Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, upholding lower court's rejection of late-filed lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three plaintiffs against a First Instance Court judgment. The plaintiffs argued that their lawsuits were filed abusively just one day before the statute of limitations expired, while the defendants contended the delay was not abusive. The Court ruled that mere inactivity does not constitute abuse of right without specific circumstances showing a change in the plaintiffs' stance to cause detriment to the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 116 of the Code of Civil Procedure; Article 25 of the Constitution: Abuse of right is established only when prolonged inactivity is accompanied by specific circumstances indicating a deliberate attempt to reverse an established situation to the detriment of the other party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1467/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Η. Μ. του Α., κατοίκου ... και 3) Δ. Β. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ρήγα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ. του Χ., συζύγου Π. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου, 2) Π. Α. του Σ. και 3) Α. Π. του Α., χήρας Β. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μ. Γ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις επτά από 2-4-2009, 20-11-2008, 2-4-2009, 17-11-2008, 12-11-2008 και 31-10-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και τις επτά από 24-7-2007, 24-1-2008 και 24-8-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2729/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παραστάσα 1η αναιρεσίβλητη και πληρεξούσια των 2ου και 3ης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ, 14, 10, 19 και 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, επιμεριζόμενο σε τρία μέρη, ο πρώτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα, την .../22-5-2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.
Τ., που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση και από την οποία προέκυπτε η βασιμότητα της ενστάσεώς του περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων σε βάρος του, σε κάθε δε περίπτωση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένστασή του αυτή, με αποτέλεσμα να δεχθεί πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη, β) παρέθεσε ανεπαρκείς αιτιολογίες προς απόρριψη της ενστάσεώς του αυτής και γ) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ περί παραγραφής.
Οι αιτιάσεις αυτές του πρώτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω έκθεση επιδόσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ούτε ποιον αφορούσε, ούτε καθορίζεται ο ισχυρισμός περί παραγραφής, το βάσιμο του οποίου, όπως προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, θα αποδεικνυόταν από την έκθεση αυτή (ΑΠ 435/2016, 1266/2015).
Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Ο Γ. Κ., ως εναγόμενος των κατωτέρω αγωγών, ήτοι: α) της από 24-7-2007 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως .../2007 αγωγής και της από 24-7-2007 και με αριθ.
εκθ. καταθέσεως .../2007 αγωγής ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι από τις 6-9-2002 μέχρι την επίδοση των κρινόμενων αγωγών, αντίστοιχα (14-10-2008) παρήλθε πενταετία σε κάθε περίπτωση, β) της από 24-7-2007 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως .../2007 αγωγής ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι από την 27-12-2002 (που έλαβε γνώση) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής (14-10-2008) παρήλθε πενταετία σε κάθε περίπτωση, και γ) της από 24-1-2008 και με αριθ.
εκθ. καταθέσεως ...2008 αγωγής και της από 24-1-2008 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως ...2008 αγωγής ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι από την ημερομηνία γνώσης (6-9-2002) μέχρι την επίδοση αμφοτέρων των υπό κρίση αγωγών, αντίστοιχα (28-1-2008) παρήλθε πενταετία σε κάθε περίπτωση, και ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, αντίστοιχα, έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ.
Ο παραπάνω εναγόμενος, ήδη εκκαλών, επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεώς του ότι κακώς απορρίφθηκαν οι εκ μέρους του προβληθείσες ενστάσεις παραγραφής, επικαλούμενος ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, από την 22-5-2002, οπότε περιήλθαν σε γνώση τους οι διαλαμβανόμενοι στις παραπάνω αγωγές ισχυρισμοί του περί δήθεν προσβολής της προσωπικότητάς τους, μέχρι την 6-8-2007 (ημερομηνία κατά την οποία οι εφεσίβλητοι άσκησαν πανομοιότυπες αγωγές εναντίον του), από τις οποίες παραιτήθηκαν στις 14-10-2008 και άσκησαν αυθημερόν τις ένδικες αγωγές τους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθε χρόνος πέραν της πενταετίας και ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις τους έχουν υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, και συγκεκριμένα από το 20-5-2002 εξώδικο του ήδη εκκαλούντος Γ. Κ. (πρώτου αναιρεσείοντος) προς τον Π. Α. (δεύτερο αναιρεσίβλητο), σε συνδυασμό με το από 22-7-2002 εξώδικο του τελευταίου προς αυτόν (ήδη εκκαλούντα) και το από 15-5-2002 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυώροφης οικοδομής, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Π.
Α. είχε από την 22-5-2002 λάβει γνώση των αγωγικών (συκοφαντικών) σε βάρος του ισχυρισμών του εναγομένου Γ. Κ., οι οποίοι μάλιστα προβλήθηκαν μεταγενέστερα και μάλιστα περιελήφθησαν στις από 6-8-2002 αγωγή του, από 7-8-2002 αίτηση ασφαλιστικών, από 28-8-2002 εξώδικη δήλωση, από 2-8-2002 μήνυσή του, καθώς και στην από 13-1-2003 μήνυσή του.
Κατά συνέπεια, η ένσταση παραγραφής, κατά τα εκτιθέμενα, εφόσον δεν αποδείχθηκε εγγράφως, συνιστά νέο ισχυρισμό και προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλείται ο ήδη εκκαλών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ακολούθως το σχετικό λόγο της εφέσεώς του ως αβάσιμο. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο σε κάθε περίπτωση ερεύνησε τον ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων λόγω της επικαλούμενης γνώσεως των συκοφαντικών σε βάρος τους ισχυρισμών από 22-5-2002, δηλαδή σε χρόνο πέραν της πενταετίας προ της ασκήσεως των επίδικων αγωγών, και τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι όλοι αυτοί οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί περιελήφθησαν και σε μεταγενέστερα δικόγραφα του πρώτου αναιρεσείοντος, όπως αγωγή, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, εξώδικη δήλωση και μηνύσεις, των οποίων έλαβαν γνώση αυτοί σε χρόνο πριν την πάροδο πενταετίας από την επίδοση εκ μέρους τους των επίδικων αγωγών προς εκείνον.
Συναφώς προς αυτά, η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την εκ μέρους του προβολή της ενστάσεως παραγραφής, -με χρονικό σημείο ενάρξεως αυτής την 22-5-2002- για το λόγο ότι αυτή δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, είναι αλυσιτελής, εφόσον το Εφετείο με επάλληλη σκέψη, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό του και δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο, απέρριψε την ένσταση αυτή και ως αβάσιμη.
Τέλος, η αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμη, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, ο πρώτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν αναφέρει, ποιοι δήθεν συκοφαντικοί ισχυρισμοί είχαν προβληθεί με το εξώδικο της από 20-5-2002, που επιδόθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο στις 22-5-2002 με την ως άνω έκθεση επιδόσεως, και ποιοι συκοφαντικοί ισχυρισμοί περιελήφθησαν μεταγενεστέρως στα έγγραφα και δικόγραφα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να κριθεί, αν υπήρξε ταυτότητα ισχυρισμών, οπότε η παραγραφή εκκινεί από 22-5-2002, ή αν αυτοί είναι μεταγενέστεροι, οπότε η παραγραφή εκκινεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αλυσιτελείς, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο, οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονταν στην επιδοθείσα κατά την ως άνω ημερομηνία από 20-5-2002 εξώδικη δήλωση αυτού προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, επαναλήφθηκαν στα μεταγενέστερα της 22-5-2002 έγγραφα, και κατά συνέπεια αποτελούν αυτοί νέες αδικοπραξίες, με χρόνο ενάρξεως της παραγραφής τη γνώση εκάστης εξ αυτών εκ μέρους των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις έλαβαν χώρα κατά διαφορετικά μεταξύ τους χρονικά διαστήματα και διατηρούν την αυτοτέλειά τους (ΑΠ 347/2010).
Επομένως η μη παράθεση επαρκών αιτιολογιών για το ως άνω ζήτημα δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, και συναφώς προς τα ανωτέρω, εφόσον οι άδικες πράξεις που αποδίδονται στον πρώτο αναιρεσείοντα έλαβαν χώρα κατά διαφορετικά μεταξύ τους χρονικά διαστήματα, και κατά συνέπεια διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως εκ μέρους του Εφετείου της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση των συκοφαντικών αυτών ισχυρισμών σε χρόνο πριν την πάροδο πενταετίας από την επίδοση εκ μέρους τους των επίδικων αγωγών προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Συνακόλουθα τούτων ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του, ο πρώτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί με εσφαλμένη ερμηνεία απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι καταχρηστικά άσκησαν πέντε αγωγές σε βάρος του με την ίδια ιστορική και νομική βάση, αντί να τις σωρεύσουν σε ένα δικόγραφο, επιβαρύνοντάς τον έτσι με πενταπλάσια δικαστικά έξοδα.
Το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη με το αιτιολογικό ότι από μόνο του το γεγονός αυτό δεν καθιστά την άσκηση αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι η αντικειμενική σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται να σωρεύσει τις αγωγές σε ένα δικόγραφο, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατηγήσεως των διατάξεων περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας (ΑΠ 952/2015, 631/2006) και πολύ περισσότερο περί των εξόδων.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ίδιου Κώδικα ο αναιρεσείων αυτός μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της απορριπτικής περί της ενστάσεως αυτής κρίσης του, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύσεως, μόνον όταν το δικαστήριο ερεύνησε κατ’ ουσίαν την υπόθεση και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη αόριστη ή απαράδεκτη (Ολ ΑΠ 44/1990).
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 16, 17 και 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για τον πρώτο και πρώτο λόγο για τους λοιπούς, επιμεριζόμενο σε τρία μέρη, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο α) δέχθηκε ότι, πλην της τρίτης αναιρεσίβλητης, υπάρχει δεδικασμένο και υπέρ των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, β) περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις και γ) έχει αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και μάλιστα ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου.
Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Η ... υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ... πολιτικού Εφετείου Αθηνών και συζητήσεως μετ’ αναίρεση γενομένης, εκδόθηκε η με αριθμό 3102/2008 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) και έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση της εναγομένης - συμβολαιογράφου (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης) ...
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως (3102/2008) οι ενάγοντες άσκησαν ... αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε ... απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως ... Ειδικότερα ... το εν λόγω δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) ... έκρινε ... ότι η εναγομένη Α. Π. ... δεν προέβη σε καταλήψεις κοινοχρήστων χώρων και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά το ως άνω αίτημα.
Σημειώνεται ότι από την ως άνω προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση υφίσταται δεδικασμένο στα φερόμενα ως ψευδή προεκτεθέντα περιστατικά που κρίθηκαν στη δίκη εκείνη παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, και κυρίως ότι η εναγομένη με τις παραπάνω ενέργειές της δεν προέβη σε κατάληψη κοινοχρήστων χώρων (χωλ, τουαλέτα, διάδρομο) ...
εφόσον το δικαστήριο εκείνο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα ζητήματα αυτά, το οποίο (δεδικασμένο) ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων αυτής (Γ. Κ. και Α. Π.) και όχι για τους λοιπούς διαδίκους. ... Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ύπαρξης δεδικασμένου από την προαναφερόμενη εφετειακή απόφαση, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, ...
πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ... και ο συναφής λόγος της από 2-7-2014 εφέσεως του Γ. Κ. κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο εκ μέρους των εκκαλούντων Δ. Β. και Η. Μ. προβληθείς λόγος της από 2-7-2014 εφέσεώς τους ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο σε βάρος τους, κρίνεται προεχόντως ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ρητά την ύπαρξη δεδικασμένου από την 3102/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης, όχι δε και των λοιπών διαδίκων, η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ύπαρξης δεδικασμένου" δεν είναι αντιφατική προς την αμέσως προηγούμενη παραδοχή, αλλά οφείλεται και δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου κατέθεσαν κοινές προτάσεις, στις οποίες επικαλούνται μεν ένσταση απαραδέκτου μιας των συνεκδικαζόμενων αγωγών λόγω δεδικασμένου από την 3102/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την περιορίζουν όμως μόνο μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του είναι αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, εφόσον για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει η προβαλλόμενη αντίφαση των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό και όχι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περίπτωση που ούτε επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε συντρέχει εν προκειμένω.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του ο πρώτος αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτες τις ενστάσεις του περί άρσεως του αδίκου των πράξεων που του αποδίδονται με τις αγωγές των αναιρεσίβλητων, τις οποίες είχε προτείνει "εν τοις πράγμασι" με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Ο εναγόμενος των άνω πέντε αγωγών ... Γ. Κ., ήδη εκκαλών, προβάλλει με σχετικό λόγο εφέσεώς του, ... τους ισχυρισμούς, ήτοι: α) περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεών του, κατ’ άρθρο 20 του Π.Κ., λόγω του ότι αυτές αποτελούσαν ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων του, β) περί άρσης του αδίκου των πράξεών του λόγω διαφύλαξης (προστασίας) νομίμων δικαιωμάτων του, κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 εδ.
γ’ του Π.Κ. και γ) περί άρσης του αδίκου των πράξεών του λόγω διαφύλαξης εννόμου ουσιώδους συμφέροντός του, κατ’ άρθρο 371 παρ. 4 του Π.Κ. Ο παραπάνω λόγος εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί του (ενστάσεις) απαραδέκτως προτείνονται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 269 ΚΠολΔ, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλείται ο τελευταίος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την προβολή των ως άνω ενστάσεων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογούν την προβολή τους για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου. Ο ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος ότι είχε προβάλει όλες αυτές τις ενστάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την επίκληση και προσκομιδή διά των προτάσεών του όλων εκείνων των εγγράφων που τις επιστηρίζουν είναι αβάσιμος, εφόσον, κατ’ άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, και κατά συνέπεια δεν ήταν αρκετή η εκ μέρους του παράθεση περιστατικών χωρίς σύνδεση και επίκληση της έννομης συνέπειας που απέρρεε από αυτά και ταυτόχρονα χωρίς αίτημα να απορριφθούν οι αγωγές για τις ως άνω αιτίες.
Συνακόλουθα όλων αυτών ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος του κατά τα μέρη του με τα οποία ο αναιρεσείων κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο ότι με την απορριπτική επί των ως άνω ενστάσεων κρίση του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 ΠΚ, 367 παρ. 1 εδ.
γ ΠΚ και 371 παρ. 4 ΠΚ και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες περί αυτού είναι απαράδεκτος, για τον ίδιο ως άνω προαναφερθέντα δικαιολογητικό λόγο.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 10, 19 και 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητά τους και παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 27 ΠΚ ως προς την έννοια του δόλου.
Οι αιτιάσεις αυτές των ως άνω αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1736/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...
Ο ενάγων - εναγόμενος Δ. Β. (του οποίου ο Γ. Κ. είναι κουμπάρος), προσήλθε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και κατέθεσε ενόρκως, συνταγείσης προς τούτο της με αριθμό .../5-9-2002 ένορκης βεβαίωσης, με σκοπό να συνδράμει τον τελευταίο στην απόδειξη των παραπάνω ψευδών ισχυρισμών του, ώστε να γίνουν δεκτές η από 7-8-2002 ...
αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η από 15-7-2002 ... αγωγή του, η από 6-8-2002 ... αγωγή του και η από 19-7-2002 ... αγωγή του και να απορριφθεί η από 27-6-2002 ... αγωγή της Α. Π. κατά του Γ. Κ.. Ειδικότερα, ο παραπάνω μάρτυρας από πρόθεση περιέλαβε στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του ψευδή γεγονότα για τους Π. Α. και Μ. Γ., εν γνώσει της αναληθείας αυτών.
Συγκεκριμένα, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι οι παραπάνω προέβησαν σε κατάληψη κοινόχρηστου διαδρόμου του Ζ’ ορόφου του μεγάρου με την τοποθέτηση πόρτας ασφαλείας σε αντικατάσταση της κοινόχρηστης διακοσμητικής ξύλινης πόρτας, ... ότι η Γ.Σ. με την εισήγηση του Π. Α., διαχειριστή, αρνήθηκε να λάβει απόφαση και να ασκήσει τα νόμιμα κατά της Α.
Π. για την άρση της κατάληψης κοινόχρηστου διαδρόμου, ενώ δεν άσκησε τα νόμιμα κατά του κ. Α. για την άνευ αμοιβής αυτού διέλευση αγωγού της ΔΕΗ από την υπόγεια αποθήκη του, αλλά προκάλεσε απόφαση της συνέλευσης που ενέκρινε την καταβολή σ’ αυτόν χρηματικού ποσού 1.500.000 δρχ. ... Πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω μάρτυρας γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι τα παραπάνω ...
ήταν ψευδή, ότι μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη των αντιδίκων του, δοθέντος ότι ο Γ. Κ. είναι κουμπάρος του, ενώ, όταν ο τελευταίος ήταν εν ενεργεία δικηγόρος, είχαν επαγγελματική συνεργασία μεταξύ τους και συχνά τον επισκεπτόταν στο γραφείο του στο 2ο όροφο του μεγάρου, ...
οι ως άνω δε ψευδείς ισχυρισμοί του περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, καθόσον η παραπάνω ένορκη βεβαίωση χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια των ανωτέρω δικών, προκειμένου να γίνουν δεκτοί ως αληθείς και βάσιμοι οι ισχυρισμοί του Γ. Κ.. Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος Η. Μ., ο οποίος συνδέεται με συγγενική σχέση με τον Γ.
Κ. (γαμβρός επ’ αδελφή) προσήλθε ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών ... και κατέθεσε ενόρκως, συνταγείσης προς τούτο της με αριθμό .../5-9-2002 ένορκης βεβαίωσης, με σκοπό να συνδράμει τον τελευταίο στην απόδειξη των παραπάνω ψευδών ισχυρισμών του, ώστε να γίνουν δεκτές η από 7-8-2002 ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η από 15-7-2002 ...
αγωγή του, η από 6-8-2002 ... αγωγή του και η από 19-7-2002 ... αγωγή του και να απορριφθεί η από 27-6-2002 ... αγωγή της Α. Π. κατά του Γ. Κ.. Ειδικότερα, ο παραπάνω μάρτυρας από πρόθεση περιέλαβε στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του ψευδή γεγονότα για τους Π. Α. και Μ. Γ., εν γνώσει της αναληθείας αυτών. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ότι οι παραπάνω προέβησαν σε κατάληψη κοινόχρηστου διαδρόμου στον 7ο όροφο του μεγάρου με την τοποθέτηση πόρτας ασφαλείας σε αντικατάσταση της κοινόχρηστης διακοσμητικής ξύλινης πόρτας, ...
και μάλιστα ότι ο Π. Α., ως διαχειριστής, αρνήθηκε να λάβει απόφαση και να ασκήσει τα νόμιμα κατά της Α. Π. για την άρση της κατάληψης κοινόχρηστου διαδρόμου, ενώ δεν άσκησε τα νόμιμα κατά του κ. Α. για την άνευ αμοιβής αυτού διέλευση αγωγού της ΔΕΗ από την υπόγεια αποθήκη του, αλλά προκάλεσε απόφαση της συνέλευσης που ενέκρινε την καταβολή σ’ αυτόν χρηματικού ποσού 1.500.000 δρχ. ...
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος (δικηγόρος) γνώριζε ότι τα παραπάνω ήταν ψευδή, ότι μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των αντιδίκων του, δοθέντος ότι ο Γ. Κ. είναι συγγενής του εξ αγχιστείας, ενώ υπήρχε και επαγγελματική συνεργασία μεταξύ τους, περαιτέρω δε οι ως άνω ψευδείς ισχυρισμοί του περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, καθόσον η παραπάνω ένορκη βεβαίωση χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια των ανωτέρω δικών, προκειμένου να γίνουν δεκτοί ως αληθείς και βάσιμοι οι ισχυρισμοί του Γ.
Κ.". Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 27 Π.Κ.
σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 914, 57 ΑΚ και 362, 363 Π.Κ., και κατά συνέπεια τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες με τον αυτό λόγο κατά το τρίτο μέρος του είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα τα ψευδή περιστατικά που περιελήφθησαν στις ένορκες βεβαιώσεις των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, τη γνώση αυτών για το ψευδές τούτων, που δικαιολογεί και την υπαιτιότητά τους υπό τη μορφή του δόλου, τη διάδοση των περιστατικών αυτών ενώπιον τρίτων στα πλαίσια της αντιδικίας μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων και την προσβολή της τιμής και υπολήψεως των τελευταίων από τη διάδοση των ψευδών αυτών περιστατικών.
Τέλος, ο ισχυρισμός των ως άνω αναιρεσειόντων με το δεύτερο μέρος του αυτού λόγου, ότι οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου είναι αυθαίρετες, καθόσον τα περιληφθέντα στις ένορκες βεβαιώσεις τους περιστατικά είναι αληθή, και ότι συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα στο ζήτημα της υπαιτιότητάς τους, είναι απαράδεκτος, εφόσον, υπό την κατ’ επίφαση πλημμέλειας ως προς τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 116 ΚΠολΔ και 25 του Συντάγματος, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος που είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγο εφέσεως, και σε κάθε περίπτωση απέρριψε την ένσταση αυτή με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, οι λοιποί εναγόμενοι Η. Μ. και Δ. Β. προέβαλαν ότι οι σε βάρος τους ... αγωγές ασκήθηκαν μία ημέρα προ της παρελεύσεως της πενταετίας (ήτοι της παραγραφής).
Υπό τα εκτιθέμενα ο εν λόγω ισχυρισμός τους, που συνιστά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον μόνη η μακρά αδράνεια των δικαιούχων (εναγόντων), ακόμη και αν δημιούργησε σ’ αυτούς (εναγομένους) την πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους (γεγονός που δεν επικαλούνται), δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά των δικαιούχων και οι ίδιοι, μεταβάλλοντας τη στάση τους, επιχειρούν εκ των υστέρων ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς γι’ αυτούς (εναγομένους) συνέπειες, που όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ως άνω αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του ως άνω λόγου, επικαλούμενοι ότι η σε βάρος τους αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού τους επιδόθηκε μία μόλις ημέρα πριν την παραγραφή της αξιώσεως των πρώτης και δευτέρου των αναιρεσίβλητων και ενώ δεν άσκησε ανάλογη αγωγή σε βάρος τους η τρίτη αναιρεσίβλητη, παρά το ότι τα εκτιθέμενα στις ένορκες βεβαιώσεις τους περιστατικά αφορούν εξίσου και αυτήν, είναι αβάσιμα.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2016 αίτηση των α) Γ. Κ., β) Η. Μ. και γ) Δ. Β. για αναίρεση της 840/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ