Legislator Case Law & Legislation
1467/2016 AI generated

1467/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1467/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Βιολέττας Κυτέα), Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1467/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσεως, λήγει δε όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μηνός που αντιστοιχεί αριθμητικώς με την ημέρα ενάρξεως. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
criminal penalty unfit notwithstanding health condition sentencing error capacity to commit a tort disciplinary offence punishability
AI generated
1432/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.
19/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
1343/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1105/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
520/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1467 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1467/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Βιολέττας Κυτέα), Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου V. (Β.) V. (Β.) του D. (Δ.), κατοίκου ... (οδός ..., Παγκράτι), που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ιωάννη Μπαρουξή για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1193/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Mε πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Χ. του Γ., η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) Να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και β) Να παρατεθεί στην παραπάνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το μη παρατεθέν σ’ αυτή άρθρο 314 παρ. 1 α ΠΚ, που εφαρμόσθηκε και να διαταχθεί η απάλειψη του παραταθέντος εσφαλμένου άρθρου 308 παρ. 1 α ΠΚ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του Ποινικού Κώδικος, ορίζεται ότι, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε το άρθρο 315 παρ. 1 α ΠΚ η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση. Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ’ αυτού τελεσθείσας αξιόποινης πράξεως, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για την νομότυπο γένεση της ποινικής δίκης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", προκύπτει ότι η έγκληση πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, η άπρακτη παρέλευση του οποίου οδηγεί, προκειμένου περί εγκλήματος που διώκεται κατ’ έγκληση, στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως.

Η ύπαρξη της εγκλήσεως συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της ή μη, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ’ έγκληση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Ως γνώση θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση, τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη.

Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσεως, λήγει δε όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μηνός που αντιστοιχεί αριθμητικώς με την ημέρα ενάρξεως. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ’ έγκληση, όπως είναι και η σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 α’ ΠΚ), εφ’ όσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή.

Αρκεί βέβαια η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθεται ο χρόνος γνώσεως της πράξεως που τελέστηκε και του προσώπου του δράστη από το πρόσωπο που δικαιούται εις έγκληση δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, για σωματική βλάβη από αμέλεια, μετά τη μεταβολή της κατηγορίας από βαριά (μη σκοπούμενη) σωματική βλ-άβη, για την οποία είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, η οποία τελέστηκε κατά το από τέλη Μαρτίου 2007 έως και Ιούνιο του 2007 σε βάρος της εγκαλούσας Μ.

Χ., η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεώς της. Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, υποβλήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 6.9.2007. Δηλαδή, καθόσον αφορά, μόνον, στο από τέλη Μαρτίου μέχρι 6.6.2007 χρονικό διάστημα, μετά την πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως της πράξεως.

Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, καταφανώς και πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση της προξενηθείσας σ’ αυτή σωματικής βλάβης από τον κατηγορούμενο κατά τα τέλη Ιουνίου 2007, όταν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως : "...

Περί τα τέλη Ιουνίου του ιδίου (2007) έτους άρχισε να αισθάνεται κνησμό και έντονο αίσθημα καύσου στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων, οπότε και θορυβημένη επισκέφθηκε αμέσως τη γυναικολόγο της, όπου και αφού υποβλήθηκε στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι είχε μολυνθεί με τον ιό των κονδυλωμάτων Η Ρ Υ.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι την παραπάνω μόλυνση μετέδωσε στην εγκαλούσα ο κατηγορούμενος, ο οποίος και ο ίδιος νοσούσε από τον πιο πάνω ιό, όπως προκύπτει από το από 29.11.2007 ιατρικό σημείωμα του ιατρού δερματολόγου-αφροδισιολόγου Κ. Μ., σύμφωνα με τον οποίο ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε "καταστροφή μονήρους ΗPV βλάβης διαμέτρου 3 mm, μεσότητος πέους με τη χρήση θερμοπληξίας", η δε μετάδοση του ιού, όπως προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο έως και Ιούνιο του έτους 2007...".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με το χρόνο γνώσεως από την εγκαλούσα της τελέσεως της ως άνω σε βάρος της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του προσώπου του αυτουργού της, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά λήψης της πληροφορίας (γνώση), οπότε, και έπεται, ότι η ένδικη έγκληση για το κρινόμενο έγκλημα, που διώκεται κατ’ έγκληση, υποβλήθηκε παραδεκτά μέσα στην, κατ’ άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ, νόμιμη προθεσμία των τριών μηνών.

Εφόσον δε, μετά τα ανωτέρω, η δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εμπρόθεσμης εγκλήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ., που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, εγκείμενη στο ότι καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για σωματική βλάβη από αμέλεια, για την οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμη έγκληση.

Περαιτέρω δε, ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά του σκέλη, υποστηρίζων τα αντίθετα περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και εσφαλμένης εφαρμογής - εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ.

Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ.

Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Στο άνω άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως".

Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ’ άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ.

Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ.

Ολ.ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή.

Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν απαιτείται για την επέλευση της διακοπής κατά τα παραπάνω της παραγραφής και επίδοση σχετικού δικογράφου προς τους κατηγορουμένους-εναγομένους.

Η παραγραφή της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο, αν παρίσταται, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως, αν ήταν απών στον πρώτο βαθμό, πρέπει να προβάλλεται με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της ερήμην καταδικαστικής απόφασης.

Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ’ ένσταση του υπόχρεου.

Εφόσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ’ αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών της και συνακόλουθα την απόρριψη αυτής.

Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ’ αριθμό 34416/24.9.2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού δεύτερου λόγου αναιρέσεως, είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου η Μ. Χ. και δήλωσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος της βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης, που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής από τον παραστάντα συνήγορο του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου.

Με την απόφαση αυτή, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, έγινε δεκτό το αίτημα της παθούσας πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να της πληρώσει το αιτηθέν ως άνω ποσό. Στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, κατόπιν της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ’ αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι της πολιτικώς ενάγουσας Δ.

Β. και Δ. Χ. και επανέλαβαν τη δήλωση, ότι παρίσταται η Μ. Χ. ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του ήδη αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, για το ως άνω ποσό, των 44 ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την κρινόμενη άδικη πράξη, ενώ από την πλευρά του κατηγορουμένου προβλήθηκε στην δίκη κατ’ έφεση, το πρώτον, ένσταση για αποβολή της πολιτικής αγωγής, λόγω παραγραφής της αστικής αξίωσης της πολιτικώς ενάγουσας, διατεινόμενος ότι από 22.5.2009, ότε και εξεδόθη η παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου αυτή δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, μέχρι την, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 24.9.2014, άσκηση της πολιτικής αγωγής και αφού ενδιάμεσα δεν δηλώθηκε υπ’ αυτής παράσταση πολιτικής αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και επομένως είχε παραγραφεί εν επιδικία η αστική της αξίωση.

Η εν λόγω ένσταση περί παραγραφής της πολιτικής αγωγής, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προβλήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν μπορεί να προβληθεί, το πρώτον, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, αφού δεν προβλήθηκε ούτε με ειδικό λόγο εφέσεως.

Κατά συνέπεια, απαραδέκτως προβλήθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ορθώς απέρριψε τη σχετική ένσταση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία το δικάσαν δικαστήριο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη συννόμου παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας, λόγω παραγραφής της αξίωσής της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Εξάλλου σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή παραπέμπει στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:

α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του, για τα στοιχεία αυτά, ειδικότερη αιτιολογία (ΑΠ 314/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σχετικής με την επιμέτρηση της ποινής απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, τα εξής: "Επειδή, η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενους προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1,14, 26 παρ. 1α, 28, 308 παρ. 1α Π.Κ.

Επειδή, κατά το άρθρο 79 Π. Κ., το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο τη βαρύτητα του εγκλήματος, όσο και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του, στο βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου.

Κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου το Δικαστήριο σταθμίζει ιδίως το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά την πράξη. Για να τον διαγνώσει με ακρίβεια εξετάζει τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε, το χαρακτήρα του και το βαθμό της ανάπτυξής του, στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη, συνάμα δε τόσο τους οικονομικούς όρους, όσο και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία συντηρεί.

Έχοντας όλα αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο οι αναφερόμενες στο διατακτικό ποινές.", και εν συνεχεία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του μόνο εκείνα τα κριτήρια που προσιδιάζουν στο εκ μη συνειδητής αμέλειας έγκλημα, το οποίο δέχθηκε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και εκτίθενται στην περί της ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως.

Από πρόδηλη δε παραδρομή τέθηκε εσφαλμένα το άρθρο 308 παρ.1α ΠΚ. ότι, δηλαδή, η πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από την εν λόγω διάταξη, ενώ παρατίθεται και το άρθρο 28 ΠΚ. που προσήκει στα εξ αμελείας τελεσθέντα εγκλήματα, αντί του ορθού άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ. που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων.

Κατά συνέπεια, σε καμία περίπτωση, δεν δημιουργείται αντίφαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, το δικαστήριο την στήριξε μόνο σε εκείνα τα στοιχεία που προσιδιάζουν στο εκ μη συνειδητής αμέλεια έγκλημα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως-εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά ταύτα από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι εφαρμόσθηκε μεν η ορθή διάταξη του ποινικού νόμου που ρυθμίζει την επίδικη αξιόποινη πράξη, αλλά από παραδρομή παρατέθηκε η εσφαλμένη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ. Ωστόσο, εφόσον ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 514 εδάφιο τέταρτο Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, μπορεί, ακόμη και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει τα σχετικά άρθρα του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτά δεν έχουν παρατεθεί σε αυτή ή έχουν παρατεθεί εσφαλμένα, τούτο πολύ περισσότερο δικαιούται να πράξει και όταν ο αναιρεσείων είναι παρών.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να παραγγελθεί η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της ορθής διάταξης (514 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ) του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε, και να διαταχθεί η απάλειψη του προαναφερθέντος άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ. που δεν εφαρμόστηκε και εκ παραδρομής παρατέθηκε, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.4.2015 αίτηση του Β. (V.) Β. (V.) του Δ. (D.), κατοίκου ... (οδός ..., Παγκράτι) για αναίρεση της 1193/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΠΑΡΑΓΓΕΛΛΕΙ να παρατεθεί στην υπ’ αριθ. 1193/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στη σελίδα 37, το άρθρο που προβλέπει την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα το 314 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, αντί του εσφαλμένου 308 παρ. 1 α’ ΠΚ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ