1467/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1833/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/6/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1467/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1467/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "NOVART-ΠΗΓΗ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Τσαχτσαρλή και Ιωάννη Νικολαΐδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Πετρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1833/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 30/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ιδρύθηκε την 7.11.1980 και έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία ειδών ύδρευσης, θέρμανσης, φυσικού αερίου κλπ.
Είναι από τις υγιέστερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου στην Ελλάδα με ευρύτατο κύκλο εργασιών, έχει έδρα την ... και στεγάζεται σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις επί της Εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας (... χιλιόμετρο), συνολικής έκτασης 3.275 τ.μ., με ιδιόκτητες αποθήκες στην ίδια Εθνική οδό στο ύψος των ..., συνολικής έκτασης 3.372 τ.μ.
και κατά το έτος 2006 είχε τζίρο 20.012.326 ευρώ. Έχει τρεις διευθύνσεις: Την Διεύθυνση Χονδρικής Πώλησης των παραγομένων ειδών, την Διεύθυνση Λιανικής Πώλησης και την Διεύθυνση Έργων, οι οποίες υπάγονται στον Διευθύνοντα Σύμβουλό της Ν. Τ.. Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίστηκε την 20.8.2001 μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), ο τελευταίος προσελήφθη ως διευθυντής του τμήματος πωλήσεως (χονδρικής) των προϊόντων της πρώτης, αντί μηνιαίου μισθού 770.000 δρχ., και δεν μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ούτε ασκούσε επί του προσλαμβανομένου στο τμήμα του κατόπιν εισήγησής του ολιγάριθμου προσωπικού της τα δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, όπως χορήγηση αδειών, πληρωμή μισθού, δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και καταβολή αποζημίωσης, ενώ ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο (από 09:00 μέχρι 17:00) τις πέντε πρώτες ημέρες της εβδομάδος και να ακολουθεί τις εντολές και τις οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και ιδία του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, Ν.
Τ., μέσα στις γενικότερες επιχειρηματικές αρχές και κατευθύνσεις που αυτή είχε επιλέξει. Ασχολείτο με τη δημιουργία και τη διεύρυνση δικτύου πελατών (εμπόρων-μεταπωλητών) της αναιρεσείουσας στην περιοχή της Αττικής και σε επαρχιακές πόλεις της Ελλάδος, όπου και διανυκτέρευε. Επίσης μετέβαινε ορισμένες φορές στην Τουρκία για την εξεύρεση πελατών και προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, είσπραξη οφειλών πελατών από αγορές που είχαν προηγηθεί, παράδοση διαφημιστικών εντύπων κλπ.
Παρείχε σύντομη ενημέρωση στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Ν. Τ. από τον οποίο δεχόταν οδηγίες για τις ενέργειες του, συντόνιζε το προσωπικό του τμήματός του και έκανε μόνο εισηγήσεις για προσλήψεις ή απολύσεις, χωρίς να έχει την εξουσία να προβαίνει ο ίδιος σ' αυτό ή να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές πώλησης των προϊόντων της εναγομένης.
Η συμβολή του στην τήρηση της εμπορικής πολιτικής της εναγομένης ήταν ουσιαστική, πλην αυτός δεν είχε αποφασιστική πρωτοβουλία στην χάραξή της και στη λήψη αποφάσεων στρατηγικού χαρακτήρα, περιοριζόμενος μόνο ως προς τους οικονομικούς στόχους της, για εξεύρεση πελατών προς προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, χωρίς ευρύτερες αρμοδιότητες σε ολόκληρη την επιχείρηση ή σε σημαντικό τμήμα αυτής ώστε να επηρεάζεται αποφασιστικά από τις δραστηριότητες του η πορεία και η εξέλιξη της επιχείρησης της εναγομένης ως προς τους οικονομικούς στόχους της, αρμοδιότητα, την οποία είχαν ο οικονομικός διευθυντής Φ.
Κ. και ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ν. Τ.. Κατά την επίδικη χρονική περίοδο ο ενάγων ελάμβανε μηνιαίο μισθό (μετά των νομίμων κρατήσεων μικτά) από 20.8.2001 έως 28.2.2002, 770.000 δρχ. ή 2.260 ευρώ, από Μάρτιο 2002 έως και Φεβρουάριο 2003, 3.000 ευρώ, από Μάρτιο 2003 έως και Απρίλιο 2004, 4.500 ευρώ, από Μάιο 2004 έως και Μάϊο 2005, 4.680 ευρώ και από Ιούνιο 2005 έως και την 2 Φεβρουαρίου 2006, οπότε απεχώρησε, 4.868 ευρώ συμπεριλαμβανομένου στα ποσά αυτά και του 10% του bonus επί των κερδών της επιχείρησης.
Κατά τα έτη 2004 και 2005 ο αντικαταστήσας τον ενάγοντα στη θέση του εμπορικού διευθυντή Χ. Χ., ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές 4.000 ευρώ και 4.200 ευρώ αντίστοιχα. Οι προαναφερόμενοι μισθοί του ενάγοντος ιδίως των δύο τελευταίων, προ της αποχώρησής του, ετών, οι οποίοι είναι πολύ μεγαλύτεροι από τους ελάχιστους νόμιμους μισθούς των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας των διευθυντών πωλήσεων στις εμπορικές επιχειρήσεις, στις οποίες αυτός συμβατικά υπήχθη, και σημαντικά ανώτεροι από τους μισθούς των άλλων μέσης στάθμης υπαλλήλων της εναγομένης, που στερούνται εμπειρίας και ειδικών γνώσεων του αντικειμένου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, ανταποκρίνονται στους συνήθεις μηνιαίους μισθούς υπαλλήλου μέσης κατηγορίας με προϋπηρεσία γνώσεις και επαγγελματική εμπειρία όπως ο ενάγων και όχι διευθυντικού στελέχους μεγάλης επιχείρησης όπως η εναγομένη, με ετήσιο τζίρο δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τους κανόνες της καλής πίστης , της κοινής πείρας και της λογικής, ο ενάγων δεν κατείχε θέση εποπτείας ή διευθύνσεως της επιχείρησης της εναγομένης κατά την έννοια του άρθρου 2 της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας της Ουάσιγκτων αλλά τοιαύτη υπαλλήλου και συνεπώς δεν εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργασιακής νομοθεσίας περί χρονικού ορίων εργασίας, αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση (νόμιμη και παράνομη), αποζημίωσης άδειας και επιδόματος άδειας και αποζημίωσης για παρασχεθείσα εργασία εκτός έδρας.
Όπως προαναφέρθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης εργαζόταν με πενθήμερο σύστημα εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή με κανονικό ημερήσιο ωράριο οκτώ ωρών (από 09:00 έως 17:00). Στην πραγματικότητα όμως αυτός εργαζόταν σταθερά περισσότερες ώρες και συγκεκριμένα εργαζόταν συνολικά 50 ώρες την εβδομάδα, από τις οποίες οι 40 ώρες ήταν το κανονικό ωράριο και οι υπόλοιπες 10 ώρες αποτελούν ιδιότυπη και παράνομη υπερωρία για τις οποίες αυτός δεν έλαβε κανένα ποσό, παρόλο ότι στη σύμβαση εργασίας προβλέπεται η καταβολή υπερωριακής αμοιβής σε περίπτωση υπέρβασης του ωραρίου των 40 ωρών την εβδομάδα.
Ακόμη, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια για αποζημίωση για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές αφού δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο ενάγων εξαναγκάστηκε προς τούτο ενόψει του ότι δεν είχαν ανακύψει ανάγκες της επιχείρησης, ώστε να ήταν απαραίτητη και αναπόφευκτη η παροχή εργασίας κατά τις ημέρες αυτές από τον ίδιο ... .
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη περί τα τέλη του έτους 2005, προέβη σε αναδιάρθρωση του οργανογράμματος της και αναδιανομή των θέσεων, ορίζοντας Διευθυντή πωλήσεων Χονδρικής τον Χ. Χ. και Σύμβουλο έρευνας και Ανάπτυξης-Ειδικές Αποστολές- τον ενάγοντα, κατά δε την αποχώρηση τούτου, ορίστηκε νέος σύμβουλος Διοίκησης, ο υιός του Διευθύνοντος Συμβούλου και ιδιοκτήτης της εναγομένης Α.
Τ.. Τη θέση αυτή ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε, διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό με την από 2.2.2006 εξώδικη δήλωση του, την οποία επέδωσε νομοτύπως στην εναγομένη, συνάμα δε αποχώρησε από την Υπηρεσία της, παραδίδοντας το κινητό τηλέφωνο που του είχε δώσει η τελευταία. Με την ενέργεια αυτή της εναγομένης περιορίστηκαν σημαντικά οι αρμοδιότητες του ενάγοντος, αφού του αφαιρέθηκε η διεύθυνση της χονδρικής πώλησης των προϊόντων της και του ανατέθησαν τα καθήκοντα του απλού Συμβούλου, τα οποία είναι σαφώς υποδεέστερα από εκείνα που ασκούσε προηγουμένως, με συνέπεια τον υποβιβασμό της θέσης του, που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης και κατ' επέκταση (συνεπάγεται) την ηθική και υλική μείωσή του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δεν εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για υπερεργασία και για υπερωριακή εργασία. Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 392/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, και εξαφάνισε την τελευταία αυτή απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 24-4-2006 αγωγή του και επιδίκασε σ' αυτόν τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για υπερωριακή απασχόληση, άδεια, αποζημίωση αδείας, αναλογία επιδόματος (δώρου) Πάσχα και αποζημίωση απόλυσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την ως άνω έννοια, ώστε να εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί ετήσιας άδειας με αποδοχές κλπ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 20-8-2001 και εφεξής μέχρι τις 2-2-2006, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ένδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου λύθηκε ύστερα από σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως αυτής από τον τελευταίο, αλλά και εμφανίζονται αντιφάσεις μεταξύ των περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά το εν λόγω από 20-8-2001 και εφεξής μέχρι 2-2-2006 χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος κατείχε τη θέση του διευθυντή του τμήματος χονδρικής πωλήσεως στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και να ακολουθεί τις εντολές και οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας μέσα στις γενικότερες επιχειρηματικές αρχές και κατευθύνσεις που αυτή είχε επιλέξει χωρίς να ασκεί επί του προσωπικού δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, παρά ταύτα δέχεται στη συνέχεια ότι ασκούσε τα σημαντικότατα καθήκοντα που πιο πάνω αναφέρονται και ακόμη συντόνιζε το προσωπικό που ανήκε στο τμήμα του και έκανε εισηγήσεις για προσλήψεις ή απολύσεις, έχοντας ουσιαστική συμβολή στην τήρηση της εμπορικής πολιτικής της αναιρεσείουσας και συμβάλλοντας σημαντικά με τις δραστηριότητές του στους οικονομικούς στόχους της, καθήκοντα δηλαδή, που υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να του προσδώσουν την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", έστω και αν δεν είχε αποφασιστική πρωτοβουλία στη χάραξή της, ενεργώντας όμως πάντοτε σε στενή συνεργασία με τον οικονομικό διευθυντή και υπό τις οδηγίες των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας.
Δεν διευκρινίζει ακόμη το Εφετείο αν ο αναιρεσίβλητος ελεγχόταν με κάποιο τρόπο ως προς την ώρα προσελεύσεως στην αναιρεσείουσα και την ώρα αποχώρησής του από αυτήν, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν παρεχόταν σ' αυτόν ανεξαρτησία αναφορικά με το χρόνο εργασίας του και τα χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία θα έπρεπε, κατά τη σύμβαση εργασίας, να παρέχεται η εργασία του αυτή, ως ένα πρόσθετο μερικότερο στοιχείο για τη διαπίστωση του αν πράγματι αυτός είχε ή δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".
Εξάλλου, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το χαρακτηρισμό του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου που δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου" το ότι δεν μετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας. Ακόμη το Εφετείο, παρά το ότι δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ασκούσε επί του προσωπικού της αναιρεσείουσας δικαιώματα που αρμόζουν σε εργοδότη, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό του τμήματός του, χωρίς όμως και να διευκρινίζει μέχρι ποιο σημείο έφθανε η σχετική αρμοδιότητά του.
Τέλος, παρά το ότι το Εφετείο δέχεται ότι οι ως άνω μισθοί, που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο κατά το ένδικο (από 20-8-2001 έως 2-2-2006) χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε την ιδιότητα του διευθυντή πωλήσεων, ήταν πολύ ανώτεροι από τους ελάχιστους νόμιμους μισθούς, που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους πωλητές εμπορικών επιχειρήσεων, και σημαντικά ανώτεροι από τους μισθούς των άλλων μέσης στάθμης υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, εν τούτοις στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι το ύψος των μισθών αυτών, που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο, δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριό του για το χαρακτηρισμό του τελευταίου ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", επειδή οι μισθοί αυτοί ανταποκρίνονται στους συνήθεις μηνιαίους μισθούς υπαλλήλου μέσης κατηγορίας με προϋπηρεσία, γνώσεις και εμπειρία, όπως ο αναιρεσίβλητος, αιτιολογία όμως η οποία, ενόψει των ως άνω λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως μη επαρκής και συγχρόνως και αντιφατική.
Τέλος, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη περί τα τέλη του έτους 2005, όρισε Διευθυντή πωλήσεων Χονδρικής τον Χ. Χ. και Σύμβουλο έρευνας και Ανάπτυξης-Ειδικές Αποστολές- τον αναιρεσίβλητο, στη συνέχεια δέχεται ότι με την ενέργεια της αυτή ανατέθηκαν στον τελευταίο καθήκοντα σαφώς υποδεέστερα από εκείνα που ασκούσε προηγουμένως, με συνέπεια τον υποβιβασμό της θέσης του, που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, χωρίς να εξηγεί σε τι συνίσταντο τα υποδεέστερα καθήκοντα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (όπως αυτός συμπληρώνεται και διευκρινίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, στον οποίο περιλαμβάνονται κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αφενός και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αφετέρου, αντιστοίχως, επί του πιο πάνω ζητήματος, που αφορά το αν ο αναιρεσίβλητος είχε ή όχι την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, είναι βάσιμος.
Ομοίως και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ενιαίως εξεταζόμενος με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1833/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 3403/2008 απόφασή του.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ