Supreme Court dismisses appeal on building permit case, ruling lower court correctly applied zoning laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against the Second Instance Court of Larissa's decision regarding a building permit dispute. The appellants argued the lower court erred in assessing construction limits and failed to apply common sense regarding overbuilding, while the respondents contended their rights were not unduly harmed. The court rejected these claims, holding that the appellate court properly evaluated evidence and applied zoning regulations without violating substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52, 53 of the 1923 Urban Planning Law; Article 22 of Law 1577/1985; Article 1 of Law 1024/1971; Article 559(1) of the Urban Planning Code: An appeal is admissible only if substantive law rules were violated, including erroneous application or failure to apply rules when conditions existed, and common sense teachings are relevant only for legal interpretation or subsumption, not for evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1467/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Ι. Κ., 2 Κ. Ι. Κ. και 3 Ι. Κ. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χαρίλαο Κοψαχείλη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Α. Κ. και 2 Ε. Α. Κ. συζ. Γ. Λ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Παπασίμο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1118/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:288/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 52 και 53 του ν δ/τος της 17.7.1923 " περί σχεδίων πόλεων κλπ" και του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 ( ΓΟΚ ) όπως οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 377, 331 του κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, για την ανέγερση οικοδομής απαιτείται άδεια, της πολεοδομικής αρχής η οποία χορηγείται εφ' όσον η μελέτη που συνοδεύει τη σχετική αίτηση πληροί τους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής.
Στην έρευνα αυτή προβαίνει κατ' αρχήν η πολεοδομική αρχή βάσει των τεχνικών στοιχείων. Στην περίπτωση δε κατά την οποία βάσει της διάταξης του άρθρου 1 παρ.1 του ν/δ/τος 1024/1971 " περί διηρημένης ιδιοκτησίας συνίσταται επί ενιαίου οικοπέδου διηρημένη ιδιοκτησία, η οποία συνεπάγεται για κάθε συνιδιοκτήτη, την κτήση ιδιαίτερου δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης ορισμένου τμήματος του οικοπέδου για την ανέγερση αυτοτελούς οικοδομής επί του τμήματος αυτού , η έκταση των δικαιωμάτων κάθε συνιδιοκτήτη εν σχέσει προς την ανοικοδόμηση της αυτοτελούς οικοδομής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την πολεοδομική αρχή για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την κατανομή των οικοδομικών ωφελειών ή βαρών.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 2 § 1, 3, 4, 5, 13 Ν. 3741/1929, 1 § 1 και 3 Ν.Δ. 1024/1971, 1002, 117 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας (δηλαδή χωριστής ιδιοκτησίας επί περισσοτέρων οικοδομημάτων που ανεγείρονται σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένα για κάθε συνιδιοκτήτη τμήματα του κοινού οικοπέδου) ο συνιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να καλύψει, με την ανέγερση οικοδομής στο καθορισμένο για αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητας του επί του κοινού οικοπέδου, αφήνοντας δηλαδή ακάλυπτο το ποσοστό εκείνο το οποίο, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, είναι υποχρεωμένος να το αφήσει ανάλογα προς το εμβαδόν της ιδίας του ιδιοκτησίας, ακόμη δε και μη υπερβαίνοντας τον συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του, κατά τις σχετικές επίσης πολεοδομικές διατάξεις.
Αν παραβεί την ως άνω υποχρέωση του, ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή στην περίπτωση ιδίως που υπάρχει αδυναμία κατεδαφίσεως, αποζημίωση ίση. προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφάνειας που στερήθηκε. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ και συνίσταται στην αξία της παραπάνω επιφάνειας, ως προς την οποία και δημιουργείται στην περιουσία του κενό και όχι στην αξία του εδάφους, το οποίο, παρόλη την υπέρβαση, εξακολουθεί να του ανήκει.
Ειδικότερα, η ζημία συνίσταται στην αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών που στερήθηκε ο συνιδιοκτήτης, από την οποία όμως πρέπει να αφαιρεθεί τόσο η αξία των υλικών και λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης, όσο και η αξία του εδάφους που αντιστοιχεί σε αυτό, γιατί διαφορετικά θα γινόταν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η ζημία του θα υπολογιζόταν ανάλογα με την αξία πλήρως αποπερατωμένης οικοδομής, με το ανάλογο ποσοστό εδάφους, ενώ ούτε το ποσοστό Συγκυριότητας του έχασε, ούτε δαπάνη ανέγερσης της πλήρωσε.
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 498 και 498 ΑΚ εκείνος ο οποίος θα ζημιώσει άλλον παρανόμως και υπαιτίως υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Παράνομη ζημία υπάρχει όταν η παράβαση της διατάξεως ου νόμου επιφέρει προσβολή σε δικαίωμα του προσώπου ή συμφέρον του που προστατεύεται από τη διάταξη που παραβιάστηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1000 του ΑΚ, ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφ' όσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτου να το διαθέτει κατά την αρέσκειά του και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό. Δικαιούται επομένως, ο κύριος του πράγματος να εκμεταλλευτεί αυτό και να ωφελείται από όλες τις χρησιμότητες που το πράγμα μπορεί να του παράσχει.
Τέτοια χρησιμότητα οικοπέδου είναι και η ανοικοδόμησή του, η αποστέρηση δε του κυρίου του από τη νομική δυνατότητα ανοικοδομήσεώς του, χωρίς τη θέλησή του από τρίτον, συνιστά προσβολή της κυριότητας του επί του οικοπέδου. Είναι επομένως παράνομη και προκαλεί περιουσιακή ζημία εάν δε είναι και υπαίτια, δημιουργεί ευθύνη του τρίτου, να αποζημιώσει ον κύριο.
Τέτοια ευθύνη αποζημιώσεως από αδικοπραξία υπάρχει και όταν η αποστέρηση της νομικής δυνατότητας ανοικοδομήσεως προέρχεται από την παραβίαση από συγκύριο κάθετης ιδιοκτησίας του ποσοστού καλύψεώς του καθ' υπέρβαση του συντελεστή δομήσεως, γιατί και στην περίπτωση αυτή υπάρχει προσβολή του δικαιώματος της συγκυριότητας του καθέτου συνιδιοκτήτη που αποστερήθηκε τη δυνατότητα προς ανοικοδόμηση με βάση τα ποσοστά συγκυριότητάς του επί του ενιαίου οικοπέδου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριό της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα' ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. ... /18.6.1993 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αοτερ. Παπαγεωργίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό …, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων αδελφών, της μητέρας αυτών Ζ.
Ζ. του Α., χήρας Α. Κ. και του τρίτου εναγόμενου, συνιδιοκτητών εξ αδιαιρέτου του με αριθμό …οικοπέδου του με αριθμό …οικοδομικού τετραγώνου του πολεοδομικού σχεδίου της ... εμβαδού 299,60 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό ... και συνορεύει ανατολικά με την ιδιοκτησία Φ. και με την οδό ... δυτικά με την ιδιοκτησία Π.
Π., νότια με την οδό …και βόρεια με την ιδιοκτησία Ε. και Π. Π. , οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συνέστησαν στο εν λόγω κοινό οικόπεδο κάθετη οροφοκτησία και αφού χώρισαν αυτό σε δύο τμήματα αποκλειστικής χρήσης, όρισαν ότι το ένα από τα τμήματα αυτά, εμβαδού 168,29 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 561,73 χιλιοστά, θα περιέλθει στον τρίτο των εναγόμενων και το έτερο, εμβαδού 131,31 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 438,27 χιλιοστά, θα περιέλθει στους ενάγοντες και την ως άνω μητέρα τους κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας αυτών στην κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους Α. Κ., προηγούμενου συγκυρίου του κοινού οικοπέδου. Και τούτο με σκοπό να ανεγείρει κάθε συμβαλλόμενο μέρος στο οικοπεδικό του τμήμα αυτοτελή οικοδομή, ανάλογη με το ποσοστό συγκυριότητας του στο μείζον οικόπεδο και με βάση τους οριζόμενους από τις πολεοδομικές διατάξεις συντελεστές δόμησης και κάλυψης του οικοπέδου.
Προς αποτροπή δε ενδεχόμενης ματαίωσης ή περιορισμού του δικαιώματος ανοικοδόμησης των συνιδιοκτητών του ενός τμήματος από τους συνιδιοκτήτες του άλλου, όρισαν στο ίδιο συμβόλαιο ότι σε περίπτωση υπέρβασης των συντελεστών δόμησης και κάλυψης που αναλογούν στην ιδιοκτησία του ενός συνιδιοκτήτη, ο έτερος θα δικαιούται να ζητήσει την κατεδάφιση των καθ' υπέρβαση ανεγερθέντων κτισμάτων.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προσκομισθέντα έγγραφα και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Βάσει του συντελεστή δόμησης που είχε οριστεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, σε 2, για την περιοχή που βρισκόταν το επίδικο οικόπεδο και του ποσοστού κάλυψης που ανερχόταν σε 70%, ο τρίτος των εναγομένων είχε δικαίωμα να καλύψει το ανωτέρω περιελθόν σε αυτόν τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 168,29 τ.μ., με κτίσμα έκτασης 117,80 τ.μ.
και να ανεγείρει κτίσματα (ισόγειο και όροφοι) συνολικής επιφάνειας 336,58 τ.μ., ενώ οι ενάγοντες και η μητέρα τους είχαν δικαίωμα να καλύψουν το δικό τους τμήμα, εμβαδού 131,31 τ.μ., με κτίσμα έκτασης 91,92 τ.μ. και να ανεγείρουν κτίσματα 262,62 τ.μ. Οι ενάγοντες, μετά το θάνατο της μητέρας τους στις 13-3-2002, κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρία των 438,27 χιλιοστών του όλου οικοπέδου δυνάμει της με αριθμό ... /23.12.2003 πράξης της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Πύργου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό …, με την οποία αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά αυτής και δη το ιδανικό της μερίδιο επί του επίδικου οικοπέδου.
Στο οικοπεδικό τμήμα δε που περιήλθε σε αυτούς, υπήρχε ήδη κατά το χρόνο σύστασης της κάθετης οροφοκτησίας, διώροφη οικοδομή μετά δώματος, εμβαδού του ισογείου ορόφου (καταστήματος) 92,87 τ.μ., του πρώτου ορόφου (κατοικίας) 91,22 τ.μ. και του δώματος 19,53 τ.μ. και συνολικής επιφάνειας 203,62 τ.μ. και ως εκ τούτου βάσει του συντελεστή δόμησης απέμενε σε αυτούς να ανεγείρουν επιπλέον κτίσματα, συνολικής επιφάνειας 59 τ.μ (=262,62-203,62).
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να οικοδομήσουν επί πλέον 92,52 τ.μ., πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους: Η εξωτερική σκάλα της οικοδομής τους εμβαδού 5,83 τ.μ. πράγματι δεν προσμετρείται στο συντελεστή δόμησης διότι είναι εξωτερική και προορισμό έχει την επικοινωνία των ορόφων της οικοδομής τους (άρθρο 7 παρ. 1 ν.1577/1985 -ΓΟΚ).
Αντίθετα, η επιφάνεια του δώματος, εμβαδού 19,53 τ.μ., προσμετρείται διότι πρόκειται για κλειστό και στεγασμένο χώρο. Επομένως δεν εμπίπτει σε κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 7 του ΓΟΚ εξαιρέσεις για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης. Το επιχείρημα των εναγόντων" ότι δεν πρέπει να προσμετρηθεί' διότι πρόκειται για ειδικό κτίσμα, στο οποίο έχουν τοποθετηθεί ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, και γι' αυτό πρόκειται να κατεδαφιστεί μελλοντικά κατά την ανοικοδόμηση προσθήκης, δεν ευσταθεί δεδομένου ότι η οικοδομή τους (άρα και το δώμα που την εξυπηρετεί) έχει ως κύριο προορισμό την κατοικία.
Δεν συνιστά, επομένως, ειδικό κτίριο κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 21 του ΓΟΚ. Η δε μελλοντική και άρα πιθανή κατεδάφιση του δεν αναιρεί το γεγονός ότι στην παρούσα κατάσταση συνιστά κτίσμα κλειστό και στεγασμένο και άρα υπολογίσιμο για την εξεύρεση του συντελεστή δόμησης. Τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη αναφορικά με το εμβαδόν των κτισμάτων που απομένουν στους ενάγοντες και επομένως ορθά και το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Γι' αυτό ο αντίθετος σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγόντων (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τρίτος των εναγομένων με τη με αριθμό ... /6-4-1994 πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αστερ. Παπαγεωργίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό … συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία επί μιας διώροφης οικοδομής που επίσης προϋπήρχε εντός του περιελθόντος σε αυτόν οικοπεδικού τμήματος και επί των μελλόντων να ανεγερθούν σε αυτήν άλλων δύο ορόφων.
Με το συμβόλαιο δε αυτό, αλλά και με το επίσης νόμιμα μεταγραμμένο (τόμ. …, αρ…) υπ' αριθ. ... /6.4.1994 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων γιους του αντίστοιχα, παρακρατώντας υπέρ του την εφόρου ζωής επικαρπία, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής αυτής και συγκεκριμένα στον μεν πρώτο των εναγομένων μεταβίβασε τις με στοιχεία 1-1 (κατάστημα ισογείου ορόφου), Α1 (διαμέρισμα πρώτου ορόφου), Α2 (μέλλον να αναγερθεί διαμέρισμα του πρώτου ορόφου) και Γ1(μέλλον να ανεγερθεί διαμέρισμα του τρίτου ορόφου) οριζόντιες ιδιοκτησίες, στο δε δεύτερο εξ αυτών τις με στοιχεία 1-2 (κατάστημα ισογείου ορόφου), 1-3 (μέλλον να ανεγερθεί κατάστημα του ισογείου ορόφου), Β1 (μέλλον να ανεγερθεί διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και Γ2 (μέλλον να ανεγερθεί διαμέρισμα του τρίτου ορόφου) οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Κατόπιν τούτων και αφού οι εναγόμενοι πέτυχαν την έκδοση στο όνομα των δύο πρώτων εξ αυτών της με αριθμό ... /26.11.1993 οικοδομικής άδειας ανέγερσης προσθήκης κατ' επέκταση και καθ' ύψος στην ως άνω υπάρχουσα στο τμήμα του οικοπέδου τους διώροφη οικοδομή, προέβησαν από κοινού στην κατασκευή κτίσματος με ισόγειο και τρεις ορόφους, συνολικής επιφάνειας 577,38 τ.μ.
καλύπτοντας έκταση 139,84 τ.μ. Έτσι επαύξησαν τη δόμηση τους που δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 336,58 τ.μ κατά 240,8 τ.μ. (= 577,38 - 336,58) και την κάλυψη τους που δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 117,80 τ.μ. κατά 22,04 τ.μ. (= 139,84 -117,80), με αποτέλεσμα να αποστερήσουν τους ενάγοντες από τη δυνατότητα τους να ανεγείρουν στη δική τους χωριστή οικοδομή, με προσθήκη καθ' ύψος, όροφο, συνολικού εμβαδού 59 τ.μ.
που αντιστοιχεί στην προαναφερόμενη επιφάνεια, που επιτρέπεται σε αυτούς να ανοικοδομήσουν επιπλέον των κτισμάτων που έχουν ήδη οικοδομήσει, μέχρι εξάντλησης του αναλογούντος στη δική τους κάθετη οροφοκτησία συντελεστή δόμησης. Από τα ανωτέρω 240,8 τ.μ. της καθ' υπέρβαση δόμησης αναλογούν στον πρώτο εναγόμενο (ψιλό κύριο) 120,74 τ.μ., στο δεύτερο εναγόμενο (επίσης ψιλό κύριο) 1210,06 τ.μ.
και στον τρίτο εναγόμενο το σύνολο αυτών (240,8 τ.μ.), (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης σελ. 35), ενόψει του ότι ως επικαρπωτής των ιδιοκτησιών αυτών έχει όμοιας έκτασης κατά το περιεχόμενο δικαίωμα προς εκείνο των ιδιοκτητών κατά το άρθρο 1142ΑΚ (ΑΠολομ 8/2002) Οι εναγόμενοι περάτωσαν την κατασκευή της οικοδομής τους το έτος 2000 περίπου, οι δε ενάγοντες πληροφορήθηκαν την πραγματοποιηθείσα από τους εναγόμενους υπέρβαση στις αρχές του έτους 2003, όταν και επιδίωξαν να ανεγείρουν επιπλέον όροφο στην οικοδομή τους.
Η κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας κατασκευή αυτή των εναγομένων κρίθηκε αυθαίρετη με τη με αριθμό ... /11.12.2003 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Καλαμπάκας την οποία τους επιβλήθηκαν και τα αναλογούντα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης. Αποδείχθηκε δε ότι οι εναγόμενοι με πρόθεση προέβησαν στην κατασκευή της αυθαίρετης οικοδομής, αφού η οικοδομή που τελικά κατασκεύασαν ήταν κατά πολύ διαφορετική της προβλεπόμενης στην ως άνω οικοδομική τους άδεια, στην οποία η προβλεπόμενη δόμηση και κάλυψη της οικοδομής τους ήταν κατώτερη των επιτρεπομένων ορίων και δη 314,87 τ.μ.
δόμηση και 10,34 τ.μ. κάλυψη (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σελ. 24-29 και τη με αριθμό ... /1993 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Καλαμπάκας). Η συμπεριφορά δε αυτή των εναγόμενων, πέραν του ότι συνιστά αθέτηση της υποχρέωσης που ανέλαβαν με τη σύμβαση σύστασης της οροφοκτησίας (οι δύο πρώτοι των εναγόμενων ως δεσμευόμενοι ειδικοί διάδοχοι του συμβληθέντος στη συμφωνία τρίτου εναγόμενου), στοιχειοθετεί την αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, ενόψει του ότι αυτοί με πρόθεση, κατά τα προαναφερόμενα, προσέβαλαν κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων τη συγκυριότητα των εναγόντων επί της οικοδομής τους, αποστερώντας τους τη δυνατότητα ανοικοδόμησης της και τους προκάλεσαν περιουσιακή ζημία" μειώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία τους.
Επομένως, αν δεν είχε μεσολαβήσει η, κατά τα άνω, αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια ενέργεια των εναγομένων να ανεγείρουν κτίσματα, μεγαλύτερα από το επιτρεπόμενο και το αναλογούν στην ιδιοκτησία τους ποσοστό δόμησης, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ανεγείρουν κτίσμα (πέραν αυτού που έχουν) εμβαδού 59 τ.μ.
Η εμπορική αξία του απολεσθέντος αυτού δικαιώματος οικοδόμησης, ήτοι η αξία ενός κτίσματος επιφάνειας 59 τ.μ., εν όψει της θέσης του οικοπέδου στο κέντρο της πόλης της …και των λοιπών αυτού ατομικών στοιχείων (έκτασης, ύπαρξης συνιδιοκτησίας κλπ), ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο που οι εναγόμενοι ολοκλήρωσαν την ανέγερση της οικοδομής (2000), οπότε εκ των πραγμάτων πραγματώθηκε η υπέρβαση του συντελεστή δόμησης της και επήλθε η αντίστοιχη ζημία των εναγόντων, στο ποσό των 800 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου η αγοραία τιμή πώλησης ανά τ.μ. των διαμερισμάτων στην επίδικη περιοχή ανέρχεται κατά το χρόνο σύνταξης αυτής (2007) σε 1.200 ευρώ), λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες δεν απώλεσαν το αντιστοιχούν στο κτίσμα αυτό ποσοστό συγκυριότητας τους επί του εδάφους, το οποίο παρά την υπέρβαση εξακολουθεί να τους ανήκει Για τον υπολογισμό της ζημίας των εναγόντων από το ποσό αυτό πρέπει περαιτέρω να αφαιρεθεί η αξία των υλικών και των λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης (συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής του μηχανικού και των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων), η οποία κατά τον ίδιο ως άνω κρίσιμο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Έτσι, η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από την ανωτέρω αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγόμενων ανέρχεται στο ποσό των 35.400 (800€-200€Χ59 τ.μ.) ευρώ. Τέλος, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία του είδους και της έκτασης της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, του βαθμού και του είδους της υπαιτιότητας των εναγομένων και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη από την ανωτέρω αδικοπραξία και πρέπει να τους επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 8.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο κατά τα ανωτέρω την αγωγή ορθά εφάρμοσε τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ήτοι των άρθρων 914, 932, 297- 299 του ΑΚ 52 και 53 του ν δ/τος της 17.7.1923 " περί σχεδίων πόλεων κ.λ.π" και του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 ( ΓΟΚ 1905-Α'210) όπως οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 327 -331 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης ευθέως από το Εφετείο των διατάξεων αυτών, διότι η κάλυψη από συνιδιοκτήτη διηρημένης ιδιοκτησίας μεγαλύτερου ποσοστού, από τον ανήκοντα σ' αυτόν συντελεστή δόμησης δεν επιφέρει στέρηση του δικαιώματος δόμησης για άλλο συνιδιοκτήτη, ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ενόσω το καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης οικοδόμημα, είναι υποχρεωμένη η αρμόδια πολεοδομική αρχή να το κρίνει κατεδαφιστέο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.18 εδ.δ', ν. 1577/1985 ΓΟΚ Για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο, δεν προσμετρώντας κλίμακες κινδύνου εφόσον κατασκευάζονται σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 και κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ 18 εδ.
θ ιδίου νόμου, για τον ίδιο ως ανωτέρω υπολογισμό, δεν προσμετράται η επιφάνεια κυρίως κλιμάκων η πέρα από τις ελάχιστες διαστάσεις που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις και έως το 50 των διαστάσεων αυτών. Εξ' άλλου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ έπρεπε , ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εξωτερική σκάλα της οικοδομής τους εμβαδού 5,83 τμ, δεν προσμετρείται συντελεστή δόμησης, διότι είναι εξωτερική και προορισμό έχει την επικοινωνία των ορόφων της οικοδομής τους (άρθρο 7 παρ.1 εδ. θ ν. 1577/1985 .ΓΟΚ). Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποία προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δεν προσμέτρησε στο συντελεστή δόμησης τη μοναδική κλίμακα της διώροφης οικοδομής των αναιρεσιβλήτων και εμφανίσθηκε κατ' ανάλογο ποσοστό αυξημένο το ελλείπον για τη συμπλήρωση του επιτρεπτού ποσοστού κάλυψης της κάθετης ιδιοκτησίας τους, είναι απορριπτέος κατά το ως άνω μέρος, ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 8 εδ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ω ς πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι λόγοι της έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ή πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως τους ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί την επέλευση ης ζημίας και την έκταση αυτής κατά ποσοστό 95% καθόσον, αν και γνώριζαν τις πολεοδομικές υπερβάσεις κατά την ανέγερση της οικοδομής μεταξύ των ετών 1993 -1998 σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν προς την πολεοδομία και σε ουδέν ένδικο βοήθημα προσέφυγαν.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα ως ανωτέρω ένσταση με το σχετικό της εφέσεως λόγο και την απέρριψε κατ' ουσία. Επειδή κατ' άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν, η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προήχθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή τους κατά τις περί δικαίου και ηθικής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Αντικειμενική δε καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφ' όσον αυτή έρχεται σε προφανή δηλ. έκδηλη αντίθεση προς αυτά. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο παρέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο, έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστάσεων που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων τ' ακόλουθα :
Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν παρίσταται ως καταχρηστική η ένδικη αξίωση των εναγόντων, αφού από το χρόνο που έλαβαν γνώση της ένδικης αυθαιρεσίας των εναγόμενων άμεσα (εντός έτους) προέβησαν στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες γνώριζαν τις παραβάσεις των εναγομένων από το χρόνο αποπεράτωσης της οικοδομής (2000) και πάλι το χρονικό διάστημα μέχρι την έγερση της αγωγής (2003) είναι σχετικά μικρό και συνεπώς όχι ικανό για να δημιουργήσει στους τελευταίους την εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα τους.
Το γεγονός ότι εκφράσθηκαν θετικά για την οικοδομή των εναγομένων, πράγμα το οποίο ήταν φυσικό λόγω του συγγενικού δεσμού και της γειτονίας τους και χωρίς βέβαια να γνωρίζουν ούτε να υποπτεύονται ότι οι συνιδιοκτήτες του οικοπέδου συγγενείς τους οικοδομούσαν σε ποσοστό μεγαλύτερο από ότι είχαν δικαίωμα, δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει στους εναγόμενους την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσαν το ένδικο δικαίωμα τους και ότι δεν θα επιδίωκαν στο μέλλον την ανέγερση στο κοινό οικόπεδο οικοδομής σύμφωνα με το νόμιμο δικαίωμά τους.
Τέλος ούτε η κατά τα άνω ικανοποίηση της αγωγικής αξίωσης θα έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τους εναγόμενους οι οποίοι εν τέλει ευνοήθηκαν από την υπέρβαση του συντελεστή δόμησης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο δεύτερος της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος διότι το Εφετείο απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ. ένσταση των αναιρεσειόντων α) με αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι προ του έτους 2000 αγνοούσαν την υπέρβαση του συντελεστή δόμησης στη συνέχεια δέχεται ότι εκφράσθηκαν θετικά για την κατασκευή της σε χρόνο προγενέστερο της γνώσης τους για υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν θα έχει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τους αναιρεσείοντες καίτοι η ευδοκίμηση της αγωγής ως αποτέλεσμα έχει την καταβολή επί αξίας κατασκευής του επί πλέον του συντελεστή δόμησης οικοδομήματος δύο φορές είναι απορριπτέος αναφορικά με την υπό στοιχείο ά αιτίαση ως αβάσιμος, διότι οι ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν, και αναφορικά με την υπό στοιχείο β αιτίαση, διότι υπό την επίφαση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμελείας, πλήττεται περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων .
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.
β'του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο , προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι από ένα μέσης συνέσεως κοινωνικό άτομο θα ήσαν αμέσως διαγνώσιμη η υπέρβαση του ορίου κάλυψης και του συντελεστή δόμησης στην κατασκευαζόμενη από τους αναιρεσείοντες οικοδομή με βάση το συμφωνημένο συντελεστή δόμησης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως ανωτέρω μέρος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο κατά τα προαναφερόμενα αναφορικά με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες από το άρθρο 281ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 3.11.2011 αίτηση αναιρέσεως ης 445/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό ( άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.11.2011 αίτηση για αναίρεση της 445/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ