Supreme Court annuls labor court ruling on public service contract termination and remands case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision regarding the termination of a public service employment contract. The plaintiff argued the contract was void due to the closure of the German consulate, while the defendant contended the termination was lawful and no severance was owed. The Court found the lower court erred in applying constitutional equality principles and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 4 of the Constitution; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court annulled a labor court decision where the lower court failed to apply constitutional equality principles and specific statutory provisions regarding the validity of public service contract terminations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1466/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εξωτερικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζαχαρούλα Χατζηπαύλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2420/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4529/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/7/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9 Ιουλίου 2020 με αριθ. καταθ. 4341/520/10.7.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 4529/6.8.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 2420/16.7.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 4.7.2011 με αριθμ. κατάθ. 122012/3803/5.7.2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Με την αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 12.6.1989 για να εργασθεί ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην ...
της Γερμανίας, ότι με το άρθρο 1 του Π./Δτος 58/2011 καταργήθηκε από 30.6.2011 το ως άνω Προξενείο και με το άρθρο 2 αυτού μεταφέρθηκαν από το ως άνω Γενικό Προξενείο στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ... της Γερμανίας τρεις θέσεις πτυχιούχων διοικητικών και μια θέση κλητήρα. Ότι με την υπ'αριθμ. Π10Κλ-ΑΠ .../21.6.2011 απόφαση της Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοικητικής Οργάνωσης του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία της κοινοποιήθηκε την 29.6.2011 αποφασίσθηκε η λύση της εργασιακής της σύμβασης από 30.6.2011 λόγω κατάργησης της Αρχής .
Ότι την 1.7.2011 εμφανίσθηκε στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ..., όπου είχε μεταφερθεί η ως άνω θέση κλητήρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του Π.Δ/τος 410/1988 και δήλωσε ότι συναινεί για τη συνέχιση της εργασιακής της σχέσης με το εναγόμενο στη νέα αυτή οργανική θέση, πλην, όμως, το εναγόμενο δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ανάληψη της υπηρεσίας της στην ως άνω θέση.
Ότι η λύση της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη α) γιατί η διάταξη του άρθρου 52 του Π.Δ/τος 410/1988 που αποτελεί τη βάση της απόφασης για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας της αναφέρεται περιοριστικά σε κατάργηση θέσης και όχι σε κατάργηση Αρχής και ότι η δική της θέση δεν έχει καταργηθεί, αλλά μεταφερθεί στο Γενικό Προξενείο στο ..., β) γιατί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του Π.Δ/τος 410/1988 όταν καταργείται Αρχή και γίνεται μεταφορά κενών ή μη κενών οργανικών θέσεων δεν επέρχεται αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας αλλά οι κάτοχοι των μη κενών θέσεων υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσιών στον τόπο όπου γίνεται η μεταφορά της θέσης τους και γ) γιατί δε της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.
Ότι σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180 και 656 εδ.β του ΑΚ προκύπτει ότι η εκ μέρους του Δημοσίου καταγγελία σύμβασης εργασίας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 52 του Π.Δ/τος 410/1988 ή αν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, όπως στην περίπτωσή της, είναι άκυρη, ότι το Δημόσιο καθίσταται υπερήμερο και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Με βάση αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της λύσης της σχέσης εργασίας της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία της με τους ίδιους όρους και την ίδια ειδικότητα που είχε και με το ίδιο συμβατικό και μισθολογικό καθεστώς, να υποχρεωθεί να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από το μήνα Ιούλιο του έτους 2011 έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 και μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2012 το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει για μισθούς υπερημερίας του υπολοίπου μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2012 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2013 το ποσό των 65.460,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, να της καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει από την ως άνω αιτία το ποσό των 31.570,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία της βάση ως μη νόμιμη και έκανε δεκτή εν μέρει αυτή ως προς την επικουρική της βάση ως κατ'ουσία βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών α) η ενάγουσα την από 16.9.2015 με αριθ. κατάθ. 5764/6.10.2015 έφεσή της, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά την κυρία βάση της και β) το εναγόμενο την από 12.7.2016 με αριθ.
κατάθ. 3046/14.7.2016 έφεσή του με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας κατά την επικουρική της βάση που έγινε πρωτοδίκως δεκτή. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι ως άνω εφέσεις των διαδίκων.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1. ... 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου... . 3.
Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν.
Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους.
Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. ... 6....". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 8 με την οποία ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου...".
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, εφ' όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργάνωσης και στελέχωσης της Διοίκησης με μονίμους υπαλλήλους (ΑΠ 1339/2018, ΟλΣτΕ 653/2016, ΟλΣτΕ 656/2016, ΟλΣτΕ 3354/2013) και ότι σε περίπτωση κατάργησης της κατεχόμενης από τον υπάλληλο θέσης είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (ΑΠ 1339/2018, ΟλΣτΕ 653/2016, ΟλΣτΕ 656/2016, ΟλΣτΕ 3354/2013) αυτό, δε, ισχύει, κατά μείζονα λόγο και για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθότι αυτό δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας (ΑΠ 1339/2018) και ως προς το οποίο δεν μπορούν να εφαρμοσθούν επ' αυτού, ούτε και αναλόγως, οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος (ΑΠ 668/2019).
Περαιτέρω με τον Κώδικα "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών" που κυρώθηκε με το Ν. 3566/2007 (ΦΕΚ Α' 117/05.06.2007), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή του με το άρθρο 479 του Ν. 4781/2021 (ΦΕΚ Α 31/28.2.2021) ορίζεται στην παρ.1 του άρθρου 41 ότι "Οι Πρεσβείες, οι Μόνιμες Αντιπροσωπείες σε διεθνείς οργανισμούς, οι Διπλωματικές Αντιπροσωπείες και τα Γραφεία Συνδέσμου χαρακτηρίζονται "Διπλωματικές Αρχές", συνιστώνται δε και καταργούνται με διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισηγήσεως του Υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα.
Με το ίδιο διάταγμα αυξάνονται και οι οργανικές θέσεις των κλάδων υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, ανάλογα με την προβλεπόμενη σύνθεση των διπλωματικών αρχών που συνιστώνται", στην παρ.4 του άρθρου 50 ότι "Οι έμμισθες προξενικές αρχές συνιστώνται με διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά γνώμη της οικείας Πρεσβείας ή, ελλείψει Πρεσβείας, της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Με διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά γνώμη της οικείας Πρεσβείας ή, ελλείψει Πρεσβείας, της Διεύθυνσης Προσωπικού οι αρχές αυτές αναβαθμίζονται, υποβαθμίζονται, μεταφέρονται στην ίδια ή άλλες χώρες και καταργούνται", στην παρ.5 του ιδίου άρθρου ότι "η σύνθεση των έμμισθων προξενικών αρχών καθορίζεται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.
Με όμοιο διάταγμα είναι δυνατή η μεταφορά των θέσεων αυτών σε άλλες αρχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών", στην παρ.2 του άρθρου 149 ότι "Στις αρχές του εξωτερικού υφίστανται θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που έχουν συσταθεί με το π.δ. 194/1998 (ΦΕΚ 144Α), όπως ισχύει.
Με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να συσταθούν θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στις οποίες περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων - θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών, συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει....
Για τις θέσεις της παραγράφου αυτής προσλαμβάνονται, επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, εφόσον γνωρίζουν την τοπική γλώσσα. Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής.
Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, και αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διαρκείας δύο ετών, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής και η οποία δύναται να ανανεώνεται, κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων" και στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε με την παρ. 37γ του άρθρου 41 του Ν. 3712/2008 (ΦΕΚ Α 225) ότι "Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος συμβασιούχοι αορίστου χρόνου της Εξωτερικής Υπηρεσίας διατηρούν το κατά νόμο συμβατικό και μισθολογικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την εξωτερική υπηρεσία, οπότε οι θέσεις αυτές μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου της αρχής όπου υπηρετούν".
Κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41 και 50 του ως άνω Κώδικα εκδόθηκε το Π.Δ/γμα 58/2011 (ΦΕΚ Α 141/16.6.2011) με τίτλο "Τροποποίηση π.δ. 194/1998 (Α 144) μεταφορά και κατάργηση θέσεων προσωπικού αρχών εξωτερικής υπηρεσίας, κατάργηση και ανακατανομή περιφέρειας αρμοδιότητας έμμισθων προξενικών αρχών" με το άρθρο 1 του οποίου καταργήθηκε, μεταξύ των άλλων και το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην ...
της Γερμανίας και με το άρθρο 2 αυτού τροποποιήθηκε το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 194/1998 "Περί συνθέσεως προσωπικού διπλωματικών και προξενικών αρχών" (Α` 144) ως εξής : α) μεταφέρονται: ....• τρεις (3) θέσεις Πτυχιούχων Διοικητικών και μία (1) κλητήρα από το Γενικό Προξενείο ...ς στο Γενικό Προξενείο ......, β) καταργούνται ....".
Εξάλλου, με το Π.Δ/γμα 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Α' 191) ορίζεται στο άρθρο 48 ότι "Οι προσλαμβανόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού, απολύονται:
α) Για συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, που ορίζεται στο επόμενο άρθρο. β) Για υπηρεσιακή ανεπάρκεια. γ) Για σωματική ή πνευματική ανικανότητα και δ) για κατάργηση θέσης" με το άρθρο 52 ορίζεται ότι "1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου. Αν μέσα σε ένα έτος από την απόλυση αυτή συσταθεί και πάλι η θέση που καταργήθηκε, ο απολυθείς προτιμάται για την κατάληψή της. 2.
Σε περίπτωση που οι καταργούμενες θέσεις δεν εξειδικεύονται ή από το σύνολο των θέσεων κάποιας ειδικότητας ορισμένες μόνο καταργούνται, το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο, μετά από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας, αποφασίζει αιτιολογημένα για ποιούς από τους απασχολούμενους λύεται η σύμβαση εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή, η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την κοινοποίηση της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου. 3. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να εισαγάγει την υπόθεση στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάργηση των θέσεων και το συμβούλιο να αποφασίσει μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τότε που θα περιέλθει σ` αυτό η υπόθεση" και με το άρθρο 31 ορίζεται ότι "1.
Με κοινές αποφάσεις των αρμοδίων ή εποπτευόντων υπουργών επιτρέπεται η μεταφορά των κενών ή μη οργανικών θέσεων του άρθρου 103 παρ. 3 του Συντάγματος, που με οποιοδήποτε τρόπο πλεονάζουν, από Υπουργείο ή αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία σε άλλο Υπουργείο ή αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία ή από νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου σε άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου. 2.
Οι κάτοχοι των μη κενών θέσεων υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσιών στο φορέα και στον τόπο που γίνεται η μεταφορά της θέσης τους σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της παραπάνω πράξης, οπότε συντάσσεται πρακτικό εμφάνισης ή μη εμφάνισης. Η βεβαίωση μη εμφάνισης αποτελεί λόγο αυτοδίκαιης απόλυσής τους, κατά διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου ή εποπτεύοντος υπουργού".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση έκδοσης Π.Δ/τος με το οποίο αφενός μεν καταργείται έμμισθη Προξενική αρχή, αφετέρου δε μεταφέρονται όλες ή ορισμένες από τις υφιστάμενες σε αυτήν οργανικές θέσεις υπηρετούντος εκεί προσωπικού σε άλλη προξενική αρχή και δη γειτονικής πόλης, οι ως άνω μεταφερόμενες οργανικές θέσεις έχουν τον χαρακτήρα οργανικών θέσεων που πλεονάζουν, κατά την έννοια του άρθρου 31 παρ.2 του Π.Δ/τος 410/1988, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ελλείψει αντίστοιχης ρύθμισης στον Κώδικα Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 3566/2007).
Τούτο συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Δ/τος 410/1988, που αναφέρεται στη μεταφορά κενών ή μη οργανικών θέσεων σε άλλη υπηρεσία, "που με οποιοδήποτε τρόπο" πλεονάζουν. Στην ανωτέρω περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυτόθροη κατάργηση των ως άνω οργανικών θέσεων, λόγω κατάργησης της υπηρεσίας, αφού με ρητή διάταξη το ίδιο Διάταγμα που προβλέπει την κατάργηση της υπηρεσίας, προβλέπει παραλλήλως τη μεταφορά όλων ή μέρους των οργανικών θέσεων της καταργουμένης υπηρεσίας σε άλλη υπηρεσία.
Τελείως διαφορετική θα ήταν η λύση, εάν το σχετικό Π.Δ/μα ουδέν προέβλεπε για τη μεταφορά, οπότε με την κατάργηση της προξενικής υπηρεσίας θα καταργούνταν και οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις και θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 48 στοιχ. δ και 52 του Π.Δ/τος 410/1988, ενώ στη συνέχεια θα μπορούσε να γίνει σύσταση νέων οργανικών θέσεων στη νέα υπηρεσία, αντιστοίχων εκείνων που καταργήθηκαν.
Ούτε άλλωστε είναι αναγκαίο να προβλέπεται ειδικά στο Διάταγμα αυτό και η μεταφορά της ίδιας της εργασιακής σχέσης, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν θέτει η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Δ/τος 410/1988, η οποία για την εφαρμογή της αρκείται στη μεταφορά κενών ή μη οργανικών θέσεων σε άλλη υπηρεσία. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1111/2021).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση υπό το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο (υπό
ΙΙ) η αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά την κυρία βάση αυτής, ακόμα και υπό τον όρο ότι τα περιστατικά που ιστορούνται στο δικόγραφο είναι αληθινά, δεν είναι νόμιμη, διότι με βάση αυτά (τα πραγματικά περιστατικά) δεν στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας της λύσης της επίδικης σύμβασης εργασίας σύμφωνα με το νόμo και ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, ανωτέρω υπό
ΙΙΙ και
ΙV. Πιο συγκεκριμένα η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε αυτοδίκαια με την κατάργηση της Αρχής στην οποία αυτή εργαζόταν (Γενικό Προξενείο ...ς) η δε προβλεπόμενη "μεταφορά μιας θέσης κλητήρα" στο ίδιο ως άνω Π.Δ. (ενν. 58/2011) ,με το οποίο καταργήθηκε η εν λόγω Αρχή, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν συνεπάγεται τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας, εφόσον τούτο δεν προβλέφθηκε ειδικά ως μεταφορά της ίδιας της εργασιακής σχέσης (βλ. νομική σκέψη υπό
ΙΙΙ). Τα δε λοιπά ιστορούμενα περιστατικά που κατατείνουν σε τυχόν καταχρηστική μη επαναπρόσληψή της στην Αρχή όπου μεταφέρθηκε η ομοειδής με αυτήν που κατείχε θέση Κλητήρα (Γενικό Προξενείο ...) αναφέρονται αλυσιτελώς εφόσον δεν υπάρχει στην αγωγή αντίστοιχο αίτημα. Η δε βάση της αγωγής που τείνει να στηρίξει ακυρότητα της λύσης της επίδικης σύμβασης στην παράλειψη του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) να καταβάλει την κατά νόμο προσήκουσα αποζημίωση απόλυσης είναι, επίσης, μη νόμιμη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας υπό
ΙV. Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας είναι αβάσιμα και τούτοι κρίνονται απορριπτέοι. Ομοίως απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της ίδιας έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 53 του ΠΔ 410/1988, η οποία προβλέπει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την εγκυρότητα της καταγγελίας από το Δημόσιο της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου διότι στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση (σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω) ότι η θέση εργασίας της δεν καταργήθηκε και η σύμβαση εργασίας της δεν λύθηκε για το λόγο αυτό.
Τέλος η αγωγή δεν είναι νόμιμη ούτε κατά την επικουρική βάση της για το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης απόλυσης κατά το μέρος τούτου που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο β'σκέλος της πιο πάνω νομικής σκέψης υπό IV τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Με τον τελευταίο αυτό λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα παραπονείται και για αντισυνταγματικότητα των διατάξεων που εισάγουν τις ως άνω διακρίσεις υπέρ του εναγομένου-εφεσιβλήτου ως εργοδότη, ισχυρισμός που, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο τέλος της νομικής σκέψης υπό IV.
Επομένως η εκκαλουμένη η οποία κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα, ως προς τις κρίσεις της για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή και την υπαγωγή αυτών στις διατάξεις του νόμου που προαναφέρθηκαν...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας την κυρία βάση της από 4.7.2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, καθό μέρος, με αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι δεν επήλθε λύση της σύμβασης εργασίας της με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δημόσιο με την κατάργηση, με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 58/2011, του Γενικού Προξενείου ...ς από 30.6.2011, στο οποίο αυτή εργαζόταν ως κλητήρας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμη με το σκεπτικό ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή (αγωγή) δεν στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας της λύσης της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας με το αναιρεσίβλητο καθότι αυτή λύθηκε αυτοδίκαια, βάσει των διατάξεων των άρθρων 48 περ.δ και 52 παρ.1 εδ.α του Π.Δ/τος 410/1988, με την κατάργηση του Γενικού Προξενείου ...ς, και ότι η μεταφορά μιας θέσης "κλητήρα" από αυτό στο Γενικό Προξενείο του ..., δεν συνεπάγεται τη συνέχιση της εργασιακής της σχέσης ως κλητήρα στο ως άνω Προξενείο, λόγω της μη εφαρμογής, στην ένδικη περίπτωση, της διάταξης του άρθρου 31 του ιδίου Π.Δ/τος, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 31, 48 περ.δ και 52 παρ.1 εδ.α του Π.Δ/τος 410/1988 και εσφαλμένα, επίσης, εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 48 περ.δ και 52 παρ.1 εδ.α του Π.Δ/τος 410/1988 που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 31 του ιδίου Π.Δ/τος που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο διότι με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 58/2011 (ΦΕΚ Α 141/16.6.2011) καταργήθηκε, μεν, το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην ... της Γερμανίας από 30.6.2011, πλην, όμως, με το άρθρο 2 του ιδίου Π.Δ/τος μεταφέρθηκε, μεταξύ των άλλων μεταφερομένων θέσεων, από το Γενικό Προξενείο ...ς στο Γενικό Προξενείο ... της Γερμανίας και μία (1) θέση κλητήρα, και ως εκ τούτου, με την κατάργηση της ως άνω Προξενικής Αρχής δεν καταργήθηκε η ως άνω θέση, την οποία κατείχε, κατά τα εκτιθέμενα στην από 4.7.2011 αγωγή, η αναιρεσείουσα, από τις 12.6.1989, όπου εργαζόταν ως κλητήρας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αλλά η θέση αυτή του κλητήρα μεταφέρθηκε ως οργανική θέση στο Γενικό Προξενείο ...
με συνέπεια να μεταφερθεί σ'αυτό και η εργασιακή σχέση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του Π.Δ/τος 410/1988, που, ελλείψει ειδικών διατάξεων με διάφορο περιεχόμενο έχει εφαρμογή και για τους προσλαμβανόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συμβασιούχους της Εξωτερικής Υπηρεσίας (σε Πρεσβείες, Προξενεία κλπ) του Υπουργείου των Εξωτερικών, όπως η αναιρεσείουσα [βλ.
και άρθρο 5 παρ.2 του Ν. 3801/2009 "Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης" ( Α' 163) από το οποίο προκύπτει ότι στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του Π.Δ/τος 410/1988 (άρθρα 3 έως 55) υπάγεται όλο το προσωπικό του Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας] και δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα παρουσιάσθηκε στις 1.7.2011, την επομένη, δηλαδή, ημέρα της κατάργησης του Γενικού Προξενείου ...ς, στο Γενικό Προξενείο του ..., δηλώνοντας ότι αποδέχεται την ως άνω μεταφορά της οργανικής της θέσης.
Επομένως έσφαλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος που απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως μη νόμιμη με το ως άνω σκεπτικό, καθότι η αγωγή, με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή, είναι νόμιμη ως προς την κυρία βάση της, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 149 παρ.5 του Ν. 3566/2007, όπως προστέθηκε με την παρ. 37γ του άρθρου 41 του Ν. 3712/2008 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, 2 του Π.Δ/τος 58/2011 και 31 του Π.Δ/τος 410/1988 και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσία, ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 17/2015).
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 17/2015, ΑΠ 1268/2019 ΑΠ 1304/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή, που κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 471/2014, ΑΠ 332/2012, πρβλ ΑΠ 1268/2019, ΑΠ 998/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 53 παρ.1 εδ. α του Π.Δ/τος 410/1988 που ορίζει ότι η σύμβαση της εργασίας προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο που έχει χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν επιτρέπει αντίθετη συμβατική ρύθμιση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 656 (βλ.
και 672) του ΑΚ συνάγεται ότι αν η ως άνω σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από το Δημόσιο, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και ο μισθωτός έχει δικαίωμα να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και εφεξής χρονικό διάστημα (ΑΠ 61/2015, ΑΠ 81/2009). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι " Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:
α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία και μέχρι έξι έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξι και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τριών μηνών και πάνω από οκτώ και μέχρι δέκα έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών. β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των το ποσό των αποδοχών ενός μήνα" Με την ως άνω διάταξη ρυθμίζονται τα περί της αποζημίωσης, λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, κατά τρόπο πλήρη, για την από οποιοδήποτε λόγο λύση της σύμβασης εργασίας του ανωτέρω προσωπικού, ώστε να μην απομένει έδαφος παραπομπής συμπληρωματικά στις διατάξεις του Ν. 2112/1920 ή του Ν. 3198/1955, (ΑΠ 558/2018, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1159/2011), και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 5 παρ. 3 του τελευταίου αυτού νόμου που προβλέπει ως προυποθέσεις της εγκυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας την τήρηση εγγράφου τόπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Εξ άλλου με το άρθρο 60 παρ.2 του ΑΝ 1846/1951 ορίζεται ότι "Αι τυχόν εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί υποχρεωτικής προσλήψεως μισθωτών, συνδεομένων δια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου μέσω των Γραφ. Ευρέσεως Εργασίας, και αι τυχόν τοιαύται περί υποχρεωτικής αναγγελίας επί ποινή ακυρότητος της καταγγελίας των ως άνω συμβάσεων δεν εφαρμόζονται δια το Δημόσιον.
Αι ενεργούσαι όμως τας προσλήψεις ή καταγγελίας τοιούτων συμβάσεων διοικητικαί αρχαί ή άλλα δημόσια όργανα υποχρεούνται όπως αναγγέλλουν εις τα οικεία Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας πάσαν τοιαύτην πρόσληψιν ή καταγγελίαν, χωρίς όμως η παράλειψις της τοιαύτης αναγγελίας να συνεπάγεται οιανδήποτε αστικήν ή ποινικήν κύρωσιν ή υποχρέωσιν αποζημιώσεως έναντι του μισθωτού ή τρίτων έναντι του Δημοσίου" και με το άρθρον 48 παρ.2 του ΝΔ 2698/1953 ορίζεται ότι "Η αληθής έννοια της παραγρ. 2 του άρθρου 60 του Α.Ν. 1846/51 "περί Κοιν.
Ασφαλίσεων" είναι ότι το Δημόσιον υποχρεούται να καταβάλη εις τους απολυομένους μισθωτούς του το υπό του 10ου άρθρου του Α.Ν. 913/1949 προβλεπόμενον βοήθημα και ειδοποιήση εγγράφως περί της γενομένης απολύσεως του απολυομένου το οικείον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας, η παράλειψις όμως και ελλιπής εκπλήρωσις των διατυπώσεων τούτων δεν συνεπάγεται οιανδήποτε αστικήν κύρωσιν έναντι του Δ/σίου ή ποινικήν τοιαύτην κατά των οργάνων αυτού, αλλ` αποτελεί μόνον πειθαρχικόν παράπτωμα του αρμοδίου οργάνου του Δημοσίου".
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 55 του Π.Δ/τος 410/1988 προκύπτει ότι η εκ μέρους του Δημοσίου καταγγελία της εργασιακής σύμβασης χωρίς τήρηση εγγράφου τύπου και καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης δεν συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας (ΟλΑΠ 21/1992, ΑΠ 1156/1999, ΑΠ 1191/1990, ΑΠ 1156/1999).
Οι ως άνω ρυθμίσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν ως σκοπό την αποσόβηση σοβαρής οικονομικής επιβάρυνσης του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της υπό των οργάνων του μη τήρησης των όρων και διατυπώσεων για τη απόλυση του πολυάριθμου πάσης φύσεως προσωπικού του, συνδεόμενου με σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1562/1990, ΑΠ 1191/1990) δεν αντίκεινται στην συνταγματική αρχή της ισότητας κατά το μέρος που δεν απαγγέλουν ακυρότητα της καταγγελίας ή της λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καθότι το προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο τελεί σε διαφορετικές συνθήκες με το προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας σε άλλο εργοδότη, για την εγκυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης του οποίου απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, η δε ως άνω διαφοροποίηση δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και της οικονομικής κατάστασης αυτού στην οποία συμβάλλουν και οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Επίσης οι ως άνω διατάξεις, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν είναι άκυρη η καταγγελία ή λύση της σύμβασης εργασίας μισθωτού του Δημοσίου στην περίπτωση της μη τήρησης του εγγράφου τύπου και της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθότι με αυτό αναγνωρίζεται η εξουσία κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στο οποίο αποβλέπουν και οι προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις.
Επίσης, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 179/2019) ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 323/2017).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 636/2021, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 718/2017, ΑΠ 605/2015).
Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 796/2021, ΑΠ 721/2020, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί (ΑΠ 543/2021, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 597/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κρίνοντας ως μη νόμιμη την αγωγή της με την αιτιολογία ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή δεν στοιχειοθετείτο λόγος ακυρότητας της λύσης της σύμβασης εργασίας της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 48, 53 και 55 του Π.Δ/τος 410/1988, καθότι όφειλε να κρίνει ότι, αφού με την κατάργηση του Γενικού Προξενείου ...ς δεν υφίστατο κατάργηση της θέσης της αλλά μεταφορά αυτής στο Γενικό Προξενείο του ..., η λύση της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι ως άνω διατάξεις δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, καταγγελία που σε κάθε περίπτωση είναι άκυρη καθότι δεν έγινε εγγράφως και δεν της καταβλήθηκε και η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ακολούθως και σε συνάρτηση με τον ως άνω λόγο αναίρεσης με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την κρίση της ότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου εκ μέρους του Δημοσίου δεν γεννά ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 49, 57 παρ.2, 60 παρ.2 του ν.993/1979, 60 παρ. 2 α.ν. 1846/1951, 48 παρ.2 ν.δ. 2698/1953 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 και τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 53 του Π.Δ/τος 410/1988 καθότι όφειλε να κρίνει ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού κατά τα προαναφερόμενα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, για την πληρότητά του έπρεπε να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ότι είχε προβληθεί με το δικόγραφο της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ο ως άνω ισχυρισμός της περί ακυρότητας της καταγγελίας της αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας της από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο γιατί δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος, για τον οποίο (ισχυρισμό) με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης.
Σε κάθε δε περίπτωση και από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 4.7.2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν είχε προβάλλει ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου, που να στηρίζεται στο άρθρο 53 του Π.Δ/τος 410/1988 ότι δηλαδή δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας.
Εφόσον δε, δεν είχε προταθεί τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους της ενάγουσας (περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου) με το δικόγραφο της αγωγής της, απαράδεκτα προβλήθηκε από αυτήν, ο ως άνω ισχυρισμός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το δεύτερο λόγο της από 16.9.2015 έφεσής της (που απορρίφθηκε από το Εφετείο με την αιτιολογία ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η θέση εργασίας της δεν καταργήθηκε με την κατάργηση του Γενικού Προξενείου ...ς) καθότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής της (άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ), και συγκεκριμένα προσθήκη, με την έφεση, λόγου ακυρότητας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (νέα βάση), πέραν της κυρίας αγωγικής βάσης που στηρίζεται, όπως προεκτέθηκε, στην ακυρότητα της λύσης της σύμβασης εργασίας της με το εναγόμενο Δημόσιο, για το λόγο ότι δεν καταργήθηκε, με την κατάργηση του Γενικού Προξενείου ...ς, η θέση εργασία της ως κλητήρα αλλά ότι μεταφέρθηκε αυτή στο Γενικό Προξενείο του ....
Τέλος κατά το μέρος που με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αλλά με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη γιατί δεν έγινε εγγράφως και δεν της καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την κρίση του ότι "η δε βάση της αγωγής που τείνει να στηρίξει την ακυρότητα της λύσης της επίδικης σύμβασης εργασίας στην παράλειψη του εναγομένου να καταβάλει την κατά νόμο προσήκουσα αποζημίωση είναι επίσης μη νόμιμη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας" ορθά εφάρμοσε τις προεκτεθείσες στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 60 παρ.2 του Α.Ν 1846/1951, 48 παρ.2 του Ν.Δ/τος 2698/1953 και 55 του Π.Δ/τος 410/1988 (με το οποίο Π.Δ.
κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διατάξεις του Ν. 993/1979 που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου), καθότι η μη καταβολή αποζημίωσης και η μη τήρηση εγγράφου τύπου εκ μέρους του Δημοσίου δεν συνεπάγεται ακυρότητα της λύσης της σύμβασης εργασίας μισθωτού του ούτε την υποχρέωση για καταβολή μισθών υπερημερίας, η δε ως άνω ρύθμιση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατόπιν τούτων ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ως άνω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις καθώς και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συνακόλουθα, και η υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της λύσης της σχέσης εργασίας της ενάγουσας ως μη νόμιμη.
Ως προς δε την επικουρική βάση της αγωγής, περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης ύψους 51.570,75 ευρώ, που έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδικάσθηκε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ποσό αποζημίωσης απόλυσης ύψους 15.000 ευρώ, που επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που το ως άνω αγωγικό αίτημα υπερέβαινε το ύψος των 15.000 ευρώ, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κυρία βάση της αγωγής, επεκτείνεται κατ'ανάγκη και στη διάταξη αυτής που αναφέρεται στην επικουρική βάση της αγωγής, που σωρεύθηκε, κατ'άρθρο 219 του ΚΠολΔ, με την κυρία βάση (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 1689/2008, ΑΠ 1608/1991), αφού η έρευνα της επικουρικής βάσης, προϋποθέτει την απόρριψη της κυρίας βάσης (ΑΠ 1608/1991).
Επομένως πρέπει κατά τα ως άνω μέρη να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987 .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 4529/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ