Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest regarding incidental insurance company defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a lower court judgment involving a motor insurance dispute. The court ruled that the third appellant, X3, had no legal interest in appealing the decision against the incidental defendant, the National Insurance Company, which had lost the specific claim brought by X3. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 556 of the Code of Civil Procedure, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556 para. 2 KPolD; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, which must be explicitly claimed in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1467 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1467/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) X1, 2) X2, 3) X3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρασιανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2000 αγωγή των υπό στοιχεία 1-4 ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 7/12/2000 και 4/1/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές της 5ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 8/1/2001 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 5/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ ο διάδικος που νίκησε έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο αν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, η ασκηθείσα από την τρίτη αναιρεσείουσα Χ3 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πέμπτης αναιρεσιβλήτου - παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ηττήθηκε, με την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής της κατά της ως άνω αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτη και για το λόγο αυτό απορριπτέα, αφού η προαναφερθείσα αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αναίρεσης κατά της ηττηθείσας ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της. Ιστορική βάση της αγωγής είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 7-12-2000 κύριας αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, πλην άλλων, ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο από αμέλεια των πρώτου και τέταρτου των εναγομένων, που οδηγούσαν ο μεν πρώτος το υπ' αριθ.
ΙΗ 8806 δίκυκλο μοτοποδήλατο ο δε δεύτερος την υπ' αριθ. ΧΧΡ 105 δίκυκλη μοτοσικλέτα, επήλθε σύγκρουση την ως οχημάτων τη στιγμή κατά την οποία ο μεν πρώτος επιχείρησε απροειδοποίητα στροφή προς τα αριστερά ο δε δεύτερος υπέρβαση του προπορευομένου μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο Ανδρέας Αγγελάκης (γιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών) που επέβαινε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα.
Γι' αυτό και ζήτησαν οι κυρίως ενάγοντες να υποχρεωθούν οι εναγομένοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωση (έξοδα κηδείας, τάφου κ.λ.π.) τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, αναφορικά με την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος (κυρίως εναγομένου) Χ1, είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση αμέλειας τούτου κατά την οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα παραδεκτά από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, λόγω μη ειδικότερης εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αμέλεια του ανωτέρου αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) ο οδηγός που πλησιάζει το ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.
Κατά δε το άρθρο 2 του ως άνω νόμου ισόπεδος οδικός κόμβος είναι κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στη επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Το ... μοτοποδήλατο, οδηγούμενο από τον τότε ανήλικο ΑΑ (πρώτο εναγόμενο) εκινείτο στην επαρχιακή οδό ...-..., που ήταν διπλής κατευθύνσεως με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση στο μέσον του οδοστρώματος και κατά μήκος αυτού, έχοντας κατεύθυνση προς ... .
Πίσω από το μοτοποδήλατο εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση μ' αυτό η ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον τότε ανήλικο Χ1 (τέταρτο εναγόμενο) στην οποία συνεπέβαινε και ο ανήλικος ΒΒ. Αμφότεροι οι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων εστερούντο άδειας οδηγήσεως αυτών. Όταν το μοτοποδήλατο έφθασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ...-...
συμβάλλεται με ανώνυμη δημοτική οδό, ο οδηγός αυτού από αμέλεια, συνισταμένη στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, επιχείρησε στροφή αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην ανώνυμη δημοτική οδό, χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατευθύνσεως (φλας) και επί πλέον επιχείρησε την εν λόγω στροφή τη στιγμή κατά την οποία οδηγός της ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας, που εκινείτο πίσω από το μοτοποδήλατο του, ετοιμάζονταν να τον προσπεράσει από τα αριστερά προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του προς ... . Έτσι παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου στο ύψος του πίσω τροχού, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί από τη θέση του ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας ΒΒ, ο οποίος κατά την πτώση του στο οδόστρωμα υπέστη βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του, στις 25.1.1999 στο Νοσοκομείο Ηρακλείου Κρήτης όπου νοσηλεύονταν.
Με τις ως άνω ενέργειες και παραλείψεις του ο οδηγός του μοτοποδηλάτου παρέβη τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 21 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2094/1992), που ίσχυε κατά τον χρόνο που έγινε το εν λόγω ατύχημα, σύμφωνα με τις οποίες ο οδηγός που προτίθεται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού που κινούνται πίσω του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν (παράγραφος 1) και ότι πριν από κάθε αλλαγή κατεύθυνσης (παράγραφος 2).
Συνυπαίτιος όμως της εν λόγω σύγκρουσης και του συνεπεία αυτής θανάσιμου τραυματισμού του συνεπιβαίνοντος στην μοτοσυκλέτα ΒΒ υπήρξε και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας καθόσον από αμέλεια, συνισταμένη στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ενώ επλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, ως είχε υποχρέωση να πράξει συμμορφούμενος με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλά κινούμενος με την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε τα 80 χιλιόμετρα την ώρα και επί πλέον στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα και αριστερά της υπάρχουσας στο μέσο του οδοστρώματος και κατά μήκος αυτού διπλής διαχωριστικής γραμμής κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 8α του ιδίου Κώδικα, δεν μπόρεσε να διακόψει την πορεία του τη στιγμή κατά την οποία παρεμβάλλονταν σ' αυτή το μοτοποδήλατο που εκτελούσε στροφή αριστερά και είχε προτεραιότητα διέλευσης από τον οδικό κόμβο, καθόσον η μοτοσυκλέτα εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αφού αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντα για το ατύχημα.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην πιο πάνω απόφαση ότι το ανωτέρω αναιρεσείων από αμέλειά του δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, παρότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ότι εκινείτο με ανεπίτρεπτη για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε τα 80 χλμ και ότι επιχείρησε υπέρβαση του προπορευομένου οχήματος και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρά την ύπαρξη στο οδόστρωμα διπλής συνεχούς διαγράμμισης.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινισθεί περαιτέρω το είδος του οδικού κόμβου στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει το μοτοποδήλατο ούτε ο λόγος για τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης το προπορευόμενο μοτοποδήλατο, αλλ' ούτε αν οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι ανέφεραν στην αγωγή τους ή όχι ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα όχι με σύνεση, ενώ διευκρινίζεται στην απόφαση σε τι συνίσταται η μη συνετή οδήγηση του αναιρεσείοντος αυτού και αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του τελευταίου αυτού αναιρεσείοντος και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, δεν υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις πλημμέλειες που του αποδίδονται από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, οι δεύτερος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙV. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι κατά σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς κάθε αποδεικτικό μέσο. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι δέχθηκε συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος (λόγω υπερβολικής ταχύτητας και μη ρυθμίσεως αυτής ενόψει οδικού κόμβου) χωρίς απόδειξη. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι των χωρίς όρκο καταθέσεων των εναγομένων, της υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσης των αναφερομένων σ' αυτή μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση τα διάδικα μέρη. Κατόπιν τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
V. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ. ΑΠ 1/1996, 3/1997) Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 1/1991).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται από τους αναιρεσείοντες το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και δη τα περιστατικά που δέχθηκε ότι συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του πρώτου από αυτούς οδηγού της μοτοσυκλέτας, χωρίς οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι να τα έχουν προτείνει με την αγωγή τους, αλλά και διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε το λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, αναφορικά με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος για το ατύχημα. Όμως, όπως έχει λεχθεί στη δεύτερη αιτιολογία της παρούσας, τα επίμαχα περιστατικά, που φέρεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων και μπορούσαν να προκύπτουν από τις αποδείξεις, όπως και συνέβη κατά την παραδοχή του ως άνω δικαστηρίου και συνεπώς τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της αναιρετικής πλημμέλειας, που προαναφέρθηκε. Εξάλλου από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε τη βασιμότητα του ως άνω λόγω εφέσεως, του οποίου όμως απέρριψε κατ'ουσίαν. Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ είναι απορριπτέος κατ'το πρώτο μέρος ως απαράδεκτος και κατά το δεύτερο μέρος ως αβάσιμος.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 516 και 517 εδ. α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά των αντιδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατ' εκείνων, που διετέλεσαν ομόδικοι αυτού, οι οποίοι υφίστανται την ίδια με αυτόν βλάβη από την εκκαλουμένη απόφαση. Κατ' εξαίρεση η έφεση μπορεί να απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη ή ορισμένου από αυτούς, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επιβλαβή διάταξη για ένα από τους ομοδίκους και υπέρ άλλου, ή απέρριψε αίτηση, που υπέβαλε ο ένας ομόδικος.
Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν η διαδικασία επιτρέπει την ανάπτυξη αντιδικίας για την προάσπιση των αντιθέτων συμφερόντων του (π.χ. σε δίκη διανομής). Ειδικότερα, στην περίπτωση που ενάγονται δύο ή περισσότερα πρόσωπα για το λόγο, ότι από κοινού προξένησαν ζημία σε τρίτον, αντικείμενο της δίκης είναι μόνον η αξίωση του τρίτου προς αποζημίωση, όχι δε και η εξ αναγωγής ευθύνη του ενός συνυπαιτίου προς τον άλλον.
Πιο συγκεκριμένα, όταν δύο οδηγοί αυτοκινήτου ενάγονται, διότι προξένησαν με συγκλίνουσα (κατά την αγωγή) υπαιτιότητά τους ζημία σε τρίτον, το ποσοστό συνυπαιτιότητας κάθε οδηγού δεν ενδιαφέρει, αφού, όποιο και αν είναι το ποσοστό αυτό, η ευθύνη προς τον αποζημιωθέντα είναι εις ολόκληρον (ΑΚ 922, 926). Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενός οδηγού, ότι, αποκλειστικώς, υπαίτιος είναι ο άλλος, συνιστά άρνηση της αγωγής και συνεπώς απευθύνεται αναγκαίως κατά του ενάγοντος, αφού αν γίνει δεκτός, θα οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής ως προς τον αρνούμενο την υπαιτιότητα.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, κατά νόμο περιθώριο ανάπτυξης αντιδικίας μεταξύ των συνεναγομένων οδηγών, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς το ζήτημα συνυπαιτιότητας.
Συνεπώς, η απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής του ζημιωθέντος κατ' αυτών, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την μεταξύ τους σχέση, είτε δέχεται υπαιτιότητα του ενός μόνο, είτε δέχεται συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, ακόμη και στην περίπτωση που προσδιορίζει (ως εκ περισσού) συγκεκριμένο ποσοστό συνυπαιτιότητας. Συνέπεια της μη δημιουργίας δεδικασμένου μεταξύ των συνεναγομένων οδηγών και γενικότερα μεταξύ των ομοδίκων είναι, αφενός μεν, ότι η έφεση του ενός δεν μπορεί να απευθυνθεί (και) κατά του ομοδίκου του, αφετέρου δε ότι ο λόγος της (κατά του ενάγοντος απευθυνομένης) εφέσεως, με τον οποίον υποβάλλεται παράπονο για το ποσοστό συνυπαιτιότητας κάθε οδηγού, είναι απαράδεκτος, λόγο ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Διαφορετικό όμως είναι το ζήτημα, αν ο ένας οδηγός, ομολογώντας τη συνυπαιτιότητά του κατά ορισμένο ποσοστό, προσεπικαλεί τον άλλον οδηγό (όχι ως αποκλειστικό υπαίτιο, αλλά) ως συνυπαίτιο κατά το υπόλοιπο ποσοστό, ενώνει δε στην προσεπίκληση την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, σύμφωνα με το ποσοστό αυτό.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, παρά το γεγονός ότι ως προς αυτούς η αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων είχε απορριφθεί ως αόριστη, καθόσον έχουν έννομο συμφέρον, αφού με την προαναφερθείσα απόφαση κρίθηκε ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα είναι και ο πρώτος από αυτούς, πλην όμως, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή τους ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ, 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 και 8 παρ. 2 του Ν. ΓΠΝ/1911, διότι, μετά την εξαφάνιση ως προς αυτούς της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, έκρινε ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα είναι και ο πρώτος αναιρεσείων, χωρίς όμως να καθορίσει και το ποσοστό συνυπαιτιότητας κάθε οδηγού.
Όμως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τόσο ο πρώτος αναιρεσείων, που οδηγούσε την υπ' αρ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, στην οποία επέβαινε ο θανατωθείς, όσο και ο οδηγός του συγκρουσθέντος μοτοποδηλάτου ΑΑ ήταν συνεναγόμενοι με την από 7.12.2000 αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, διότι το ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των ως άνω οδηγών, ο δε πρώτος αναιρεσείων, αρνούμενος την υπαιτιότητά του για το ατύχημα, δεν άσκησε κατά του ως άνω οδηγού του μοτοποδηλάτου προσεπίκληση ενώνοντας και αγωγή αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος για τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας των υπαιτίων για το ατύχημα οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων.
VII. Από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξαυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστού μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
Ε' του Κ.Πολ.Δ. δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 25 περ. 6 της Κ.4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ. 795/5-4-1978) αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία, όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος του το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης.
Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/76, αφού με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189 και 192 Εμπ.Ν.
και μετά την κατάργησή τους, από το Ν. 2494/1997, άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου τούτου), οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη.
Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στην σύμβαση ασφάλισης είτε αυτοτελώς είτε με παραπομπή στην ως άνω Υπουργική απόφαση, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ, στο οποίο έχει δημοσιευθεί η εν λόγω Υπουργική απόφαση, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού αυτής, αφού μέσω της παραπομπής αυτής στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της Υπουργικής Απόφασης.
Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου κατά τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο, καθόσον και η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρώς. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί και με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με την χρήση της ασφάλισης, θέτοντας το χορηγηθέν σ' αυτόν σχετικό σήμα στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του, με την υποβολή στον ασφαλιστή υπεύθυνης δήλωσης, αναφέροντας τις συνθήκες του ατυχήματος ή τέλος, όταν στο ασφαλιστήριο αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ασφαλιστής, ασκώντας αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, λόγω παραβάσεως του καθιερούμενου από την άνω διάταξη ασφαλιστικού βάρους, οφείλει να επικαλεσθεί μόνο το αντικειμενικό περιστατικό της παραβάσεως αυτής. Κατ' αρχήν, είναι δεδομένη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος.
Ανταπόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μπορεί να γίνει δεκτή σε περιορισμένη έκταση στο βαθμό που το ατύχημα προκλήθηκε όχι από πλημμελή οδήγηση, αλλά από κάποιο τεχνικό ελάττωμα ή από αποκλειστικό πταίσμα τρίτου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως τα εξής: "...
Από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με επίκληση υπ' αριθμ. ... Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, προκύπτει ότι μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγομένου καταρτίσθηκε στις 6-8-1998 σύμβαση με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την κάλυψη της έναντι των τρίτων αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που θα προξενούνταν από την κυκλοφορία της ...
μοτοσυκλέτας ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 6-8-1998 μέχρι 6-8-1999. Στο άρθρο 1 του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναφέρεται ότι το παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ... τις διατάξεις του Ν. 489/76, από τους ενιαίους όρους συμβολαίων αυτοκινήτων που περιέχονται στην υπ' αριθμ.
Κ4/585/8-4-78 απόφαση Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/8-4-78), καθώς και από κάθε νόμο ή διάταξη που αφορούν την ασφάλιση των αυτοκινήτων".
Συνεπώς, με το άρθρο αυτό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου κατέστη περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης και η Κ4/5 85/8-4-1978 Απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, στο άρθρο 25 παρ. 6 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμενοι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό το νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος, το οποίο οδηγεί προβλεπομένη άδεια οδηγήσεως".
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο δεύτερος εξ αυτών Χ2, που φέρεται ως αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν υπέγραψε τούτο και γι'αυτό δεν έλαβε γνώση του παραπάνω όρου, αναιρείται από το γεγονός ότι αυτός έλαβε από την ενάγουσα την εκδοθείσα από αυτή σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 489/76 Νο ...
βεβαίωση ασφάλισης της μοτοσυκλέτας του κατέβαλε δε σ'αυτή στις 6-8-1998 και τα ασφάλιστρα ποσού 31.000 δραχμών. Κατόπιν αυτών, η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και να αναγνωριστεί ότι αυτοί έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην ενάγουσα ο καθένας σε ολόκληρο όσα αυτή αποδεδειγμένα θα καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής πλέον τόκων και εξόδων, νομιμοτόκως από της καταβολής από μέρους της ενάγουσας στους ενάγοντες της κύριας αγωγής των ποσών που υποχρεώνεται να καταβάλει σ' αυτούς με την παρούσα απόφαση ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 6 παρ. 5 του ν.489/1976 και 25 περ. β' της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο όγδοος λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεσή της 67/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νόμιμης εκπροσώπισής τους, για μεν τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για δε την πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ" επίσης σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ