Legislator Case Law & Legislation
1466/2017 AI generated

1466/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1466/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1466/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses oils and fats fuel tax non-implementation of the offending agreements aircraft hijacking restoration of customs duties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1466 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1466/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον …, είναι εγκατεστημένη νομίμως στην Ελλάδα (...), εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει και λειτουργεί τυπικά στη ... και πραγματικά και ουσιαστικά στην Ελλάδα (Πειραιάς), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-2-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-3-2007 και 21-12-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2600/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 572/2011 του Εφετείου Πειραιώς.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 572/2015 του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2015 αίτησή της και τους από 25-4-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ... είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία ...ς δεξαμενόπλοιου με το όνομα "..." ... Δυνάμει συμβάσεως, που καταρτίσθηκε την 27-11-2006 στον Πειραιά μεταξύ της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου με την επωνυμία "..." και της εναγομένης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), ...

η οποία ... δραστηριοποιείται στην πώληση και διανομή καυσίμων και λιπαντικών σε πλοία, η τελευταία, κατόπιν μεσολάβησης της μεσίτριας εταιρείας "....", πώλησε στην ενάγουσα και παρέδωσε στο πλοίο της, το οποίο, μετά από την πραγματοποίηση επισκευών, ναυλοχούσε στο λιμένα ..., στις 29-11-2006 και 30-11-2006, συνολικά 999,938 μετρικούς τόνους πετρελαίου (Fuel Oil 380 CST), με τιμή μονάδος 256,50 δολ.

ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, έναντι συνολικού τιμήματος 256.484,10 δολαρίων ΗΠΑ, εκδοθέντος από την πωλήτρια εταιρεία αργότερα, την 27-12-2006, του υπ’ αριθμ. ... τιμολογίου της. Στην προσκομιζόμενη ... από 27-11-2006 έγγραφη παραγγελία της διαχειρίστριας του πλοίου ... προς τη μεσίτρια εταιρεία ... γίνεται ρητή αναφορά για αγορά ποσότητας 1.000 μετρικών τόνων πετρελαίου HFO ...

τύπου 380 CST, καθώς και ότι οι προδιαγραφές του πετρελαίου πρέπει να είναι σύμφωνες με την ... ή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Μετά την ολοκλήρωση του εφοδιασμού του πλοίου με τα παραπάνω καύσιμα, ... η ενάγουσα απέστειλε αμέσως δείγμα των καυσίμων προς χημική ανάλυση στην εταιρεία "...", προκειμένου να εξακριβωθεί η ποιότητα και καταλληλότητά τους για τις μηχανές του πλοίου της.

Η ως άνω εταιρεία την 4-12-2006 απέστειλε "προκαταρκτική" αναφορά (... Report) και την 5-12-2006 την τελική της αναφορά, σύμφωνα με τις οποίες η ποιότητα των πωληθέντων και παραδοθέντων καυσίμων δεν πληρούσε τις απαιτούμενες και συμφωνηθείσες με την εναγομένη προδιαγραφές (...), καθόσον περιείχε ποσότητες αργιλίου και πυριτίου μεγαλύτερες από αυτές που επέτρεπαν οι κατασκευαστές των μηχανών και προέβλεπαν οι προδιαγραφές ..., ήτοι 110 μγρ/χγρ, ενώ η επιτρεπόμενη είναι 80 μγρ/χγρ.

Σύμφωνα δε με περιεχόμενη στις ως άνω αναφορές συμβουλή λειτουργίας, η χρήση της ακατάλληλης ποσότητας των καυσίμων με αυξημένη περιεκτικότητα σε αργίλιο και πυρίτιο μπορούσε να προκαλέσει αυξημένη φθορά στα χιτώνια, στους δακτυλίους των εμβόλων, στα ακροφύσια ψεκασμού και στις αντλίες καυσίμου. ...

Την ίδια ημέρα (4-12-2006) που η ενάγουσα πληροφορήθηκε τα αποτελέσματα της χημικής ανάλυσης των καυσίμων, ενημέρωσε την εναγομένη για την ακαταλληλότητα και την έλλειψη των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων αυτών και την 5-12-2006, μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου, ζήτησε από την εναγομένη, διά του νομίμου εκπροσώπου της μεσίτριας εταιρείας ("....") κ.

Λ., την απάντληση και την αντικατάσταση της ακατάλληλης ποσότητας του πετρελαίου με νέα ή τη μείωση του τιμήματος. Μετά από ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και τηλεφωνημάτων μεταξύ των διαδίκων, από τα οποία προκύπτει σαφώς προσπάθεια της εναγομένης, αφενός μεν να ενημερώσει την προμηθεύτρια εταιρεία "..." σχετικά με την ακαταλληλότητα των καυσίμων και να προμηθευτεί νέο φορτίο (κατάλληλο) απ’ αυτή, αφετέρου δε να ανεύρει διαθέσιμη δεξαμενοφορτηγίδα, προκειμένου να πραγματοποιήσει την εκφόρτωση των καυσίμων, την 7.12.2006 το πρωί, συμφώνησε στην απάντληση και αντικατάσταση των ακατάλληλων καυσίμων με δική της ευθύνη και έξοδα και την ίδια ημέρα απέστειλε τη δεξαμενοφορτηγίδα ...", η οποία πλεύρισε το ως άνω πλοίο της ενάγουσας περί ώρα 23.50’ και περί ώρα 02.05’ της επομένης (8.12.2006) ξεκίνησε την απάντληση των καυσίμων.

Ενώ δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η εκφόρτωση των καυσίμων, οι Λιμενικές Αρχές της Fujairah ειδοποιήσαν τον πλοίαρχο του πλοίου της ενάγουσας ότι, λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου ορίου των 21 ή μερών ελλιμενισμού, έπρεπε το πλοίο να αποπλεύσει από το λιμένα. Πράγματι, την 9.12.2006 το πλοίο της ενάγουσας μεθόρμισε στο αγκυροβόλιο … και, περί ώρα 22.55’ της ίδιας ημέρας, άρχισε εκ νέου η απάντληση των ακατάλληλων καυσίμων, η οποία διήρκεσε έως την 12.12.2006 και ώρα 17.45’ και εκφορτώθηκαν συνολικά 1000,585 μετρικοί τόνοι καυσίμων.

Την ίδια ημέρα (12.12.2006) και περί ώρα 21.40’ άρχισε ο επανεφοδιασμός του πλοίου της ενάγουσας με κατάλληλη ποσότητα πετρελαίου 999,938 μετρικών τόνων από το πλοίο "..." που απέστειλε η εναγόμενη, ο οποίος διήρκεσε έως την 13.12.2006 και ώρα 07.00’ π.μ. Για την ποσότητα αυτή η εναγόμενη πωλήτρια εξέδωσε το από 27.12.2006 υπ’ αριθμ. ...

τιμολόγιο, για συνολικό ποσό 256.484,10 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο έπρεπε να καταβληθεί έως την 11.01.2007. Έναντι του ποσού αυτού, η ενάγουσα - εναγόμενη κατέβαλε την 12.1.2007 το ποσό των 46.482,17 δολαρίων Η.Π.Α. και το υπόλοιπο ποσό των 210.001,93 δολαρίων Η.Π.Α. πρότεινε να συμψηφιστεί με τις δικές της αγωγικές αξιώσεις. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά το χρόνο παραδόσεως από την εναγομένη πωλήτρια στο πλοίο της ενάγουσας της αρχικής ποσότητας καυσίμων, έλλειπαν οι συνομολογημένες ιδιότητες αυτών, που είχαν ως περιεχόμενο συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδετο ιδιαίτερη σημασία από την αγοράστρια και την οποία είχε εγγυηθεί η πωλήτρια, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της...

Εντεύθεν, η ενάγουσα πλοιοκτήτρια δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύφθηκε από την άσκηση του δικαιώματος αντικατάστασης των ακατάλληλων καυσίμων, χωρίς να απαιτείται να συντρέχει και πταίσμα των προστηθέντων οργάνων της πωλήτριας - εναγομένης (άρθρ. 543 εδ. α’ ΑΚ). Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι το πλοίο της ενάγουσας "...", κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τις κρατούσες στη διεθνή ναυλαγορά συνθήκες, αλλά και σύμφωνα με τα προπαρασκευαστικά μέτρα που η ενάγουσα - πλοιοκτήτρια είχε λάβει, κατά το χρονικό διάστημα, από 4.12.2006 έως 13.12.2006, που έλαβε χώρα η απάντληση των ακατάλληλων, μη εχόντων τις συνομολογημένες ιδιότητες καυσίμων και εν συνεχεία ο επανεφοδιασμός του πλοίου με κατάλληλα καύσιμα, θα ναυλωνόταν από την εταιρεία "...", με την οποία οι διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει από την 27.11.2006 και βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο, έναντι μικτού ημερήσιου ναύλου 20.169 δολαρίων Η.Π.Α.

Συγκεκριμένα ... το πλοίο της ενάγουσας την 4.12.2006 έπρεπε να ξεκινήσει τον προκαταρκτικό πλου για το λιμάνι φόρτωσης της ..., προκειμένου να είναι συνεπές με την προταθείσα από την "..." ημερομηνία φόρτωσης, που ήταν η 14.12.2006. Εντούτοις, λόγω της πετρέλευσης με ακατάλληλα καύσιμα, το πλοίο δεν ήταν εφικτό να αποπλεύσει από το λιμένα που ναυλοχούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (4.12.2006 έως 13.12.2006) και έτσι η , ενάγουσα σταμάτησε τις διαπραγματεύσεις για.

τη ναύλωση αυτού. Επομένως, απώλεσε το προσδοκώμενο κέρδος, ως καθαρό ναύλο (χωρίς έξοδα μισθοτροφοδοσίας του πληρώματος), που θα απέφερε σ’ αυτήν η ως άνω εκναύλωση του πλοίου της, ποσού 16.140,42 δολαρίων Η.Π.Α. ημερησίως (ήτον 20.169 δολάρια Η.Π.Α. μείον ποσό 3.860,62 δολαρίων , H.Π.A. για ημερήσια μισθοδοσία του 35μελούς πληρώματος μείον ποσό 167,96 δολαρίων Η.Π.Α.

για ημερήσια τροφοδοσία του, και συνολικά για 8,7354 ημέρες (από 4.12.2006 ώρα 13.21’ , οπότε ελήφθη η αναφορά για την ποιότητα των καυσίμων μέχρι την 13.12.2006, οπότε ολοκληρώθηκε η διαδικασία αντικατάστασης των ακατάλληλων καυσίμων) απώλεσε το ποσό των 140.993,02 δολαρίων ΗΠΑ (16.140,42 δολ. ΗΠΑ Χ 8,7354 ημέρες), το οποίο θα κέρδιζε με βεβαιότητα με βάση τα προπαρασκευαστικά μέτρα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 540, 543, 297, 346 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ ως προς τις προϋποθέσεις για την καταβολή διαφυγόντων κερδών λόγω ελλείψεως συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσεως, και συγκεκριμένα ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι φορέας των εκ της συμβάσεως πωλήσεως καυσίμων αξιώσεων και δικαιωμάτων είναι η αναιρεσίβλητη, στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή υπήρξε η αγοράστρια των καυσίμων, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως η σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε μεταξύ της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου και της αναιρεσείουσας, και δεν προσδιορίζεται, με ποιο τρόπο η αναιρεσίβλητη, αν και δεν συμβλήθηκε με την αναιρεσείουσα, κατέστη φορέας των σχετικών δικαιωμάτων και αξιώσεων, εφόσον η παραδοχή αυτή προϋποθέτει είτε ότι η διαχειρίστρια του πλοίου ενήργησε ως άμεση αντιπρόσωπός της, είτε ότι μεσολάβησε σχετική σύμβαση εκχωρήσεως, που γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι η διαχειρίστρια εταιρεία του δεξαμενόπλοιου "..." ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας τούτου, γεγονός θεμελιωτικό άλλωστε της ένδικης αγωγής, μη αμφισβητηθέν από την αναιρεσείουσα καθ’ όλη την μέχρι τώρα διάρκεια της δίκης, και κατά συνέπεια τα αποτελέσματα της συμβάσεως πωλήσεως καυσίμων επήλθαν αμέσως στο πρόσωπο της αγοράστριας αναιρεσίβλητης, και συνακόλουθα αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά κατά της πωλήτριας των καυσίμων για τις σχετικές αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω ελλείψεως της συμφωνημένης ιδιότητας τούτων.

Εξάλλου, και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι διέλαβε εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της αποθετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, εφόσον οι παραδοχές του Εφετείου ότι οι διαπραγματεύσεις της αναιρεσίβλητης με την εταιρεία "..." είχαν αρχίσει από 27-11-2006 και βρίσκονταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο έναντι μικτού ημερήσιου ναύλου 20.169 δολ.

ΗΠΑ και ότι για το λόγο αυτό προβλεπόταν με βεβαιότητα ότι το πλοίο της "..." θα απέπλεε στις 4-12-2006, προκειμένου στις 14-12-2006 να είναι διαθέσιμο για λογαριασμό της ναυλώτριας στο λιμάνι φόρτωσης της ..., περιέχει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και δεν συνιστά αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου ότι στις 4-12-2006, οπότε και πληροφορήθηκε αυτή για την ακαταλληλότητα των καυσίμων, δεν είχε καταρτισθεί ακόμη ναυλοσύμφωνο μεταξύ αυτής και της εταιρείας "...", ώστε να αποπλεύσει για το λιμένα φορτώσεως, ούτε περαιτέρω ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών να ανέφερε το Εφετείο, ποια προπαρασκευαστικά μέτρα είχε λάβει η αναιρεσίβλητη, ποιες οι συνθήκες που επικρατούσαν στη διεθνή ναυλαγορά και ποιο ήταν το επίπεδο στο οποίο είχαν φθάσει οι διαπραγματεύσεις με την εταιρεία "...", ώστε να καθίσταται βέβαιο ότι θα καταρτιζόταν μεταξύ τους ναυλοσύμφωνο με τους ως άνω όρους.

Περαιτέρω, με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 1 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, αφενός μεν γιατί δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της, την οποία επανέφερε και με λόγο εφέσεως, ότι δηλαδή η κατά τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης μεγαλύτερη ποσότητα αργιλίου και πυριτίου στα πωληθέντα καύσιμα αποτελεί πραγματικό ελάττωμα και δεν συνιστά έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητας, αφετέρου δε γιατί με την κρίση του αυτή παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 543 παρ. 2 ΑΚ, εφόσον δεν απαίτησε και την ύπαρξη πταίσματος της πωλήτριας για τη θεμελίωση ευθύνης της προς αποζημίωση της αγοράστριας λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος πράγματος.

Οι λόγοι αυτοί, ενόψει των παραδοχών, που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, και με βάση τις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης στην έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας των πωληθέντων σ’ αυτήν καυσίμων για τις ανάγκες του πλοίου της, καθίστανται απαράδεκτοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην προσκομιζόμενη από 27-11-2006 έγγραφη παραγγελία της διαχειρίστριας του πλοίου προς τη μεσίτρια εταιρεία γίνεται ρητή αναφορά για αγορά ποσότητας 1.000 μετρικών τόνων πετρελαίου HFO, τύπου 380 CST, καθώς και ότι οι προδιαγραφές του πετρελαίου πρέπει να είναι σύμφωνες με την ...

ή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, περαιτέρω δε ότι από τη χημική ανάλυση προέκυψε ότι η ποιότητα των πωληθέντων και παραδοθέντων καυσίμων δεν πληρούσε τις απαιτούμενες και συμφωνηθείσες με την αναιρεσείουσα προδιαγραφές (...), εφόσον περιείχε ποσότητες αργιλίου και πυριτίου μεγαλύτερες από αυτές που προέβλεπαν οι προδιαγραφές ..., ήτοι 110 μγρ.

αργιλίου και πυριτίου ανά χιλιόγραμμο καυσίμου, ενώ η επιτρεπόμενη είναι 80 μγρ/χγρ., το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσοστό περιεκτικότητας αργιλίου και πυριτίου στα πωληθέντα καύσιμα αποτέλεσε συμφωνημένη ιδιότητα τούτων και δεν ήταν απλώς πραγματικό ελάττωμα. Συνακόλουθα τούτων αφενός μεν έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, αλλά σιωπηρά τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφετέρου δε δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 543 ΑΚ, εφόσον στην περίπτωση ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος, δημιουργείται εγγυητική ευθύνη του πωλητή προς αποζημίωση του αγοραστή ανεξαρτήτως πταίσματος.

Απαράδεκτος επίσης είναι και ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, γιατί υπό την επίκληση της υπάρξεως αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το χαρακτηρισμό της περιεκτικότητας των πωληθέντων καυσίμων σε αργίλιο και πυρίτιο 110 μγρ/χγρ αντί των 80 μγρ/χγρ ως ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας και όχι ως πραγματικού ελαττώματος, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον ρητά το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσοστό περιεκτικότητας του καυσίμου σε αργίλιο και πυρίτιο με βάση τις προδιαγραφές ...

αποτέλεσε συμφωνημένη ιδιότητα μεταξύ των διαδίκων.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετους λόγους, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η περί αποζημιώσεως αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας των πωληθέντων καυσίμων ήταν εν μέρει βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ά.

Κ. - Π., που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα τις .../1-9-2008 και .../23-12-2008, στις οποίες περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Π. Τ., και τις .../1-9-2008 και ...23-12-2008, στις οποίες περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Α. Β.. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του τετάρτου λόγου, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δημιουργούνται αμφιβολίες, κατά πόσον έλαβε υπόψη το από 29-11-2006 πιστοποιητικό της προμηθεύτριας των καυσίμων εταιρείας, στο οποίο αναφέρεται ότι το δείγμα του επίδικου φορτίου είχε περιεκτικότητα αργιλίου και πυριτίου 79 μγρ/χγρ, δηλαδή ήταν εντός των ορίων των προδιαγραφών ..., το έγγραφο δε αυτό αναφέρεται σε γεγονός που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι ως προς όλες τις αιτιάσεις, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες μάλιστα ρητά αναφέρονται, καθώς και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τόσο τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις όσο και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία του εν λόγω εγγράφου ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός αποδεικτικού μέσου.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι δαπάνες για τη μισθοτροφοδοσία του πληρώματος και τα καταναλωθέντα καύσιμα του πλοίου της αναιρεσίβλητης συνιστούν θετική ζημία της τελευταίας κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 μέχρι 13-12-2006, τις οποίες και επιδίκασε, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις, θα έπρεπε να απορρίψει τα κονδύλια αυτά για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της δαπάνης αυτής με την έλλειψη της φερομένης ως συνομολογηθείσης ιδιότητας των πωληθέντων καυσίμων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, λόγω της μη εκναύλωσης του πλοίου της και της αναγκαστικής παραμονής αυτού αρχικά στο λιμάνι της Fujairah και στη συνέχεια στο αγκυροβόλιο του ...

κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 4-12-2006 μέχρι την 13-12-2006) η ενάγουσα δαπάνησε τα κάτωθι ποσά: 1) για μισθούς του 35μελούς πληρώματος του πλοίου το ποσόν των $ 33.724 ... 2) για τροφοδοσία του 35μελούς πληρώματος του πλοίου το ποσόν των $ 3.069,61 ... και 3) για καταναλωθέντα καύσιμα: i) για πετρέλαιο 64,80 μετρικών τόνων, που είχε προμηθευθεί αντί 256,50 δολ.

ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, συνολικά 16.621,20 δολ. ΗΠΑ, ii) για πετρέλαιο ηλεκτρομηχανών 24,60 μετρικών τόνων, που είχε προμηθευθεί αντί 634 δολ. ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο, συνολικά 15.596,40 δολ. ΗΠΑ, και iii) για λιπαντέλαια 2.076 δολ. ΗΠΑ ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως αβάσιμα τα κονδύλια για τα καύσιμα και τα λιπαντέλαια, δέχθηκε ότι τα ποσά αυτά συνιστούν ζημία της αναιρεσίβλητης, την οποία και επιδίκασε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον οι δαπάνες αυτές ήσαν απότοκες της αναγκαστικής παραμονής του πλοίου της αναιρεσίβλητης αρχικά στο λιμένα Fujairah και στη συνέχεια στο αγκυροβόλιο του ... κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 13-12-2006 λόγω ακαταλληλότητας των καυσίμων που πώλησε στο πλοίο της η αναιρεσείουσα και συνεπώς απώλειες της χρήσης του πλοίου συνδέονταν δε αιτιωδώς με την ευθύνη αυτής για αποζημίωση, αφού χωρίς το ως άνω ζημιογόνο αυτό γεγονός, η αναιρεσίβλητη θα είχε καταρτίσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ναυλοσύμφωνο με την εταιρεία "..." και θα είχε αρχίσει να εκτελεί τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα, πραγματοποιώντας μέχρι την 14-12-2006 τον σχετικό πλου στην ...

της Ιορδανίας (πρβλ. ΑΠ 27/2017). Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ότι δηλαδή παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ περί αποζημιώσεως, εφόσον οι ως άνω δαπάνες θα προέκυπταν για την αναιρεσίβλητη σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα αν εξευρίσκετο ή όχι ναύλος, στερούνται ερείσματος και συνακόλουθα ο λόγος αυτός και κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έκτο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, γιατί περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη σημασία της αυξημένης περιεκτικότητας των καυσίμων σε αργίλιο και πυρίτιο, και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, όταν πληροφορήθηκε ότι υφίστανται αποκλίσεις από τις προδιαγραφές που θέτει ο κατασκευαστής των μηχανών του πλοίου ως προς την περιεκτικότητα των καυσίμων σε αργίλιο και πυρίτιο, πρότεινε στην αναιρεσείουσα είτε την αντικατάσταση των καυσίμων είτε τη μείωση του τιμήματος αυτών, γεγονός που κατά την κοινή λογική σημαίνει ότι το πλοίο μπορούσε να κινηθεί και με αυτά τα καύσιμα, στη συνέχεια όλως αντιφατικά δέχθηκε ότι λόγω της ακαταλληλότητας των καυσίμων το πλοίο δεν μπόρεσε να εκτελέσει εμπροθέσμως τον προσυμφωνηθέντα ναύλο, και με τον τρόπο αυτό θεμελίωσε ευθύνη αυτής για αποζημίωση, παρά το ότι δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποκλίσεως από τις προδιαγραφές των καυσίμων και της μη εκτελέσεως του επικείμενου να συνομολογηθεί ναύλου.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή "... η χρήση της ακατάλληλης ποσότητας των καυσίμων με αυξημένη περιεκτικότητα σε αργίλιο και πυρίτιο μπορούσε να προκαλέσει αυξημένη φθορά στα χιτώνια, στους δακτυλίους των εμβόλων, στα ακροφύσια ψεκασμού και στις αντλίες καυσίμου", καθώς και ότι, αν το συγκεκριμένο καύσιμο καταναλωθεί χωρίς επεξεργασία, "...

τότε είναι πολύ πιθανό να προκληθεί στη μηχανή μεγάλη φθορά σε όλα τα κινητά μέρη της, τα οποία θα έλθουν σε επαφή με το καύσιμο, δηλαδή στις αντλίες καυσίμου, στους ψεκαστήρες, στα ελατήρια των εμβόλων και στα χιτώνια των κυλίνδρων, η δε ζημιά θα προκληθεί είτε αμέσως μετά την κατανάλωση του καυσίμου ή πολύ αργότερα, διότι τα φθοροποιά συστατικά του καυσίμου κατακάθονται στον πάτο των δεξαμενών καθιζήσεως και ημερήσιας κατανάλωσης και φθάνουν στη μηχανή πολύ αργότερα, όταν για κάποιο λόγο το ίζημα της δεξαμενής αναδεύεται", διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή λόγω της ακαταλληλότητας των καυσίμων το πλοίο δεν μπόρεσε να εκτελέσει εμπροθέσμως τον μετά βεβαιότητας επικείμενο να καταρτισθεί ναύλο, και ότι συνακόλουθα η αναιρεσίβλητη δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, η κρίση του δε αυτή δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι αρχικά η αναιρεσίβλητη δεν είχε θέσει τέτοιο ζήτημα, αλλά είχε προτείνει είτε την αντικατάσταση των καυσίμων είτε την μείωση του τιμήματος.

Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ έβδομο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 543, 297 και 298 ΑΚ, αφού θεμελίωσε ευθύνη αυτής προς αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, παρά το ότι δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποκλίσεως από τις προδιαγραφές των καυσίμων και της μη εκτελέσεως του επικείμενου να συνομολογηθεί ναύλου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω κατά την εξέταση των πρώτου και δευτέρου των προσθέτων λόγων, το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσίβλητης όχι στην ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος, αλλά στην έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας των πωληθέντων σ’ αυτήν καυσίμων για τις ανάγκες του πλοίου της, και συνεπώς ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 543, 297 και 298 ΑΚ, αφού δέχθηκε στη συνέχεια ότι λόγω της ακαταλληλότητας των καυσίμων το πλοίο δεν μπόρεσε να εκτελέσει εμπροθέσμως τον επικείμενο ναύλο, και ότι συνακόλουθα η αναιρεσίβλητη δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως "πράγματα", θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο όγδοος πρόσθετος (από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της προς αποζημίωση είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, πλην όμως την απέρριψε προεχόντως μεν ως απαράδεκτη, γιατί δεν προβλήθηκε νομότυπα στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε περιλαμβανόταν ως λόγος εφέσεως, ούτε τέλος επεκαλείτο δικαιολογημένη αιτία για τη βραδεία προβολή της, σε κάθε δε περίπτωση ως μη νόμιμη, γιατί τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2015 αίτηση και τους από 25 Απριλίου 2016 προσθέτους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της 572/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ