1466/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1466/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1466/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χας Ι. Κ., θυγ. Κ. Π. και 2) Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ. του Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-8-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1299/2009).
Κατά δε την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 701/2011).
Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών, των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων και το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων, δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 12 Ιανουαρίου 2011 και περί ώρα 20.35 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...95 ΙΧΦ αυτοκίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη προς αποζημίωση στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από .... Κατά τον ίδιο χρόνο ο ..., συγγενής των εναγόντων και δη υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός της τρίτης ενάγουσας, οδηγώντας την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...53 δίκυκλη μοτοσικλέτα, της αποκλειστικής κυριότητας της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Α. Τ., η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη προς αποζημίωση σε ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από Κάρυστο προς Μαρμάρι, ήτοι με αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με το όχημα του πρώτου εναγομένου χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, όπως είχε σχετική υποχρέωση.
Ο τελευταίος φθάνοντας στη διασταύρωση της ως άνω οδού με χωματόδρομο, που υπάρχει στο ύψος του 4,5ου χιλιομέτρου αυτής, έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία του διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει στο χωματόδρομο προκειμένου να μεταβεί στα αγροκτήματά του, δεν ήλεγξε, όπως όφειλε την κυκλοφορία επί της ως άνω οδού, η οποία στο σημείο αυτό είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή διακεκομμένη γραμμή, δεν υπάρχει τεχνητός φωτισμός και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι τα 80 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Αποτέλεσμα της ως άνω οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου ήταν κατά την εκτέλεση του ελιγμού προς τα αριστερά το αυτοκίνητο, που αυτός οδηγούσε, και ενώ αυτό είχε ήδη εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στον χωματόδρομο, να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων και η τελευταία να επιπέσει στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου.
Ακολούθησε εκτροπή της μοτοσικλέτας αριστερά σε σχέση με την πορεία της σε απόσταση 15,50 μέτρων από το άκρο του προς Κάρυστο ρεύματος κυκλοφορίας, ήτοι του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας και εκτίναξη του οδηγού της σε απόσταση 17,10 μέτρων από το σημείο ακινητοποίησης της μοτοσικλέτας, ενώ το αυτοκίνητο αφού περιστράφηκε προς τα αριστερά, επανήλθε διά της περιστροφής του εμπρόσθιου τμήματος στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε παράλληλα προς τον άξονα της ως άνω οδού με κατεύθυνση προς Κάρυστο.
Εξαιτίας της ως άνω περιγραφείσας σύγκρουσης ο οδηγός της μοτοσικλέτας και συγγενής των εναγόντων υπέστη βαριές κακώσεις κεφαλής και θώρακος, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" την επομένη ημέρα του ατυχήματος (13-1-2011). Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι υπαίτιοι του ως άνω περιγραφέντος ατυχήματος είναι και οι δύο οδηγοί των οχημάτων, που ενεπλάκησαν σε αυτό.
Ειδικότερα συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% για την επέλευση της ως άνω σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δε διέκοψε, όπως όφειλε, την πορεία του οχήματός του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της ως άνω επαρχιακής οδού, να παραχωρήσει σε αυτά προτεραιότητα και να βεβαιωθεί ότι η είσοδός του στον χωματόδρομο είναι ασφαλής τόσο για τον ίδιο όσο και για τους λοιπούς χρήστες της οδού, αλλά συνέχισε να κινείται και εισήλθε στον χωματόδρομο παρεμβαίνοντας στην πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος από τη θέση του οχήματός του στην ως άνω επαρχιακή οδό ήταν σε θέση να ελέγξει την κυκλοφορία επί της οδού ενώ δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο η ορατότητά του ως προς την κυκλοφορία στην οδό αυτή. Μόνο δε το γεγονός της έλλειψης τεχνητού φωτισμού της επαρχιακής οδού δεν αίρει την υπαιτιότητά του αυτή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο συγγενής των εναγόντων δεν έκανε χρήση των φανών του οχήματός του.
Σε αντίθετη κρίση δηλ. ότι ο συγγενής των εναγόντων έβαινε επί της οδού χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα του οχήματός του δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο εξαιτίας της ανωμοτί εξέτασης του πρώτου εναγομένου, στην οποία ανέφερε: "δεν είδα καθόλου τα φώτα της μοτοσικλέτας κατά το ατύχημα και πιθανόν να μην τα είχε αναμμένα" (βλ.
προσκ. την από 13-1-2011 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο). Σημειώνεται ότι λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της μοτοσικλέτας δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί αν ήταν πλήρως λειτουργικό το σύστημα φανών του οχήματος. Ωστόσο στην επέλευση του ατυχήματος κατά το υπόλοιπο ποσοστό (20%) συνετέλεσε η αμελής οδηγική συμπεριφορά του συγγενούς των εναγόντων, ο οποίος έβαινε με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα (άνω των 80 χιλ/ώρα) και αυτό καταδεικνύεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την εξέλιξη αυτής, όπως περιγράφηκε αναλυτικά ανωτέρω.
Ειδικότερα ως προς τη σφοδρότητα της σύγκρουσης πρέπει να αναφερθεί ότι έσκασε το ελαστικό του οπίσθιου δεξιού τροχού του αυτοκινήτου, παραμορφώθηκε η δεξιά σούστα β' άξονα και το σκουλαρίκι της σούστας, έσπασε το μπρακέτο, μετατοπίστηκε ο β' άξονας προς τα πίσω, αποκολλήθηκε από το καρέ ο κεντρικός άξονας λόγω μετατόπισης του β' άξονα και παραμορφώθηκε η δεξιά πλευρά της καρότσας (αμάξωμα), ενώ η μοτοσικλέτα υπέστη μεγάλη παραμόρφωση στο εμπρόσθιο μέρος της, έσπασαν η ζάντα, το φλας και ο εμπρόσθιος φανός, έσκασε το ελαστικό του μπροστινού τροχού, έσπασε το τιμόνι και αποκολλήθηκε ο άξονας του τιμονιού και η ανάρτηση του μπροστινού τροχού και παραμορφώθηκε το ψυγείο και η πολλαπλή εξαγωγή του κινητήρα (βλ.
τις από 26-1-2011 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Γ. Μ. και Κ. Σ., πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν κατά την αστυνομική προανάκριση). Αν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων, δεν ήταν υπερβολική σε σχέση με τις συνθήκες, που επικρατούσαν στην οδό (σκότος, έλλειψη τεχνητού φωτισμού) και δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (80 χιλ.
ανά ώρα) δεν θα είχε ως συνέπεια την περιστροφή του μικτού βάρος 2,5 τόνων αυτοκινήτου προς τα αριστερά, την επαναφορά διά της περιστροφής του εμπρόσθιου τμήματος επί του οδοστρώματος και την ακινητοποίηση αυτού παράλληλα προς τον άξονα της οδού με μέτωπο προς Κάρυστο και τη συνακόλουθη συμπεριφορά της μοτοσικλέτας (εκτροπή της σε απόσταση 15,50 μ.
από το άκρο του προς Κάρυστο ρεύματος κυκλοφορίας και εκτίναξη του οδηγού σε απόσταση άλλων 17,10 μ. από το σημείο ακινητοποίησης της μοτοσικλέτας). Επομένως η ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς των εναγόντων, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδ.
β', 914 ΑΚ, 20 ΚΟΚ, πρέπει να γίνει εν μέρει μόνο δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Επιπροσθέτως ο θανών κρίνεται κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό (20%) συνυπαίτιος στην επέλευση του θανάτου του λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους (άρθρ. 300 ΑΚ), αφού αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τις προξενηθείσες εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος σωματικές βλάβες στην περιοχή της κεφαλής, που οδήγησαν στον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων.
Ειδικότερα με βάση την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ../30-5-2011 ιατροδικαστική έκθεση του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φ. Κ., ο συγγενής των εναγόντων υπέστη μεταξύ άλλων αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων της κεφαλής, επίμηκες κάταγμα αριστεράς βρεγματοκροταφικής χώρας, κατάγματα μέσου και οπισθίου βόθρου της βάσης του κρανίου, εκτεταμένη υπαραχνοειδής αιμορραγία, διάσπαρτες εγκεφαλικές μικροθλάσεις και έντονο εγκεφαλικό οίδημα, ενώ σε αυτή ως αιτία θανάτου αναφέρεται βαρείες κακώσεις κεφαλής και θώρακος εκ τροχαίου ατυχήματος.
Επομένως και η ένσταση συνυπαιτιότητας του συγγενούς των θανόντων στην επέλευση του θανάτου του, η οποία προβλήθηκε από τους εναγομένους, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδ. β' ΑΚ, πρέπει να γίνει εν μέρει μόνο δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αδόκητη απώλεια της ζωής του Φ.
Κ. προκάλεσε βαθιά θλίψη στους ενάγοντες - μέλη της οικογένειάς του, με τα οποία συνοικούσε και με τα οποία συνδεόταν με στενούς δεσμούς αγάπης, λόγω της αιφνίδιας και βίαιης στέρησης της παρουσίας του. Λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του θανόντος (μόλις 31 ετών), του βαθμού συγγένειας αυτού με τους ενάγοντες, του βαθμού πταίσματος του πρώτου εναγομένου ως προς την επέλευση του ατυχήματος και του θανόντος τόσο ως προς την επέλευση του ατυχήματος όσο και ως προς την επέλευση του θανάτου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων εξαιρουμένης αυτής της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΕλλΔνη 41.1591) κατά την κρίση του Δικαστηρίου προς ανακούφιση της έντονης ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι ενάγοντες, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ανέρχεται:
α) για τον πρώτο ενάγοντα πατέρα του θανόντος στο ποσό των 80.000 ευρώ, το οποίο θα επιδικαστεί κατ' αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας στη δεύτερη (σύζυγο) και την τρίτη (κόρη) των εναγόντων, οι οποίοι είναι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστό 1/4 η δεύτερη και 3/4 η τρίτη (άρθρ. 1813, 1820 ΑΚ). Ήτοι θα επιδικαστεί στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 20.000 (80.000 χ 1/4) ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 60.000 (80.000 χ 3/4) ευρώ (για το ότι σε περίπτωση θανάτου ενάγοντος δικαιούχου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ενώ εκκρεμεί δίκη, όπως εν προκειμένω, η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους του και αν αυτοί είναι περισσότεροι αποκτούν από τη χρηματική ικανοποίηση ποσό ανάλογο με την κληρονομική τους μερίδα βλ.
ΕφΑΘ 2758/2008 ΕλλΔνη 2009.1747), β) για τη δεύτερη ενάγουσα μητέρα του θανόντος στο ποσό των 80.000 ευρώ και γ) στην τρίτη ενάγουσα αδελφή του θανόντος 40.000 ευρώ...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων εδώ ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολίες η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με τη μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, διευκρινίζεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος από την θέση του στην ως άνω επαρχιακή οδό ήταν σε θέση να ελέγχει την κυκλοφορία επί της οδού, ενώ δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο η ορατότητα ως προς την κυκλοφορία σ' αυτή την οδό, προσδιορίζεται το σημείο πρόσκρουσης της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και η μετά το ατύχημα κατάσταση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Περιγράφεται η πορεία και η θέση των εμπλεκομένων οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το οποίο σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση οφείλεται αφ' ενός στην παρεμβολή του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο θανών και αφ' ετέρου στην υπερβολική ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε την επιτρεπόμενη των 80 χιλ/ώρα στον τόπο του ατυχήματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως και προσηκόντως στα Δικαστήρια της ουσίας, προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι οι αναιρεσίβλητοι διά του δικογράφου της αγωγής δεν προβάλλουν τον ισχυρισμό, πως η μοτοσυκλέτα είχε αναμμένα φώτα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο οποίος ισχυρισμός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα από την από 13.1.2011 ανωμοτί εξέταση του πρώτου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής: "...δεν είδα καθόλου τα φώτα της μοτοσυκλέτας κατά το ατύχημα και πιθανόν να μην τα είχε αναμμένα...". Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω το Εφετείο με τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές του, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων στο ποσό των 80.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του θανόντος και 40.000 ευρώ για την αδελφή του, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστική πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερέχουν, και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αγωγικής αξίωσης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί κατά το τμήμα τούτο στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή εκτός από εκείνη, που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ). Τέλος οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 133/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Εύβοιας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνη, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, που το έχουν καταθέσει. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ