Legislator Case Law & Legislation
1466/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against collective agreement as inadmissible for one defendant and rejects it against others.

Case Number 1466/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the sixth defendant, Γ. Κ., due to procedural irregularities in summoning him for the hearing. While the appeal was rejected against the remaining defendants, the court ordered the appellant company to pay 1,800 euros in legal costs. The decision upholds the lower court's ruling on the validity of the collective agreement's provisions regarding additional payments for bus drivers.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio which party advances the appeal hearing if a defendant fails to appear; if the absent party validly advances the hearing after proper summons, the case proceeds as if all parties were present, otherwise the hearing is declared inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility summons irregularity collective agreement legal costs award procedural default civil procedure code bus driver employment

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4, items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Law 4046/2012
Decision 6/28.2.2012 of the General Secretariat of Labor

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1466 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1466/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μεταφορικής - Τουριστικής - Εμπορικής Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Ν.Α. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: Α) 1. Η. Φ. του Ι. έως και 33. Κ. Π. του Γ., όλων κατοίκων Πατρών, εκ των οποίων οι με α/α 1ος, 3ος, 4ος, 9ος, 14ος, 15ος, 17ος, 19ος, 25ος, 30ος και 33ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν. Β) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνδικάτων μεταφορών Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 484/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 103/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει σ' αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτησή της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, έχοντας κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επισπεύδει τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1061/2010). Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση για τον απολειπόμενο κατ' αυτή διάδικο, εφ' όσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη και χωρίς εναντίωση παράστασή του καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ'αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου (ΑΠ 613/2020). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ'αριθ.1488 Β/9-10-2018, 1512 Β/12-10-2018, 1486 Β/9-10-2018, 1504 Β/11-10-2018, 1492 Β/10-10-2018, 1490 Β/10-10-2018, 1494 Β/10-10-2018, 1510 Β/12-10-2018, 1495 Β/10-10-2018, 1517 Β/12-10-2018, 1505 Β/11-10-2018, 1483 Β/9-10-2018, 1514 Β/12-10-2018, 1515 Β/12-10-2018, 1513 Β/12-10-2018, 1500 Β/11-10-2018, 1511 Β/12-10-2018, 1497 Β/10-10-2018, 1516 Β/12-10-2018, 1485 Β/9-10-2018 και 1499 Β/11-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πατρών Βασιλείου Βλαντή και την υπ'αριθ.2652 Δ/12-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αθανασίου Καμβάκη ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθ.103/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, πλήν του έκτου εξ αυτών Γ.

Κ. του Κ.ου, για τον οποίο δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως και συγκεκριμένα στους Κ. Σ. (2ο), Δ. Σ. (5ο), Α. Φ. (7ο), οΠ. Μ. (8), Ν. Χ. (10ο), Β. Δ. (11ο), Π. Δ. (12ο), Β. Π. (13ο), οΚ. Π. (16), Κ. Α. (18ο), Ν. Ν. (20ο), Ν. Φ. (21ο), Π. Δ. (22ο), Μ. Δ. (23ο), Τ. Ψ. (24ο), Ν. Π. (26ο), Β. Π. (27ο), Γ. Γ. (28ο), Ν. Δ. (29ο), Ν. Θ. (31ο), Δ. Μ. (32ο) και στην προσθέτως υπερ αυτών παρεμβάσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 6 την δικάσιμο της 19-3-2019, κατά την οποία οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν καίτοι νομίμως κλητευθέντες (πλην του απόντος Γ.

Κ.) όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως εκείνης και κατά την οποία η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε νομίμως, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία οι ανωτέρω απόντες αναιρεσίβλητοι (πλήν του Γ. Κ. για τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέκυψε ότι έγινε ουδεμία επίδοση αντιγράφου του δικογράφου της αναίρεσης και η προσθέτους παρεμβάσα ως άνω δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση όφειλαν να παραστούν χωρίς νέα κλήτευση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι αυτοί είχαν νομίμως κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.

Αυτοί, όμως, δεν παρέστησαν κατά την δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης. Επομένως πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 576 παρ.2).

Όσον αφορά όμως τον μη κλητευθέντα έκτο αναιρεσίβητο Γ. Κ. του Κ. και απόντα τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν (ΚΠολΔ 576 παρ.2 εδ.β'). Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, Α.Π. 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της υπό στοιχείο (Β) αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδος", η οποία κατά την πρωτοβάθμια δίκη είχε προφορικά παρέμβει προσθέτως υπέρ των εναγόντων και ήδη (υπό στοιχείο Α) αναιρεσιβλήτων, μελών του πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ΚΤΕΛ Ιωαννίνων", το οποίο τυγχάνει μέλος αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 669 του ΚΠολΔ και είχε μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας είχε στραφεί και κατ' αυτής, είναι μεν απαράδεκτη κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης. ? Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσης, εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και απασχολουμένους υπό τις ίδιες συνθήκες.

Ως συναφείς (ή παρεμφερείς) εργασίες, για τις οποίες δεν παρέχεται σχετική αξίωση, θεωρούνται οι εργασίες εκείνες, οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλομένη από τη σύμβαση κύρια εργασία, ως εργασίες προπαρασκευαστικές, συμπληρωματικές ή παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά το χαρακτήρα της τελευταίας.

Η πρόσθετη αυτή αμοιβή διακρίνεται σαφώς των επιδομάτων που καταβάλλονται και αυτά, πέραν του βασικού μισθού, ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας, είτε σε σχέσης με την προσωπική κατάσταση του μισθωτού (πχ. οικογενειακά επιδόματα, επίδομα σπουδών), είτε σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού (πχ επίδομα τριετιών ή πολυετίας, επίδομα θέσης), είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (πχ.

επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών κλπ). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης παροχής, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αύτη οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη παροχή αυτή (σχετ.

ΑΠ 614/1991, γενικώς ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 στοιχ. Β παρ.4 και 5 του Π. Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του Κ/. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, καθώς και τους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των άνω λεωφορείων, όταν απασχολούνται ως οδηγοί, ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο αυτών (οδηγών), ανεξάρτητα εάν οι εν λόγω συγκοινωνιακοί φορείς λειτουργούν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως στη προκειμένη περίπτωση, ή όχι (άρθρα 1 παρ.1 και 2 και 2 παρ.1 περ.

α και β του ως άνω Π.Δ/τος) καθορίζονται τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των οδηγών και εισπρακτόρων των ΚΤΕΛ, ανεξαρτήτως της μορφής της σχέσης εργασίας αυτών. Συγκεκριμένα, με την παρ. 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι οι οδηγοί διευθύνουν την κίνηση και λειτουργία των λεωφορείων και ειδικότερα: α) Φροντίζουν για την κανονική και ασφαλή οδήγηση του λεωφορείου και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για κάθε υπαίτια και μόνο βλάβη ή φθορά του λεωφορείου, β) Τηρούν τις διατάξεις που αφορούν την κυκλοφορία και ασφάλεια του λεωφορείου και θέτουν σε λειτουργία το σύστημα ψύξης ή θέρμανσης ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και εφόσον δεν αντιδρά στη λειτουργία αυτού ομάδα επιβατών, γ) Καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να επιδιορθώσουν, επιτόπου, βλάβη του λεωφορείου, που επήλθε την ώρα της υπηρεσίας του, ώστε αυτό να μπορεί να επαναλειτουργήσει άμεσα...

δ) Φροντίζουν για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό και προβαίνουν τακτικά στην επιθεώρηση του για την διαπίστωση της ασφαλούς κυκλοφορίας του, ε) Ελέγχουν την καθαριότητα του λεωφορείου κατά την ώρα υπηρεσίας του και υποχρεούνται να αναφέρουν κάθε παράλειψη στο σταθμάρχη, στ)...

ζ) ... η) Εκτελούν επακριβώς τα οριζόμενα τακτικά και έκτακτα δρομολόγια και αναφέρουν στο σταθμάρχη την τυχόν ύπαρξη και μη εξυπηρέτηση αναμενόντων επιβατών στις ενδιάμεσες στάσεις, θ) Υποχρεούνται να εκτελούν κάθε δρομολόγιο, το οποίο υποδεικνύουν τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ, ι) Οι οδηγοί υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελούν, καθ' οδόν, και χρέη εισπράκτορα.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση, όπως καθορίζεται κάθε φορά στις ΣΣΕ. Επίσης είναι υποχρεωμένοι, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνουν διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ, ια) Σε περίπτωση βλάβης εκδοτικού - ακυρωτικού μηχανήματος λεωφορείου κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, υποχρεούνται να εκδώσουν ή ακυρώσουν τα εισιτήρια των επιβατών.

Εξάλλου, με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι οι εισπράκτορες: α) Φροντίζουν για την κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξης μέσα σ' αυτό, συνεπικουρούμενοι στην ανάγκη και από Αστυνομικά όργανα, την επέμβαση των Οποίων υποχρεούνται να ζητούν όταν οι ίδιοι δεν δύναται να τηρήσουν την τάξη εντός του λεωφορείου, β) Απαγγέλλουν ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και δίδουν έγκαιρα στον οδηγό Τα ανάλογα με την κίνηση σήματα, γ) Εκδίδουν και χορηγούν τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήριο και φορτοεκφορτώνουν τις αποσκευές των επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων κατά τη διάρκεια του εκτελουμένου δρομολογίου, δ) Ελέγχουν τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, καταχωρούν ό,τι υποχρεούνται στο φύλλο πορείας και το αποδίδουν υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία του ΚΤΕΛ..., ε) Καταχωρούν στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία, στ) Εκτελούν τις εντολές των Προϊσταμένων τους, εκδίδουν εισιτήρια σε περισσότερα του ενός λεωφορεία, αλλάζουν λεωφορεία καθ* οδόν, σε πολυσύχναστα σημεία, που καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ, ζ) Μεριμνούν, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας, για την τήρηση της καθαριότητας στο εσωτερικό του λεωφορείου (υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου)..., η) ....

θ) Παρέχουν στον οδηγό κάθε βοήθεια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ιδιαίτερα προκειμένου για επιδιόρθωση επιτόπιας βλάβης του λεωφορείου την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου, ι)..., ια)... Αντίστοιχες, σχεδόν ταυτόσημες, ήταν και οι ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος Π.Δ/τος 229/1994 στο άρθρο 7 στοιχ. Β παρ.1 (εισπράκτορες) και 2 (οδηγοί) αυτού.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής συνάγεται ότι, αν και τόσον οι οδηγοί, όσο και οι εισπράκτορες ανήκουν στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό, του μεν οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου αυτών, όταν αυτοί δεν είναι ήδη εφοδιασμένοι με εισιτήρια, και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ, στον έλεγχο των καρτών ή εισιτηρίων με τα οποία οι επιβάτες είναι ήδη εφοδιασμένοι, ως και στη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών αυτών.

Η ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 10 στοιχ. Β παρ. 4 περ.ι του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ της προαναφερθείσας υποχρέωσης του οδηγού να εκτελεί καθ' οδόν, έναντι καταβολής αποζημίωσης, και χρέη εισπράκτορα σε λεωφορεία που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, έχει τεθεί προκειμένου να μην υπάρχουν σχετικές αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση αυτή του οδηγού, η οποία, παρά την επιβάρυνση του τελευταίου και τη συνακόλουθη καθυστέρηση στην εκτέλεση των δρομολογίων, επάγεται την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών από τους κατά τόπους συγκοινωνιακούς φορείς από την αποφυγή πρόσληψης εισπρακτόρων.

Συνακόλουθα, η αναφορά στο νόμο της υποχρέωσης αυτής δεν μεταβάλλει τη φύση της απασχόλησης του οδηγού, ασκούντος καθ' οδόν τα καθήκοντα του εισπράκτορα, ως πρόσθετης εργασίας αυτού, διαφορετικής εκείνης της κύριας απασχόλησης αυτού, ούτε καθιστά την εν λόγω απασχόληση συναφή (παρεπομένη) στο αντικείμενο της κύριας απασχόλησης αυτού ως οδηγού, αφού αυτή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά προπαρασκευαστική, συμπληρωματική ή παρακολουθηματική της οδήγησης εργασία.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 7 στοιχ.Β παρ.2 περ.θ του προηγουμένου Π.Δ/τος 229/1994 η ανάλογη αποζημίωση για την απασχόληση αυτή προβλεπόταν "για τη πρόσθετη εργασία". Επομένως, η κατά τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου πρόσθετη απασχόληση καθ' οδόν του οδηγού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από αυτόν κατά τρόπο διαρκή εξαιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά-πρόσθετη εργασία αυτού για την οποία ο τελευταίος δικαιούται ανάλογης πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 1476/2011).

Ενόψει δε του ότι το ύφος της πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία είναι ανάλογο του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με την εργασία αυτή μέσα στο νόμιμο ωράριο του και στη συγκεκριμένη περίπτωση του χρόνου της απασχόλησης καθ' οδόν των οδηγών λεωφορείων των ΚΤΕΛ με καθήκοντα εισπράκτορα, η διάρκεια δε της εν λόγω απασχόλησης εξαρτάται από άδηλους και κυμαινόμενους παράγοντες (αριθμός επιβατών που θα επιβιβασθούν ή θα αποβιβασθούν σε ενδιάμεσες στάσεις, αριθμός αποσκευών προς φόρτωση ή εκφόρτωση, προορισμός του δρομολογίου, περίοδος ή ώρα πραγματοποίησης αυτού) και συνακόλουθα προς αποφυγή προσφυγής στην έννοια του ειθισμένου μισθού, με την εν λόγω διάταξη προβλέφθηκε ειδικά ο τρόπος προσδιορισμού της αμοιβής για την πρόσθετη αυτή εργασία, με βάση σχετική ρύθμιση στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο μείωσης του αριθμού των χρησιμοποιουμένων εισπρακτόρων από όλα τα ΚΤΕΛ της χώρας και την ανάθεση στους οδηγούς των λεωφορείων, που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, των καθηκόντων του εισπράκτορα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, και ιδίως του έργου της χορήγησης εισιτηρίων και της είσπραξης των χρημάτων από τους επιβιβαζόμενους κατά τη διάρκεια της διαδρομής από ενδιάμεσες στάσεις επιβάτες και της φορτοεκφόρτωσης των αποσκευών σε ενδιάμεσες στάσεις, είχε προβλεφθεί αρχικά με την υπ' αριθμό 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως, διοικήσεως, διαχειρίσεως και βοηθητικού τοιούτου των αστικών, υπεραστικών λεωφορείων απάσης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 16291/ 29.7.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 471/ 10.8.1981 πρόσθετη μισθολογική παροχή συγκεκριμένου ύψους.

Ειδικότερα, με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση ορίσθηκε ότι "εις τους οδηγούς, οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος, χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100 ανά ημέραν απασχολήσεως εις λεωφορεία άνευ εισπράκτορος". Το ύψος της παροχής αυτής αναπροσαρμοζόταν στη συνέχεια με τις ρυθμίσεις των επομένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων και τελικά ορίσθηκε σε 5,90 ευρώ ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα από 1.5.2009 με το άρθ. 3 στοιχ. 1 της υπ' αριθ. 8/2009 διαιτητικής απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης-διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων" (πράξη κατάθ.

Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 2/24.4.2009), ποσό που διατηρήθηκε στο ίδιο ύψος και με το άρθρο 3 της μεταγενέστερης υπ' αριθ. 50/2010 ομοίας διαιτητικής απόφασης (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 26/16.11.2010). Και ναι μεν με τις πιο κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρίζουν την ανωτέρω παροχή ως "επίδομα οδηγών λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα" πλην όμως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μεταβάλλει τη φύση της πιο πάνω μισθολογικής αμοιβής ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του δοθέντος στον πιο πάνω κανονιστικό όρο από τα μέρη χαρακτηρισμού, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας (ΑΠ 1002/2017).

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ.6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Oι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις διαιτητικές αποφάσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά τη πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή τη καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010) μέχρι την τυχόν κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Η ανωτέρω ρύθμιση, αποβλέπουσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επί μέρους κλάδων της ελληνικής οικονομίας, αφορά τις αποδοχές των μισθωτών στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης αυτών και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας των και δεν αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που από τη φύση τους δεν αποτελούν αναγκαστικά μέρος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, αλλά η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο, όπως είναι η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης, η αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών ή αργιών, η αποζημίωση για εκτός έδρας απασχόληση και συνακόλουθα στην προκειμένη περίπτωση η αμοιβή για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία (ΑΠ 1002/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το ως άνω εδάφιο β'αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνε" κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009)..

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ή 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτή ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτή ως ορισμένη.

Πρόκειται, δηλαδή, και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (Ολ ΑΠ 16/1998). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015).

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 661/2018, ΑΠ 254/2016).

Ειδικότερα, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) γα σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από τα αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση .

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των εδαφίων α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (ΑΠ 595/2020, ΑΠ ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικα από 7-6-2015 και μ' αριθμό κατάθεσης 412/11-6-2015 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν στην Πάτρα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από ιδιοκτήτες λεωφορείων ενταγμένων αρχικά στο Υπεραστικό ΚΤΕΑ και εν συνεχεία στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία για να εκτελέσουν χρέη οδηγού στα αναφερόμενα για τον καθένα λεωφορεία.

Ότι οι ίδιοι, πέραν της κύριας εργασίας τους ως οδηγών λεωφορείων, εκτελούσαν και χρέη εισπράκτορα, λαμβάνοντας ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα οδηγήσεως λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα, σύμφωνα με την 50/2010 διαιτητική απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης-διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ...".Ότι, αν και το ποσό αυτό χαρακτηρίσθηκε ως επίδομα με την ανωτέρω ΔΑ, είχε το χαρακτήρα πρόσθετης μισθολογικής αμοιβής για την επί πλέον εργασία εισπράκτορα που παρείχαν, τα καθήκοντα του οποίου διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων του οδηγού λεωφορείου.

Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ και τη λήξη της ισχύος της ανωτέρω ΔΑ, έπαυσε από το Μάιο του έτους 2012 να τους καταβάλλει την ως άνω πρόσθετη αμοιβή, η καταβολή της οποίας, όμως, δεν επηρεάζεται από τις ρυθμίσεις της 6/2012 ΠΥΣ. Επικαλούμενοι περαιτέρω οι ενάγοντες ότι εκτελούσαν οι τριάντα πρώτοι από αυτούς τουλάχιστον 18 δρομολόγια το μήνα χωρίς εισπράκτορα και οι 31ος και 32ος τουλάχιστον 10 δρομολόγια το μήνα χωρίς εισπράκτορα, ζήτησαν στη συνέχεια να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει την ανωτέρω αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από Μάϊο 2012 έως Απρίλιο 2015, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 3.823 ευρώ για κάθε ένα από τους τριάντα πρώτους και στο ποσό των 2.124 ευρώ για κάθε ένα από τους λοιπούς κυρίως βάσει των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και επικουρικά βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατόπιν δε ασκηθείσας εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των λόγων αναίρεσης που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή των εναγόντων -ήδη αναιρεσειόντων αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού στο οικείο δικόγραφο δεν αναφέρονται τι είδους δρομολόγια έκανε κάθε μήνα κάθε ένας από τους ενάγοντες, πότε τα έκανε, ποια δρομολόγια ήταν κλειστού τύπου και ποια πρόσθετη εργασία υποχρεώθηκε κάθε ένας από αυτούς να κάνει, με σαφή προσδιορισμό της κατ' είδος και τη χρονική διάρκεια αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται αν ο σχετικός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμός, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο και έγινε επίκληση των λόγων που καθιστούν παραδεκτή την βραδεία προβολή του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των προτάσεων της εναγομένης ενώπιον αυτού και των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής ούτε προφορικά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, όπου περιορίσθηκε να δηλώσει μόνο ισχυρισμούς περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, νόμω αβάσιμου της αγωγής, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ένσταση συμψηφισμού, όπως έπραξε και με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον αυτού.

Η ήδη αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο επισημαίνει ότι προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό με τις προτάσεις της προς αντίκρουση της έφεσης των εναγόντων, πλην όμως σ' αυτές δεν δικαιολογεί το λόγο της βραδείας προβολής του ισχυρισμού αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, ήτοι ότι: "Οι ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν στην Πάτρα, προσλήφθηκαν από ιδιοκτήτες λεωφορείων ενταγμένων αρχικά στο ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ και ήδη με το Ν. 2963/2001 στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου να απασχοληθούν ως τακτικό προσωπικό με την ειδικότητα των οδηγών λεωφορείων σε υπεραστικά δρομολόγια σε όλη την επικράτεια και συγκεκριμένα στο δίκτυο δρομολογίων που καλύπτει το ΚΤΕΛ ΑΧΑΪΑΣ, πλην των δύο τελευταίων εναγόντων (του 32ου και 33ου), που εκτελούσαν τα καθήκοντα των εφεδρικών οδηγών.

Συνεπώς, η ειδικότητα με την οποία είχαν προσληφθεί και εργάζονταν οι ενάγοντες επί σειρά ετών ήταν αυτή του οδηγού. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι επί πολλά έτη, κατά πάγια επιχειρηματική συνήθεια και πρακτική της εναγόμενης, στο σύνολο σχεδόν των εκτελούμενων δρομολογίων από τους ενάγοντες, τα οποία δρομολογούνταν χωρίς εισπράκτορα, εκτός από τα καθήκοντα της ειδικότητας τους ως οδηγών υπεραστικών λεωφορείων, εκτελούσαν και χρέη εισπράκτορα και για το λόγο αυτό ελάμβαναν πρόσθετη αμοιβή από την εναγομένη το ποσό των 5,90 ευρώ ανά δρομολόγιο, όπως το ποσό αυτό είχε διαμορφωθεί με την υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητική απόφαση.

Η εναγομένη, ενώ εφάρμοσε την προαναφερόμενη ΔΑ, ως προς τον όρο μ£ τον οποίο προβλέπεται η καταβολή αμοιβής για απασχόληση σε λεωφορείο χωρίς εισπράκτορα, από την έναρξη ισχύος της, ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 2010 μέχρι 30 Απριλίου 2012, από το μήνα Mάϊο του 2012 και εφ' εξής, επικαλούμενη την από 28 Μαρτίου 2012 καταγγελία της εν λόγω ΔΑ, έπαυσε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 5,90 ευρώ για τις διαδρομές που εκτελούσαν χωρίς εισπράκτορα βασιζόμενη στην υπ' αριθμό 6/28-2- 2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία ρυθμίστηκαν ειδικά τα θέματα για την εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012.....

Ότι η εναγομένη λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, από τον μήνα Μάιο του 2012 και εφεξής έπαυσε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 5,90 ευρώ για τις διαδρομές που εκτελούσαν χωρίς εισπράκτορα, επικαλούμενη την από 28 Μαρτίου 2012 καταγγελία της εν λόγω ΔΑ, καταγγελία η οποία έγινε διότι η καταβολή του ως άνω ποσού θεωρήθηκε ως επίδομα.

Σύμφωνα όμως με όσα έχουν αναφερθεί στην ανωτέρω σκέψη, μολονότι στην ανωτέρω ΔΑ το εν λόγω ποσό των 5,90 ευρώ χαρακτηριζόταν και καταβαλλόταν ως επίδομα, εντούτοις, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η παροχή αυτή δεν είχε τα νομικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά του επιδόματος, αλλά αποτελούσε πρόσθετη αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας.

Τούτο δε διότι, μολονότι οι οδηγοί και οι εισπράκτορες ανήκουν στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό, του μεν αντικειμένου του οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε τοιούτου του εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου, όταν αυτοί δεν είναι ήδη εφοδιασμένοι με εισιτήρια, και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ, στον έλεγχο των καρτών ή εισιτηρίων με τα οποία οι επιβάτες είναι ήδη εφοδιασμένοι, ως και στη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών αυτών.

Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω σκέψεις, και εφόσον η ως άνω παροχή των 5,90 ευρώ δεν αποτελούσε επίδομα, η σχετική αξίωση των εναγόντων για την καταβολή του ποσού αυτού δεν έχει καταργηθεί με το άρθρο 2 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ μετά την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης.

Επομένως, παρά τη λήξη ισχύος της προαναφερόμενης 50/2010 διαιτητικής απόφασης, η ρύθμιση αυτής που καθορίζει το ύψος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός όρος των ήδη εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων και έτσι η εναγομένη εξακολουθεί να υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων οδηγών αμοιβή για την εργασία εισπράκτορα, την οποία παρέχουν πέραν από την κύρια εργασία τους ως οδηγοί λεωφορείων......

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του επίδικου διαστήματος, ήτοι από το Μάιο του έτους 2012 έως το Απρίλιο του έτους 2015, δηλαδή για 36 μήνες, οι 31 πρώτοι ενάγοντες εργάζονταν ως οδηγοί κάθε μήνα τουλάχιστον 18 ημέρες χωρίς εισπράκτορα, ενώ ο 32ος και 33ος των εναγόντων εργάζονταν ως εφεδρικοί οδηγοί κάθε μήνα τουλάχιστον 10 ημέρες χωρίς εισπράκτορα.

Συνεπώς οι 31 πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται έκαστος εξ αυτών το ποσό των 3.823 ευρώ (5,90 ευρώ XI8 δρομολόγια = 106,20 ευρώ το μήνα Χ 36 μήνες =3.823 ευρώ), ενώ οι 32ος και 33ος των εναγόντων δικαιούνται έκαστος εξ αυτών το ποσό των 2.124 ευρώ (5,90 ευρώ Χ 10 δρομολόγια =59 ευρώ το μήνα Χ36 μήνες = 2124 ευρώ και όχι 3823 ευρώ, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται στο σημείο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η εναγομένη τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίζεται ότι σταμάτησε να χορηγεί στους ενάγοντες την επίδικη παροχή και σε επίδειξη πνεύματος καλής θέλησης πρότεινε σ' αυτούς την καταβολή προμήθειας 12% επί της τιμής του πωλούμενου καθ' οδόν εισιτηρίου, μέτρο που όλοι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν και το λαμβάνουν από 1-7-2012 και εφεξής, αναφέροντας αναλυτικά τα ποσά που έχει λάβει κάθε ενάγων για την ανωτέρω αιτία, τα οποία η εναγομένη προτείνει σε συμψηφισμό με τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων.

Ωστόσο, η ανωτέρω προμήθεια του 12% καταβαλλόταν παράλληλα με την επίδικη παροχή και αποτελούσε ένα έξτρα κίνητρο της εναγομένης προς τους οδηγούς. Ότι, το γεγονός ότι χορηγείτο παράλληλα με την επίδικη παροχή και για συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή την έκδοση εισιτηρίων, σε αντίθεση με την ένδικη παροχή που καταβαλλόταν για το σύνολο των καθηκόντων του εισπράκτορα (εξυπηρέτηση επιβατών, εκφόρτωση αποσκευών, αναγγελία στάσεων κλπ), αποδεικνύει ότι οι παροχές αυτές δεν ταυτίζονται, ούτε επικαλύπτονται, αλλά ούτε η ως άνω προμήθεια του 12% δόθηκε σε υποκατάσταση της επίδικης παροχής από τη στιγμή που σταμάτησε αυτή να καταβάλλεται.

Ότι από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίδικη παροχή καταβαλλόταν για την εκπλήρωση όλων των καθηκόντων του εισπράκτορα, πλην της έκδοσης εισιτηρίων, για την οποία καταβαλλόταν ειδικά ποσοστό 12% επί των εισπράξεων μόνο σε όσους οδηγούς εξέδιδαν εισιτήρια.

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμψηφισμό των δύο παραπάνω διαφορετικών παροχών, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες οδηγοί λεωφορείων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής για τη πρόσθετη (καθ' οδόν) απασχόληση αυτών με τα καθήκοντα του εισπράκτορα, τα οποία διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων του οδηγού λεωφορείου (και κατά λογική ακολουθία δεν είναι συναφή με ta τελευταία) και ότι η σχετική αξίωση αυτών δεν έχει καταργηθεί με το άρθρο 2 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ.

μετά την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία της υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, διότι δεν συνιστά επίδομα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 της υπ' αριθμό 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 του Ν.4046/2012, ούτε εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 10 στοιχ.

Β παρ. 4 περ. ι και 5 του υπ' αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος, καθώς και αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας διότι, παρά τη λήξη της ισχύος της με αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, η ρύθμιση αυτής, που καθορίζει το ύφος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης, εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός όρος των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων, εφόσον κατά τα ήδη προεκτεθέντα η παροχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στη ρύθμιση της ανωτέρω Π.Υ.Σ.

για την εφεξής κατάργηση όλων των προβλεπομένων σε συλλογικές ρυθμίσεις επιδομάτων (πλην εκείνων που η εν λόγω Π.Υ.Σ. διατηρεί σε ισχύ). Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένως έκρινε ότι η πρόσθετη αυτή παροχή, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ως επιδόματος ή πρόσθετης παροχής για πρόσθετη εργασία, έχει διατηρηθεί και πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλεται, αφού δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.4 και 6 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 ΠΥΣ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 4046/2012 και επομένως παραβίασε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αν και έπρεπε να τις εφαρμόσει, β) ότι σε κάθε περίπτωση κατά παράβαση των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ και 10 στοιχ.

Β παρ. 4 περ. ι του με αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος και 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος των διδαγμάτων της κοινής πείρας εσφαλμένως έκρινε ότι τα καθήκοντα του οδηγού λεωφορείου διαφέρουν ουσιωδώς σε σχέση προς εκείνα του εισπράκτορα, αφού τα τελευταία περιλαμβάνονται κατά νόμο στις υποχρεώσεις του οδηγού που οδηγεί λεωφορείο χωρίς εισπράκτορα και κατά συνέπεια είναι τουλάχιστον παρεμφερή (συναφή) με εκείνα του οδηγού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο Γ. Κ., να απορριφθεί αυτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει, απαράδεκτη την συζήτηση της από 2-4-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθ.103/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείων Πατρών ως προς τον έκτο (6ο) αναιρεσίβλητο Γ. Κ. του Κ..

Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ