τα τιμολόγια ελλιμενισμού και των λοιπών παρεχομένων προς τα σκάφη υπηρεσιών από τους τουριστικούς λιμένες της παρ. 1. Για τον καθορισμό των τιμολογίων λαμβάνονται ιδίως υπ' όψη το μέγεθος των σκαφών σε μέτρα ολικού μήκους ή πλάτους, η διάρκεια ελλιμενισμού, η εποχή ελλιμενισμού, η κατηγορία των σκαφών και οι λοιπές παρεχόμενες από τον τουριστικό λιμένα εξυπηρετήσεις σύμφωνα με το επενδυτικό και εν γένει το επιχειρηματικό σχέδιο του φορέα διαχείρισης. 6.
Οι Ειδικοί Κανονισμοί και τα Τιμολόγια των τουριστικών λιμένων καταρτίζονται από τους φορείς διαχείρισης και υποβάλλονται στο Υπουργείο Ανάπτυξης για έγκριση σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους".
Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. Τ/9803 κοινή ΥΑ Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 1323 Β/16-9-2003) θεσπίστηκε ο Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται "...2. Όλες οι παρεχόμενες κατά τουριστικό λιμένα υπηρεσίες εξυπηρέτησης περιγράφονται στους Ειδικούς Κανονισμούς, που καταρτίζονται από τους φορείς διαχείρισης και υποβάλλονται για έγκριση στο Υπουργείο Ανάπτυξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31α του Ν.2160/93 όπως εκάστοτε ισχύει... 3.
Για τις παρεχόμενες ευκολίες εξυπηρέτησης των τουριστικών λιμένων προς τα ελλιμενιζόμενα σε αυτούς σκάφη, ο φορέας διαχείρισης κάθε τουριστικού λιμένα, εισπράττει από τους υπόχρεους τα ανάλογα δικαιώματα. Τα σχετικά τιμολόγια υποβάλλονται από τους φορείς διαχείρισης και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31α του Ν.2160/93, όπως εκάστοτε ισχύει...".
Σύμφωνα με τη διάταξη δε του άρθρου 3.1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων (ΦΕΚ 1323/Β/16.9.2003): "... 3.1. "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτουν πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψεως μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στην ζώνη αυτού από έκτακτα περιστατικά όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ., γνωστοποιώντας το στο προσωπικό και στους χρήστες", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5.1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων (ΦΕΚ 1323/Β/16.9.2003): "Επιτρέπεται η περίφραξη μέρους ή του συνόλου της χερσαίας ζώνης του τουριστικού λιμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η τάξη αυτού.
Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, συνάγεται ότι στις υπηρεσίες, που όφειλε να παρέχει η εναγομένη, ως φορέας διαχείρισης της μαρίνας Αλίμου, συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων, η λήψη αναγκαίων μέτρων φύλαξης και προστασίας των σκαφών, που ελλιμενίζονται..
Ωστόσο, δεδομένου ότι στα τιμολόγια τελών ελλιμενισμού, που εγκρίθηκαν με Απόφαση Του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 171Β/9-2-2007), δεν συμπεριλαμβάνεται, ως τιμολογούμενη υπηρεσία, η φύλαξη των ελλιμενιζόμενων σκαφών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η υποχρέωση αυτή, που απορρέει από τον ανωτέρω Κανονισμό παρεχόταν από την εναγομένη χωρίς αμοιβή.
Εξάλλου, η υποχρέωση φύλαξης του σκάφους δεν προϋποθέτει αναγκαίως την παράδοση των κλειδιών του στον υπεύθυνο του αγκυροβολιού ούτε αποτελεί αρνητικό γνώρισμα αυτής η μη δυνατότητα του υπευθύνου να μετακινεί "κατά το δοκούν" το σκάφος. Επομένως, η σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ιδιοκτήτη του επίδικου σκάφους και της εναγόμενης έφερε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης παρακαταθήκης, που συνήφθη στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως (ελλιμενισμού), οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, δεδομένου ότι κάθε παροχή (χώρου ελλιμενισμού και υπηρεσίας φύλαξης) είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες.
Συνεπώς, εφόσον συγχρόνως με τη σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους του ασφαλισμένου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε συνάψει με τον τελευταίο και σύμβαση παρακαταθήκης, δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει και τη φύλαξη του σκάφους του, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μπορεί να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, όπως είναι η σύμβαση ελλιμενισμού, που συνιστά σύμβαση διάφορη αυτής (παρακαταθήκης) και συγκεκριμένα συνιστά σύμβαση μίσθωσης πράγματος, σε περίπτωση φθοράς ή κλοπής του ελλιμενιζόμενου σκάφους η εναγομένη ευθύνεται ως θεματοφύλακας.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης. Εφ' όσον δε η ευθύνη της εναγομένης προέρχεται από άσκηση επιχειρήσεως, για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής, καθώς, δυνάμει του άρθρου 13 του ως άνω ν. 2636/1998, ανατέθηκε σ' αυτήν η διοίκηση, η διαχείριση και η εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο τουριστικός λιμένας (μαρίνα) Αλίμου, καθώς και το δικαίωμα να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της, ουδείς εκ των προτέρων περιορισμός της ευθύνης της συνομολογείται εγκύρως (άρθρο 332 ΑΚ) και κατά συνέπεια η ρήτρα αποκλεισμού της ευθύνης για την απώλεια του σκάφους, που συμπεριλήφθηκε στην καταρτισθείσα σύμβαση ελλιμενισμού είναι άκυρη, απορριπτομένης της ένστασης αποκλεισμού της ευθύνης της, που προέβαλε η εναγομένη.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 25-5-2010, και ενώ το επίδικο σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στη Γ προβλήτα της Μαρίνας Αλίμου εκλάπη από αγνώστους. Κατόπιν τούτων ο ιδιοκτήτης του σκάφους υπέβαλε την από 26-5-2010 έκθεση προφορικής μήνυσης στο Λιμεναρχείο Πειραιά για την κλοπή του σκάφους. Ωστόσο, επειδή το ως άνω σκάφος χρησιμοποιήθηκε για την παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών, κατασχέθηκε από τις Τουρκικές Αρχές και μεταφέρθηκε στην περιοχή "Kemer/Antalya" της Τουρκίας.
Η κλοπή του επίδικου σκάφους, όμως, αποδείχθηκε ότι οφείλεται στη πλημμελή φύλαξη του χώρου της μαρίνας Αλίμου. Στην κρίση αυτή του Δικαστηρίου καταλήγει λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το περιεχόμενο της από 21-6-2007 εξώδικης διαμαρτυρίας του Σωματείου ιδιοκτητών τουριστικών επαγγελματικών σκαφών, που επιδόθηκε στην εναγομένη και με την οποία καταγγέλλεται ότι στο χώρο της μαρίνας Αλίμου, κατά τον επίδικο χρόνο, λειτουργούσαν πέντε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και η πρόσβαση στο χώρο της μαρίνας ήταν ελεύθερη στον καθένα.
Για το λόγο αυτό είχε ζητηθεί από το ανωτέρω σωματείο η περίφραξη του περιβάλλοντος τη μαρίνα χώρου, προκειμένου να οριοθετηθεί ο χερσαίος χώρος, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους χρήστες της, με σκοπό τη μείωση των κρουσμάτων φθοράς και κλοπής των σκαφών. Επισημαίνεται δε με την επιστολή ότι ο ρόλος των φυλάκων είχε αποδειχθεί ανεπαρκής χωρίς την λήψη επιπλέον μέτρων.
Η εναγόμενη, όμως, παρά το γεγονός ότι υπήρξε κοινωνός του προβλήματος ασφάλειας, που αντιμετώπιζαν τα ελλιμενιζόμενα σκάφη, εντούτοις, ενώ, σύμφωνα με τη σύμβαση παρακαταθήκης, που είχε καταρτίσει με τον ασφαλισμένο, είχε υποχρέωση δια των αρμοδίων οργάνων της να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας του εν λόγω σκάφους και των υπολοίπων σκαφών, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα φύλαξης, συνιστάμενα είτε στην οριοθέτηση - περίφραξη του χώρου, που περιβάλλει την μαρίνα και στον έλεγχο της πρόσβασης και φύλαξης των εισόδων και εξόδων αυτής, είτε σε περίπτωση, που δεν είναι εφικτή η ελεγχόμενη πρόσβαση στη μαρίνα, λόγω της εκτάσεώς της, στη μη επαύξηση του προσωπικού φύλαξης, που στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ελλιπές ως προς τον αριθμό.
Εξάλλου, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, εφόσον στη Μαρίνα Αλίμου μπορούν να ελλιμενιστούν περί τα 960 σκάφη, απαιτείται η ύπαρξη μεγάλου αριθμού φυλάκων. Αντιθέτως, η εναγομένη αρκέστηκε, όπως προκύπτει από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών φύλαξης και ασφάλειας, που είχε καταρτίσει με ιδιωτική εταιρεία, στην τοποθέτηση δύο φυλάκων στις κεντρικές πύλες της μαρίνας, ενός φύλακα στην προβλήτα Γ και στη χρήση ενός επανδρωμένου με φύλακα αυτοκινήτου για το συντονισμό του έργου φύλαξης.
Συνεπώς, η κλοπή του επίδικου σκάφους οφείλεται στην αμέλεια, που επέδειξε η εναγομένη ως προς την λήψη των αναγκαίων μέτρων φύλαξης. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης. Ο ισχυρισμός περί συντρέχοντας πταίσματος του ιδιοκτήτη του σκάφους κρίνεται απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι επέδειξε αυτός αμέλεια ως προς τα μέτρα προστασίας του σκάφους από κλοπή (λ.χ. έλλειψη αντικλεπτικού συστήματος), αλλά αντιθέτως η βούλησή του να ελλιμενίζει το σκάφος σε οργανωμένη φυλασσόμενη μαρίνα καταδεικνύει ότι υπήρξε επιμελής ως προς το ζήτημα προστασίας του σκάφους του. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει συμβάσεως θαλάσσιας ασφαλίσεως, που ανανεώθηκε με το υπ' αριθ. ...-2010 ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο Κ. Κ. ασφάλισε το ως άνω σκάφος και το βοηθητικό του εξοπλισμό στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, κατά των θαλασσίων κίνδυνων, σύμφωνα με τους στερεότυπους όρους ασφαλίσεως σκαφών αναψυχής (των Ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.11.1985), για το χρονικό διάστημα από 30-4-2010 έως 30-10-2010, μέχρι το ποσό των 540.000 ευρώ.
Με το εν λόγω ασφαλιστήριο παρεχόταν κάλυψη κατά συγκεκριμένων κινδύνων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο κίνδυνος της κλοπής ολόκληρου του σκάφους μαζί, υπό την ρητή, όμως, προϋπόθεση, ότι η απώλεια δεν θα έχει προκύψει από την έλλειψη οφειλόμενης επιμέλειας από τον ασφαλισμένο [βλ. 9.2. και 9.2.1.4 έντυπους όρους των ρητρών Σκαφών Αναψυχής, που είχαν προσαρτηθεί στο περιεχόμενο του ενδίκου ασφαλιστηρίου και αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα αυτού].
Επίσης, είχε συμπεριληφθεί στο ασφαλιστήριο ο όρος μη ενοχής των Ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.11.1985, σύμφωνα με τον οποίο η αποζημίωση θα περιλαμβάνει και τις δαπάνες που απαιτήθηκαν για την επιστροφή του πλοίου, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου για την τέλεση παράνομης πράξης χωρίς την συναίνεση του ασφαλισμένου και την προσωρινή κατακράτηση του από Κυβερνητική Αρχή, εξαιρείται, ωστόσο, της ασφαλιστικής κάλυψης η συνεπαγόμενη ζημία ή τα πρόστιμα, που επιβλήθηκαν από το γεγονός της κλοπής και της χρήσης του σκάφους για τον παραπάνω λόγο.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα κατέβαλε, σε εκτέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως, τα ακόλουθα ποσά: α) το ποσό των 471,90 ευρώ, το ποσό των 108,9 ευρώ και το ποσό των 300,00 ευρώ για τη χρήση εναέριων μέσων, κατά την έρευνα εντοπισμού του σκάφους (βλ. το υπ' αριθ. ...-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρείας "ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Σ.
Α.Ε.", το υπ' αριθ. ...-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΕΡΟΠΟΡΟΣ Α.Ε." και το υπ' αριθ. ...-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της Αερολέσχης Αρκαδίας), β) το ποσό των 23.000 ευρώ για αμοιβή δικηγορικού γραφείου στην Τουρκία, προκειμένου να κινηθούν οι νομικές διαδικασίες αποδέσμευσης και επιστροφής του σκάφους στην Ελλάδα (βλ.
το από 16-7-2010 έμβασμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ύψους 10.000 ευρώ, και το από 22-7-2010 έμβασμα ύψους 3.000 ευρώ, με αποστολέα την ενάγουσα και παραλήπτη το δικηγορικό γραφείο "OZTURKER AVUKATLIK OFISI", καθώς και το από 29-11-2011 έμβασμα ύψους 42.513 ευρώ με τα αυτά στοιχεία, εκ των οποίων το ποσό των 10.000 ευρώ αφορούσε την ανωτέρω αιτία), γ) το ποσό των 32.513,00 ευρώ για δαπάνη φύλαξης στη μαρίνα ΑΥΤ ULUSLARASI ISL.
INS AKARYAKIT VE TICE Α.Ε στο Κεμέρ της Αττάλειας, το οποίο κατέβαλε στο ανωτέρω δικηγορικό γραφείο με το τελευταίο έμβασμα, προκειμένου να εξοφλήσει για λογαριασμό της την οφειλή, καθώς και το ποσό των 1.500 ευρώ για δαπάνη μεταφοράς του σκάφους στην Ελλάδα και δη για την αμοιβή του κυβερνήτη του. Επίσης, σύμφωνα με την από 22-5-2012 απόδειξη πληρωμής, ο ιδιοκτήτης του σκάφους έλαβε από την ενάγουσα ως αποζημίωση, κατά το μη προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο, το ποσό των 17.348,46 ευρώ (κατόπιν αφαίρεσης του ποσού απαλλαγής 1.000,00 ευρώ), που αφορούσε το υπόλοιπο ύψους 941,00 ευρώ, για τη φύλαξη στην τουρκική μαρίνα, που είχε καταβάλει εξ ιδίων ο Κ.
Κ., το ποσό των 2.830,00 ευρώ, για δαπάνες επαναπατρισμού του σκάφους, το ποσό των 11.777,46 ευρώ, για κλαπέντα εξοπλισμό (όπως αυτό εξειδικεύεται στην τεχνική γνωμοδότηση, που συντάχθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας), καθώς και το ποσό των 2.800.00 ευρώ για αποκατάσταση φθορών...
Στην προκειμένη περίπτωση στην ως άνω από 22-5-2012 απόδειξη πληρωμής - δήλωση εξοφλήσεως / εκχωρήσεως μνημονεύεται το γεγονός της εκχώρησης κάθε απαίτησης αποζημίωσης του ασφαλισμένου κατά παντός υπαιτίου για την παραπάνω ζημία προς την ενάγουσα. Η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε στην εναγομένη με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Επομένως, η ενάγουσα, ως ασφαλίστρια, υποκαταστάθηκε, λόγω εκχωρήσεως, κατά την παράγραφο 79 του νόμου περί θαλάσσιας ασφαλίσεως του 1906 (Marine Insurance Act 1906), όπως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε η εκκαλουμένη, στις αξιώσεις του ασφαλισμένου της ιδιοκτήτη του σκάφους (Κ. Κ.), έναντι της ζημιώσασας εναγομένης και κατά συνέπεια δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του σε βάρος της τελευταίας.. Κατόπιν όσων εκτέθηκαν, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι δύο ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (76.222,36), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση και έκανε δεκτή την υπό κρίση αγωγή, ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων διακοσίων είκοσι δύο ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (76.222,36) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση του και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που απαιτεί ο νόμος, αλλά ούτε και προσέδωσε σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής των θεμελιωτικών του αγωγικού αιτήματος πραγματικών περιστατικών (προϋποθέσεων) και ειδικότερα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης της εναγομένης για την κλοπή του ελλιμενισμένου στις εγκαταστάσεις της προαναφερόμενου σκάφους και ορθά, εκτίμησε τις αποδείξεις, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για το λόγο δε αυτό πρέπει, ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.".
Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822 και 823 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 574 επ., 330, 334, 335, 336 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα, η οποία κατήρτιζε ετήσιες συμβάσεις ελλιμενισμού με τον ιδιοκτήτη του επίδικου σκάφους, στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών, κατήρτισε σύμβαση παρακαταθήκης, δυνάμει της οποίας ανέλαβε και τη φύλαξη του σκάφους για όσο χρόνο παρέμενε αυτό ελλιμενισμένο και ενώ αυτή με βάση τη σύμβαση παρακαταθήκης είχε υποχρέωση διά των αρμοδίων οργάνων της να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φυλάξεως και προστασίας του επίδικου σκάφους, συνιστάμενα είτε στη περίφραξη του χώρου που περιβάλλει την μαρίνα, στον έλεγχο της προσβάσεως και στη φύλαξη των εσόδων και εξόδων αυτής, είτε στην περίπτωση που δεν είναι εφικτή η ελεγχόμενη πρόσβαση στη μαρίνα, στην επαύξηση του προσωπικού φυλάξεως λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού ελλιμενισμένων σκαφών, από αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της δεν έλαβε τα ως άνω μέτρα, με συνέπεια την κλοπή του επίδικου σκάφους από αγνώστους και την εντεύθεν ζημία του ιδιοκτήτη του ύψους 76.222,36 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 822 και 823 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 574 επ., 330, 334, 335, 336 ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 822, 823 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/ 2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι τα αναγκαία μέτρα φύλαξης συνίστανται στην οριοθέτηση-περίφραξη του χώρου που περιβάλλει τη μαρίνα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο φορέας διαχείρισης κάθε μαρίνας διαχειρίζεται την εγκατάσταση και λαμβάνει τα αναγκαία κατά νόμο μέτρα κάτω από περιορισμούς και όρια που έχουν τεθεί από διατάξεις νόμου, από το Σύνταγμα, αλλά και από αντικειμενικούς περιορισμούς που συνδέονται με τη θέση και τις υποδομές αυτής και ως εκ τούτου σε χωροθετημένους τουριστικούς λιμένες (Μαρίνες), που είναι κοινόχρηστα πράγματα, δεν επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος της ελεύθερης πρόσβασης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός διότι τα επικαλούμενα ως ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας και αφετέρου η επικαλούμενη παράβαση δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Κατά τα άρθρα 330, 332 εδ. α` και β` και 334 εδ. α` ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφρά ακόμη αμέλεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής (ΑΠ 1039/2009). Από τη διάταξη του άρθρου 332 συνάγεται ότι με ειδική συμφωνία είναι καταρχήν έγκυρη η εκ των προτέρων απαλλαγή του οφειλέτη από την ευθύνη του για ελαφρά αμέλεια, εκτός αν η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής.
Η έννοια της παραχώρησης της αρχής είναι ευρύτερη εκείνης της άδειας από την αρχή. Σκοπός της διάταξης είναι η προστασία όσον αφορά συναλλαγές με αντικείμενο αγαθά ζωτικής σημασίας για τους πολίτες. Ως κρίσιμο κριτήριο για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι εκείνο της διάθεσης στο κοινό αγαθών ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι σε αυτό εντοπίζεται ο προστατευτικός σκοπός.
Ο χαρακτηρισμός ενός αγαθού ως ζωτικής σημασίας προκύπτει από τις ανάγκες που αυτό εξυπηρετεί, ενόψει των σύγχρονων κοινωνικών τάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος του αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση αποκλεισμού της ευθύνης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας.
Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι η ευθύνη της εναγόμενης προέρχεται από άσκηση επιχειρήσεως για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής, καθώς, δυνάμει του άρθρου 13 του ν. 2636/1998 ανατέθηκε σ' αυτήν η διοίκηση, η διαχείριση και η εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο τουριστικός λιμένας (μαρίνα) Αλίμου, καθώς και το δικαίωμα να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της και ως εκ τούτου, ουδείς εκ των προτέρων περιορισμός της ευθύνης της συνομολογείται εγκύρως και κατά συνέπεια η ρήτρα αποκλεισμού της ευθύνης για την απώλεια του σκάφους, που συμπεριλήφθηκε στην καταρτισθείσα σύμβαση ελλιμενισμού είναι άκυρη, απορριπτομένης της ενστάσεως αποκλεισμού της ευθύνης της που προέβαλε η εναγόμενη, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 332 εδ.
β' ΑΚ, η οποία εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
V. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζήτησης, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1024/2013, ΑΠ 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8) με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους, λόγω της κλοπής αυτού, υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή περιουσιακή ζημία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ζημία που υπέστη ο ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους συνεπεία της κλοπής του ανέρχεται στο ποσό των 76.222,36 ευρώ, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και την .../2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.
Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ. Γ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι, εν προκειμένω, η νομική υπηρεσία της αναιρεσείουσας δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι η αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 206 του Ν. 4389/ 2016, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ