Legislator Case Law & Legislation
1467/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper filing location and missed time limit.

Case Number 1467/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the municipal water company against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court wrongly accepted their lawsuit, but the court found the appeal inadmissible because it was filed at the appellate court instead of the original court and missed the thirty-day deadline. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment must be filed at the original court's registry and within thirty days of service, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper filing location missed time limit Code of Civil Procedure service of judgment legal costs procedural defect

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 552
ΚΠολΔ 553
ΚΠολΔ 556
ΚΠολΔ 558
ΚΠολΔ 564
ΚΠολΔ 566
ΚΠολΔ 577
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
ΚΠολΔ 152
ΚΠολΔ 155
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 191

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1467 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1467/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22η Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Λάρισας" (ΔΕΥΑΛ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ά. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρίτσανου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας με αριθμό 128/18-3-2015. Εκδόθηκαν η 91/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 41/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 55/21-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 21-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 55/21-2-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 41/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης και αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί η έφεση εμπρόθεσμη, κατά της 91/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-3-2015 (με αριθμό κατάθεσης 128/18-3-2015) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (ΑΚ 151) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.

Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτή με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης. Η επαναφορά, κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ, πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται, κατά το άρθρο 155 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο.

Επομένως, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο πρέπει, κατ' άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 153 ΚΠολΔ (ΑΠ 264/2013), η δε άσκησή της δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθ' ου αυτή απευθύνεται (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της έφεσης).

Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1155/2012).

3. Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 41/2018 απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας έκρινε ως εκπρόθεσμη την από 13-7-2017 (με αριθμό κατάθεσης 83/13-7-2017) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 91/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας (με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 19.389,00 ευρώ), διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του ότι ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 19-12-2016, η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση δικαστηρίου την 13-7-2017, ήτοι μετά την πάροδο της, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, προθεσμίας του ενός μηνός από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, έκρινε ότι και η σωρευόμενη στο δικόγραφο της έφεσης αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε η έφεση να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως διότι για την ολοκλήρωση της άσκησής της δεν έλαβε χώρα επίδοση αυτής στην καθ' ης η αίτηση- εφεσίβλητη, καθόσον η εκκαλούσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης.

Πέραν τούτου, έκρινε ότι είναι απαράδεκτη και διότι, ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο γεγονός ανώτερης βίας για την απώλεια της προθεσμίας της έφεσης δεν συνιστά ανώτερη βία (θάνατος του μοναδικού νομικού συμβούλου της εκκαλούσας δημοτικής επιχείρησης), στο δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου χρονικού σημείου, κατά το οποίο ήρθη το εμπόδιο που συνιστούσε την ανώτερη βία ή έστω η αιτούσα έλαβε γνώση του επικαλούμενου δόλου της καθ' ης, ώστε να κριθεί εάν η επαναφορά ζητείται και ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 153 ΚΠολΔ.

Ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι το επικαλούμενο γεγονός της ανώτερης βίας ήρθη δύο μήνες μετά το θάνατο του ως άνω νομικού συμβούλου, που συνέβη την 18-3-2017, οπότε η αιτούσα ανέκτησε τις εκκρεμείς νομικές υποθέσεις (που βρίσκονταν στο γραφείο του θανόντος δικηγόρου), το ζήτημα για την άσκηση της έφεσης εισήχθη προς συζήτηση και λήψη σχετικής απόφασης από το ΔΣ της αιτούσας- εκκαλούσας περί τα τέλη Μαΐου 2017, δηλαδή μετά την παρέλευση δύο και πλέον μηνών από την ανάκτηση των φακέλων και, σε κάθε περίπτωση, η αιτούσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της.

Βάσει αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, τόσο την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας κατάσταση, όσο και στη συνέχεια την έφεση.

4. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και με τον πρώτο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (χωρίς ειδικότερη αναφορά συγκεκριμένης πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 έως 6 αυτού), μέμφεται την προσβαλλόμενη 41/2018 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, τόσο την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση όσο και στη συνέχεια την έφεσή της. Η περί απαραδέκτου, κατά τα ανωτέρω, κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, δύναται να ελεγχθεί μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, η οποία ως πλημμέλεια, δεν περιλαμβάνεται στους προβλεπόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, δικαζόντων ως δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (ΚΠολΔ 321). Κρίσιμος χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, και όχι ο χρόνος της συζήτησής της (ΟλΑΠ 18/2001).

Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνο η εφετειακή απόφαση, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη, η οποία μάλιστα, αν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, τελεσιδικεί και επομένως υπόκειται σε αναίρεση με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής έφεσης, που έχει όμως ως αφετηρία όχι την επίδοση ή τη δημοσίευση της εφετειακής απορριπτικής απόφασης, αλλά την επίδοση ή αναλόγως τη δημοσίευση της ίδιας της πρωτόδικης απόφασης, αφού διαφορετικά, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1, 554 και 564 ΚΠολΔ, καταστρατηγούνται οι προθεσμίες για την άσκηση αναίρεσης με τη δυνατότητα άσκησης, οποτεδήποτε, εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 967/2004, ΑΠ 1248/2004, ΑΠ 1529/2004).

Έτσι, με την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες των τριάντα ημερών της έφεσης και της αναίρεσης, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, ενώ αν δεν επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, οπότε τρέχουν οι καταχρηστικές προθεσμίες των άρθρων 518 παρ.2 και 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 4335/2015, αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατ' αντιμωλία, επιτρέπεται μετά την άπρακτη πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της και για όλη την επόμενη διετία (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1904/2006).

Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης, που προσβάλλει κυρίως μεν την απορριπτική της έφεσης απόφαση του Εφετείου και επικουρικά την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει, για να είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που αφορά την πρωτόδικη απόφαση, να έχει κατατεθεί, κατά τα άρθρα 495 παρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, στη γραμματεία και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1248/2004).

6. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, χωρίς να αναφέρεται στο δικόγραφό της ως προσβαλλόμενη η 91/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, προβάλλονται αιτιάσεις αναφορικά με την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την παραδοχή της ένδικης αγωγής ως κατ' ουσία βάσιμης, υπολαμβάνοντας η αναιρεσείουσα ότι η πρωτόδικη απόφαση έχει ενσωματωθεί στην εφετειακή απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Όμως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εκτιμώμενη ότι προσβάλλεται με αυτή και η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφενός διότι το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό προκύπτει από την καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της, με αριθμό 55/21-2-2018 σχετική πράξη κατάθεσης, αφετέρου διότι είναι εκπρόθεσμη, καθόσον η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 19-12-2016, οπότε με αφετηρία τη συμπλήρωση των τριάντα ημερών από την επίδοσή της, έχει παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 55/21-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 41/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ