Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because evidence does not constitute grounds for retrial under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against a First Instance Court decision, ruling it inadmissible under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The plaintiffs argued that the lower court failed to consider a sworn affidavit submitted as evidence, claiming this constituted a procedural error warranting retrial. The court rejected this claim, holding that the affidavit did not meet the specific criteria for grounds for retrial and fell outside the exhaustive list of permissible appeals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged error does not fall within the exhaustive list of grounds for retrial provided in Article 560, and evidence not explicitly listed cannot serve as a basis for such an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1466/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Κ. και 2) Μ. συζ. Χ. Π., το γένος Σ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσίρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας αυτοτελώς και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...
ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας αυτοτελώς και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ"), 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας αυτοτελώς και ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...
LTD", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΑΕ", 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη Δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...), που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη Δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...), που εδρεύει στη ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου, αντικλήτου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας Δράμας και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 4η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του ( ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... /9-11-2021, ... /9-11-2021, ... /10-11-2021, ... /9-11-2021, ... /8-11-2021 και ... /10-11-2021, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Α. Τ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 5-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-5-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-12-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (2-12-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 12/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων (κατόπιν συγχώνευσης της τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων), ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και, αφού περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, η παρέμβαση που ασκείται από τις εταιρίες διαχείρισης μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, έχει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης, να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 251/2023, ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που έχει την έδρα της στη ... υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος, αντίκλητος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., με τις από 2-12-2022 νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία της έχει δώσει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να την εκπροσωπεύει σε όλα τα Ελληνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου και να ασκεί αγωγές, παρεμβάσεις κ.λ.π. (βλ.
το υπ' αριθμ. .../15-6-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Θ. Σ.), άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA (ΑΛΦΑ) ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δεύτερης αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..."), ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας - δεύτερης αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA (ΑΛΦΑ) ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ..., με την επωνυμία "..."), η οποία (σύμβαση) καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου ....4.2020 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …., η τελευταία απέκτησε δυνάμει πώλησης και μεταβίβασης τις απαιτήσεις της άνω Τράπεζας από στεγαστικά και άλλα δάνεια, μετά των παρεπομένων και διαπλαστικών δικαιωμάτων αυτών, στις ως άνω δε μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας - δεύτερης αναιρεσίβλητης, που απορρέουν από τις συμβάσεις που σύναψε με τους αναιρεσείοντες.
Ακολούθως, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ("..."), ανέθεσε τη διαχείριση των εν λόγω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, για λογαριασμό αυτής, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 (απόφαση …1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), δυνάμει της από 8.4.2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, σε συνέχεια της οποίας συνήφθη η από 18.6.2021 περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα με αριθμό πρωτοκόλλου ....6.2021 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό ….
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρο 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου - δεύτερης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Σημειώνεται ότι η ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", είχε ασκήσει και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και ορθώς στρέφεται κατ' αυτής, ως έβδομης αναιρεσίβλητης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 927/2017, 741/2013, ΑΠ 1075/2011, ΑΠ 1236/2006), δοθέντος ότι, η ανωτέρω, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ασκηθείσα αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, έγινε υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου, ειδικού πληρεξούσιου, αντιπρόσωπου και αντίκλητου, άλλης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης απαιτήσεων και ειδικότερα της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...)", με έδρα τη ...
και αφορούσε διαφορετική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και ειδικότερα την από 21-12-2018 τέτοια σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "...)". Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, αφού η ένδικη από 10-5-2013 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας στις 4-6-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία θεσμοθετεί υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ.
α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά την άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., (όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.
α' Κ.Πολ.Δ.), ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου στη μείζονα σκέψη του, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 159/2018).
Επίσης, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, κατά το ως άνω εδάφιο β' αυτού, [που είναι αντίστοιχο με αυτό του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. β` ΚΠολΔ] και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 8/2005, ΑΠ 302/2022, ΑΠ 1992/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020). Ειδικότερα, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 12/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες σύζυγοι, ηλικίας 69 και 64 ετών, αντίστοιχα, είναι φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα.
Από τον μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει δύο άρρενα και ένα θήλυ τέκνα, γεννημένα τα έτη 1978, 1979 και 1982. Διαμένουν στο …, σε κατοικία ιδιοκτησίας της δεύτερης αιτούσας μαζί με τον έναν από τους δύο υιούς τους, που είναι άνεργος [...]. Ο πρώτος αιτών είναι συνταξιούχος από το έτος 2007 και κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης λαμβάνει καθαρές συντάξιμες αποδοχές ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 1.183,47 Ευρώ.
Μέχρι και το 2014, η σύνταξη που λάμβανε ανερχόταν στο ποσό των 1.200,00 Ευρώ, καθώς γινόταν παρακράτηση επ' αυτής ποσού 204,25 Ευρώ υπέρ του "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ". Πριν τη συνταξιοδότησή του εργαζόταν ως υπάλληλος της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." στον περιφερειακό τομέα επιχειρήσεων, έχοντας φθάσει στο βαθμό του προϊσταμένου.
Τα τελευταία έτη πριν τη συνταξιοδότησή του, ο καθαρός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 2.500,00 Ευρώ. Λίγους μήνες μετά τη συνταξιοδότησή του, ο πρώτος αιτών, που τότε λάμβανε μηνιαία σύνταξη ύψους 2.600,00 Ευρώ, άνοιξε ένα λογιστικό γραφείο, προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του, το οποίο, όμως, έκλεισε στις 31-12-2012.
Η δεύτερη αιτούσα είναι μακροχρόνια άνεργη από το έτος 2007 τουλάχιστον και μέχρι το έτος 2018. Τα έτη 2005 και 2006 είχε εργασθεί, λαμβάνοντας συνολικές ετήσιες αποδοχές ύψους 8.400,00 Ευρώ. Κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, τα μηνιαία έξοδά τους ανέρχονται στο ποσό των 1.200,00 Ευρώ. Ο πρώτος αιτών έχει στην κυριότητά του α) ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου επί μίας υπόγειας αποθήκης, εμβαδού 20,00 τ.μ., ευρισκόμενης σε διώροφη οικοδομή επί της συμβολής των οδών ...
και β) το με αριθμό κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2006, το οποίο είχε αγοράσει το 2009, με δάνειο που είχε λάβει από την "Τράπεζα Eurobank" και του οποίου η κυριότητα είχε παρακρατηθεί από τον πωλητή, μέχρι την αποπληρωμή του δανείου, η οποία έγινε στις 16-01-2016. Η δεύτερη αιτούσα έχει στην αποκλειστική κυριότητά της α) μία κατοικία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 101,69, ευρισκόμενη στην ως άνω διώροφη οικοδομή επί της συμβολής των οδών Ν...
και β) το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 1991. Τα έτη 1989 και 1990, ο πρώτος αιτών έλαβε από την εργοδότρια τράπεζα στεγαστικά και επισκευαστικά δάνεια, συνολικού ύψους 3.635.000,00 δρχ, με σκοπό την αποπεράτωση της οικίας του, ήτοι της κατοικίας πρώτου ορόφου, που πλέον ανήκει στη σύζυγό του.
Το 1994, προέβη σε ρύθμιση αυτών λόγω κάποιων καθυστερήσεων στην εξόφλησή τους. Το 1996 έλαβε, επίσης, ένα στεγαστικό-επισκευαστικό δάνειο από την εργοδότρια τράπεζα ύψους 4.500.000,00 δρχ., που αφορούσε την ίδια οικία. Την ίδια περίοδο, ο πρώτος αιτών ήταν πρόεδρος ενός καταναλωτικού συνεταιρισμού, με δίκτυο πέντε καταστημάτων, ο οποίος επίσης είχε λάβει δάνεια από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", για τα οποία ο πρώτος αιτών είχε εγγυηθεί.
Το 1999, ο ως άνω συνεταιρισμός πτώχευσε και ο πρώτος αιτών ως πρόεδρός του υπείχε ευθύνη για τις οφειλές του έναντι του Δημοσίου, ύψους 60.000,00 Ευρώ, ενώ ταυτόχρονα θα έπρεπε να εξυπηρετήσει τα δάνεια, που είχε εγγυηθεί, αλλά και τα προσωπικά του δάνεια. Ο πρώτος αιτών δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οφειλές αυτές και έτσι το 2000 η ως άνω οικία του εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στην ως άνω τράπεζα και εργοδότρια του αιτούντος για το ποσό των 16.000.000,00 δρχ (ή 46.955,25 Ευρώ).
Οι αιτούντες εξακολούθησαν να μένουν στην οικία αυτή, καταβάλλοντος μίσθωμα στη νέα ιδιοκτήτρια. Δεδομένου ότι το ποσό του πλειστηριάσματος δεν εξόφλησε τις οφειλές, που προέκυψαν από την ως άνω πτώχευση, οι αιτούντες έλαβαν καταναλωτικά δάνεια και συνήψαν συμβάσεις για τη χορήγηση πιστωτικών καρτών, προκειμένου να καλύψουν τμήμα αυτών των οφειλών, καθώς και τα αυξημένα έξοδα του αιτούντος για τους δικαστικούς αγώνες που είχαν προκύψει, αλλά και τις σπουδές των παιδιών τους, τα οποία τότε είχαν ενηλικιωθεί.
Το 2005, η δεύτερη αιτούσα, κατόπιν συνεννόησης και συμφωνίας με τον πρώτο αιτούντα σύζυγό της, αγόρασε επ' ονόματί της την ανωτέρω οικογενειακή οικία, που είχε εκπλειστηριασθεί και στην οποία συνέχιζαν να κατοικούν δυνάμει μίσθωσης. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη αιτούσα έλαβε κατά τον ανωτέρω χρόνο δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα", ύψους 92.000,00 Ευρώ.
Το επόμενο έτος, η αιτούσα έλαβε δύο ακόμη δάνεια από την ως άνω τράπεζα, ήτοι ένα επισκευαστικό, ύψους 50.000,00 Ευρώ και ένα καταναλωτικό, ύψους 3.000,00 Ευρώ. Το 2008, οι αιτούντες τέθηκαν εγγυητές σε σύμβαση πίστωσης 20.000,00 Ευρώ με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήψε ο υιός τους Κ. με την "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ". Το 2009, ο πρώτος αιτών έλαβε νέο δάνειο, ύψους 6.000,00 Ευρώ, για την αγορά του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου του. Τέλος, το 2010 έλαβε ένα επιπλέον δάνειο 22.900,00 Ευρώ από την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", το οποίο καταγγέλθηκε μόλις επτά μήνες αργότερα, στις 15.12.2010. Ειδικότερα, τα δάνεια που έλαβαν οι αιτούντες και οι οφειλές από αυτά κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης είναι τα ακόλουθα: Α) Ο πρώτος αιτών έλαβε:
α) τα έτη 1989 και 1990 τα υπ' αριθμ. ... στεγαστικά/επισκευαστικά δάνεια από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", συνολικού ύψους 3.635.000,00 δρχ., από τα οποία μέχρι τις 06.11.2015 οφείλει το ποσό των 8.668,95 Ευρώ, β) το 1996 το με αριθμό ... επισκευαστικό δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", συνολικού ύψους 4.500.000,00 δρχ., από το οποίο μέχρι τις 06.11.2015 οφείλει το ποσό των 9.065,96 Ευρώ, γ) το 2009 το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο από το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", ύψους 10.000,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι 11.02.2013 όφειλε το ποσό των 4.040,92 Ευρώ και το οποίο πλέον έχει εξοφληθεί μέσω παρακρατήσεων των συντάξεων του αιτούντος, δ) το 2009 το με αριθμό …2009 καταναλωτικό δάνειο από την "Αγροτική Τράπεζα", από το οποίο μέχρι τις 14.02.2013 οφείλει το ποσό των 12.608,56 Ευρώ, ε) το 2010 το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο από την "CΙΤΙΒΑΝΚ", ύψους 22.900,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι τις 14.11.2011 οφείλει το ποσό των 23.434,26 Ευρώ, στ) το με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο από την "CΙΤΙΒΑΝΚ", από το οποίο μέχρι τις 14.11.2011 οφείλει το ποσό των 1.844,93 Ευρώ, ζ) το με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο από τη δεύτερη πιστώτρια, από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 3.045,71 Ευρώ, η) το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο από την "Εθνική Τράπεζα", από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 34.421,10 Ευρώ, θ) το με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο από την "ALPHA ΒΑΝΚ", από το οποίο μέχρι την κατάθεση της αίτησης οφείλει το ποσό των 7.998,86 Ευρώ, ι) τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα από την οποία μέχρι την κατάθεση της αίτησης οφείλει το ποσό των 797,87 Ευρώ, ια) τη με αριθμό ...
πιστωτική κάρτα από την "Αγροτική Τράπεζα", από την οποία μέχρι τις 14.02.2013 οφείλει το ποσό των 5.293,26 Ευρώ και ιβ) τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα από την "Αγροτική Τράπεζα", από την οποία μέχρι τις 14.02.2013 οφείλει το ποσό των 5.288,30 Ευρώ. ιγ) Επιπλέον, το 2008, ο αιτών τέθηκε εγγυητής στο με αριθμό ... δάνειο του υιού του Κ., από το οποίο μέχρι τις 21.11.2011 οφείλει το ποσό των 19.210,49 Ευρώ.
ιδ) Επίσης, το 2009 ο πρώτος αιτών είχε λάβει το με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο για αγορά αυτοκινήτου, από την "Τράπεζα Eurobank", ύψους 6.000,00 Ευρώ, το οποίο δεν περιλαμβάνει στην αίτησή του και το οποίο συνέχιζε να εξυπηρετεί μέχρι τις 15.01.2016, οπότε και εξοφλήθηκε, ιε) Τέλος, από την από 06.11.2015 κατάσταση οφειλών εκδόσεως της "ALPHA ΒΑΝΚ", προκύπτει ότι ο αιτών έχει οφειλές συνολικού ύψους 1.439.746,68 Ευρώ (287.164,87 κατά κεφάλαιο + 1.152.581,81 τόκοι έξοδα), από δάνεια που εγγυήθηκε υπέρ του καταναλωτικού συνεταιρισμού, του οποίου ήταν πρόεδρος, καθώς και δύο ακόμη οφειλές συνολικού ύψους 4.085,29 Ευρώ, για τα οποία, όμως, δεν προκύπτει ότι αναλήφθηκαν ένα έτος πριν την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και την προγενέστερη, από 21.11.2011, βεβαίωση της "ALPHA ΒΑΝΚ".
Ο αιτών δηλαδή έχει λάβει δύο επισκευαστικά-στεγαστικά δάνεια, οκτώ καταναλωτικά δάνεια, έχει δύο κάρτες και είχε τεθεί εγγυητής σε έξι δάνεια. Οι συνολικές οφειλές του, αφαιρουμένων των ήδη εξοφληθεισών, ανέρχονται στο ποσό των 1.571.424,93 Ευρώ. Β) Η δεύτερη αιτούσα έλαβε: α) το 2004 την με αριθμό ... πιστωτική κάρτα από την "Εθνική Τράπεζα", από την οποία μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 7.268,28 Ευρώ, β) το 2004 το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο, από την "Εθνική Τράπεζα", ύψους 3.000,00, από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 14.764,96 Ευρώ, γ) το 2005 το με αριθμό ... (πλέον ...) στεγαστικό δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ύψους 92.000,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 86.656,01 Ευρώ, δ) το 2006 το με αριθμό ... (πλέον ...) επισκευαστικό δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ύψους 50.000,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 49.340,42 Ευρώ, ε) το 2006 το με αριθμό ... (πλέον ...) καταναλωτικό δάνειο από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ύψους 3.000,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 549,19 Ευρώ, στ) το 2006 το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο από την "Τράπεζα Κύπρου", ύψους 15.000,00 Ευρώ, από το οποίο μέχρι τις 08.02.2013 οφείλει το ποσό των 4.261,26 Ευρώ, ζ) το με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο από την "Εθνική Τράπεζα", από το οποίο μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 248,67 Ευρώ, η) τη με αριθμό... πιστωτική κάρτα από την "Εθνική Τράπεζα", από την οποία μέχρι τις 06.02.2013 οφείλει το ποσό των 8.228,19 Ευρώ και θ) το με αριθμό ...
καταναλωτικό δάνειο από την "Τράπεζα Eurobank", από το οποίο μέχρι τις 07.02.2013 οφείλει το ποσό των 15.026,99 Ευρώ. ι) Επιπλέον, το 2008, η αιτούσα τέθηκε εγγυήτρια στο με αριθμό ... δάνειο του υιού της Κ., από το οποίο μέχρι τις 21.11.2011 οφείλει το ποσό των 19.210,49 Ευρώ. Η συνολική οφειλή της δεύτερης αιτούσας από τα ανωτέρω δάνεια ανέρχεται μέχρι τις 07.02.2013 στο ποσό των 205.554,46 Ευρώ.
Ωστόσο, από το σύνολο των εγγράφων που αφορούν την εισοδηματική τους κατάσταση, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, το οποίο αγγίζει συνολικά το ποσό του 1.700.000 Ευρώ περίπου, καθίσταται φανερό ότι τα μηνιαία εισοδήματα των αιτούντων, όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω, ποτέ δεν θα τους επέτρεπαν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων.
Ούτε, άλλωστε, οι αιτούντες απέδειξαν ότι διέθεταν και άλλες πηγές εισοδήματος, οι οποίες τους επέτρεπαν να είναι συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις, οπότε θα μπορούσε να αποδειχθεί η ιστορική βάση της αίτησής τους, ότι δηλαδή κατά το χρόνο λήψης των επίδικων δανείων ήταν ικανοί να καταβάλλουν την ενήμερη δόση αυτών και ότι αργότερα μετέβησαν από μια κατάσταση ικανότητας να πληρώνουν σε μια κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η οποία διατηρήθηκε και μέχρι το χρόνο συζήτηση της αίτησής τους, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο Δ.
μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα δε, ο πρώτος αιτών ουδόλως απέδειξε, ως όφειλε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Γ. νομική σκέψη, ποια τα έσοδα που αποκόμιζε από την λειτουργία, τόσο του ανωτέρω καταναλωτικού συνεταιρισμού, του οποίου, μάλιστα, διετέλεσε και πρόεδρος, όσο και του λογιστικού του γραφείου, το οποίο λειτούργησε από τις 12-2-2008 μέχρι την 31η-12-2012.
Εξάλλου, ο πρώτος αιτών ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και εντεύθεν, οπότε προέβη σε ρύθμιση των οφειλών εκ των πρώτων δανειακών του συμβάσεων, πτώχευσε ο καταναλωτικός συνεταιρισμός και εκπλειστηριάσθηκε η οικία του, κατά τα προαναφερόμενα, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, σχετικά με τις οποίες, πλην των στεγαστικών και επισκευαστικών δανείων, που αναλήφθηκαν για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των αιτούντων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλα τα υπόλοιπα αφορούν απαιτήσεις εκ καταναλωτικών δανείων.
Οι αιτούντες, λοιπόν, προέβησαν σε δανεισμό, ο οποίος συνεπαγόταν συνολικές μηνιαίες δόσεις που υπερέβαιναν το μηνιαίο τους εισόδημα κι έτσι επιδείνωσαν την οικονομική τους θέση. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες δεν μετέβησαν από μια κατάσταση δυνατότητας πληρωμής των χρεών τους σε μια κατάσταση αδυναμίας και ως εκ τούτου δεν συντρέχει στο πρόσωπο τους η προϋπόθεση της "περιέλευσής" τους σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.
Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών ισχυρισμών, ενστάσεων και αιτημάτων των καθ' ων και ήδη εφεσίβλητων. Η ενέργεια αυτή του Δικαστηρίου δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, αν δεν ασκήσει ο εφεσίβλητος δική του έφεση ή αντέφεση, διότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, όπως συμβαίνει στην επίδικη υπόθεση.
Για την εξέταση της ουσίας της διαφοράς δεν απαιτείται ειδικό αίτημα, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβαίνει οίκοθεν στην ενέργεια αυτή, ως αναγκαία κατά νόμο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) συνέπεια της εξαφάνισης της απόφασης [...]. Επίσης, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση γίνεται δεκτή και εξαφανίζεται η εκκαλουμένη, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στους καταθέσαντες εκκαλούντες - αιτούντες".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 12/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 68/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας [το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 10-5-2013 αίτηση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κρίνοντας ότι αυτοί περιήλθαν από δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης δόλου, που είχε προταθεί από τη δεύτερη καθ' ης η αίτηση και την ασκήσασα κυρία παρέμβαση στο άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και ήδη πρώτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα] και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της και την αποδοχή της ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά αντίθετα δικαιολογούσαν την απορριπτική του κρίση επί της αίτησής τους αυτής και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων η περιέλευσή τους σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών και κατόπιν των παραδοχών αυτών απέρριψε την ένδικη αίτησή τους περί υπαγωγής τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ως ουσιαστικά αβάσιμη [και, ανεξαρτήτως των νομικών σκέψεων που διατυπώθηκαν στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την έννοια της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010], ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν ήταν εφαρμοστέα και την οποία δεν παραβίασε ευθέως, όπως αβάσιμα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και δη στην έννοια της "μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών".
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πριν από τη χορήγηση οποιασδήποτε πίστωσης το εκάστοτε τραπεζικό ίδρυμα εξετάζει την πιστοληπτική ικανότητα του πιστούχου και, συνεπώς, διασφαλίζει την ικανότητα του οφειλέτη προς εξυπηρέτηση των οφειλών του, αποκλείοντας έτσι την κατάφαση οποιασδήποτε αδυναμίας πληρωμής και ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα αυτά, με το να δεχθεί αντιθέτως ότι, οι αναιρεσείοντες ήδη κατά το χρόνο λήψης των επίδικων δανείων τους, από το έτος 2004 έως και το 2010, δεν ήταν ικανοί να εξυπηρετήσουν τις μηνιαίες δόσεις των οφειλών τους, ενώ αν είχε εφαρμόσει ορθά τα διδάγματα αυτά έπρεπε να δεχθεί ότι κατά το χρόνο χορήγησης των δανείων τους, ήταν σε κατάσταση δυνατότητας πληρωμής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αφορούν την ερμηνεία του επικαλούμενου από αυτούς κανόνα ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ούτε την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ` αυτόν, όπως απαιτείται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του άνω Δικαστηρίου της ουσίας και δη ως προς τις παραδοχές του σχετικά με την αδυναμία πληρωμών των αναιρεσειόντων και συνεπώς, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 1 περ.
β` ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Εφετείου επί των άνω πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", οι διατάξεις δε αυτές είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).
Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 251/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση : 1) Την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι η αδυναμία των πληρωμών τους έλαβε χώρα το έτος 2011 λόγω της συντριπτικής μείωσης των εισοδημάτων τους και ότι μέχρι τότε ήταν συνεπείς στην καταβολή των μηνιαίων δόσεων προς τους πιστωτές τους, οι οποίες ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως.
Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ρητά, δεχόμενο αντιθέτως ότι αυτοί ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων και πριν δηλαδή το έτος 2011, δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους συμβάσεων.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην πραγματικότητα οι αναιρεσείοντες δεν παραπονούνται τη μη λήψη υπόψη του ανωτέρω ισχυρισμού τους, αλλά γιατί το Εφετείο, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμός 5 εδαφ.
β' Κ.Πολ.Δ, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 2) Την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε από τις πιστώτριες - αναιρεσίβλητες τράπεζες, ότι οι αναιρεσείοντες ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών τους δεν είχαν τη δυνατότητα αποπληρωμής τους.
Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω μέρος του και ειδικότερα της λήψης υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγουμένη οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδαφ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Και 3) την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα την υπ' αριθμ. .../5-11-2018 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Π., την οποία νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση στο άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η άνω ένορκη βεβαίωση, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο αυτών, συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό του εν λόγω άρθρου, λόγος αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός εμπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. και είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, η οποία αφορά απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 5-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-5-2021 αίτηση αναίρεσης και την από 2-12-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "...".
Απορρίπτει την από 5-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-5-2021, αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 12/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ