1466/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/9/2010 αίτηση της.
Legislator headnote
AI generated1466/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1466/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΕΣΒΟΥ-ΛΗΜΝΟΥ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούντος υπό εκκαθάριση, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/9/2010 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/11/2011 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, όταν όχι μόνο η σύμβαση, ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει το χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκεια της υπαγορεύεται από αποχρώντα λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως (ανάγκες εργοδότη, εποχικός χαρακτήρας λειτουργίας της επιχειρήσεως, αβεβαιότητα για το μέλλον αυτής κλπ).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές η κατάρτιση συμβάσεως ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται με σαφήνεια το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, να αναφέρεται δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.ΑΠ 1/1995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ1 αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ακόμη, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για να είναι ορισμένος πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Αθηνών με προϋπηρεσία από το έτος 1988 ως τραπεζική υπάλληλος της "ALPA BANK", απ1 όπου παραιτήθηκε την 1.10.2006 έχοντας το βαθμό του Τμηματάρχη Β1, προσλήφθηκε κατόπιν προκηρυχθέντος διαγωνισμού από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΕΣΒΟΥ-ΛΗΜΝΟΥ" με την από 15.11.2006 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως Διευθύντρια του υποκαταστήματος του στη Μύρινα Λήμνου, αντί μηνιαίου μισθού 3.000 ευρώ.
Ειδικότερα, στην ανωτέρω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας συμφωνήθηκε να είναι η διάρκεια της διετής, δηλαδή από 15.11.2006 έως 14.11.2008, με δυνατότητα παράτασης της για ένα ακόμη χρόνο μετά από συμφωνία των διαδίκων. Η ενάγουσα έκτοτε (15.11.2006) εργαζόταν ανελλιπώς ως Διευθύντρια με δικαίωμα Α' υπογραφής στο εν λόγω τραπεζικό υποκατάστημα του εναγομένου, που αναβαθμίστηκε σε τέτοιο από ανταλλακτήριο συναλλάγματος, όπως ήταν αρχικά, παρέχουσα ευσυνείδητα και άψογα τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της.
Εξάλλου, αυτή ενίοτε αναπλήρωνε και τη μοναδική άλλη εργαζόμενη υπάλληλο Μ. Δ. στα καθήκοντα του υπαλλήλου χορηγήσεων επιχειρήσεων-ιδιωτών και teller, κατά τη διάρκεια ασθενείας ή αδειών της λόγω της έλλειψης υπαλλήλων, γεγονός το οποίο η ίδια, ως Διευθύντρια του εν λόγω υποκαταστήματος, είχε επισημάνει κατ1 επανάληψη με επιστολές της προς τα αρμόδια όργανα εκείνου παραπονούμενη και παρακαλώντας για την πρόσληψη εκ μέρους του τρίτου υπαλλήλου.
Την 12.11.2008 ο εναγόμενος, ενεργώντας δια του υπαλλήλου του Α. Κ., ανακοίνωσε στην ενάγουσα ότι κατά την υπ' αρ. 172/11.11.2008 συνεδρίαση του το Δ.Σ του αποφάσισε τη μη ανανέωση (παράταση) της λήγουσας την 14.11.2008 ανωτέρω σύμβασης της και την παρακάλεσε να παραδώσει τότε (14.11.2008) στην προαναφερθείσα υπάλληλο Μ. Δ. τη διεύθυνση του πιο πάνω υποκαταστήματος με τη σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου, όπως και έγινε την 18.11.2008.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν ο εναγόμενος, ενεργώντας δια των εντεταλμένων υπαλλήλων του, πριν τη λήξη της επίδικης σύμβασης (14.11.2008) είχε αποστείλει α) στην ενάγουσα την 4.11.2008 ηλεκτρονική επιστολή καλώντας την να αναλάβει, κατά την άδεια της παραπάνω υπαλλήλου Μ. Δ. από 24.11.2008 - 5.12.2008, τα καθήκοντα εκείνης και β) στην ενάγουσα και στην Πολιτικό Μηχανικό κα Π.
το από 12.11.2008 έγγραφο παρακαλώντας να προχωρήσουν σε αυτοψία και πιστοποίηση ολοκλήρωσης ή μη διαφόρων αναφερομένων επενδύσεων με βάση σχετικά τιμολόγια, πλην όμως οι ανωτέρω ενέργειες του δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο αυτό (Εφετείο) σε ασφαλή και εδραία πεποίθηση σχετικά με την επιθυμία του, ενεργούντος δια των αρμοδίων οργάνων του, να συνεχίσει και πέραν της λήξης της επίδικης σύμβασης αυτήν, αλλά υποδηλώνουν απλώς τη διάθεση εκείνου για την ομαλή συνέχιση των τραπεζικών εργασιών, χωρίς τούτο να συνάπτεται ευθέως με τη λήξη ή την παράταση της επίδικης σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.
Μάλιστα, πρέπει να παρατηρηθεί, συνεχίζει το Εφετείο, ότι και αν ακόμη είχε γίνει από τον εναγόμενο κάποια ενέργεια που υποδήλωνε πρόθεση παράτασης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τούτο δεν θα διαφοροποιούσε το χαρακτήρα αυτής από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, αλλά απλώς θα παρέτεινε τη διάρκεια της ως σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου επί ένα έτος κατά τα συμφωνηθέντα.
Με βάση τα παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν οι προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη σχετικές προϋποθέσεις, ώστε να θεωρηθεί ως αορίστου χρόνου η επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου, δηλαδή: α) ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειας της να μη δικαιολογείται από τη φύση της και β) ο καθορισμός αυτός να έγινε σκόπιμα με σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου.
Αντίθετα, προέκυψε ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας της επίδικης συμβάσεως εργασίας ήταν δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, αφού η διάρκεια της υπαγορευόταν από αποχρώντα λόγο, αναγόμενο πρόδηλα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της παραπάνω επιχειρήσεως του εναγομένου και ειδικότερα στις ανάγκες αυτού ως εργοδότη ασκούντος τραπεζικές εργασίες σε παραμεθόρια περιοχή σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για το μέλλον της εν λόγω επιχείρησης ενόψει και του μικρού χρόνου λειτουργίας της (διετία) ως τραπεζικού υποκαταστήματος του πιο πάνω συνεταιρισμού.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι η επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν είναι ορισμένου αλλά αορίστου χρόνου και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας με απειλή χρηματικής ποινής και περαιτέρω επιδίκασε στην τελευταία αποδοχές υπερημερίας, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι μεταξύ αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού (Συνεταιριστικής Τράπεζας) καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι δύο ετών, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος προσέλαβε την πρώτη ως διευθύντρια του υποκαταστήματος του στη Μύρινα της Λήμνου, με δυνατότητα παρατάσεως της συμβάσεως επί ένα ακόμη έτος, ότι το Δ.Σ.
του αναιρεσίβλητου αποφάσισε τη μη παράταση της συμβάσεως αυτής μετά τη λήξη της, ότι οι αναφερόμενες ως άνω, προ της λήξεως της συμβάσεως, ενέργειες του αναιρεσίβλητου δεν υποδήλωναν πρόθεση αυτού για συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως πέρα της διετίας και ότι ο καθορισμός της συμβάσεως αυτής ως ορισμένου χρόνου ήταν δικαιολογημένος από τη φύση της και δεν έγινε προς καταστρατήγηση του νόμου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο αναιρεσίβλητος εργοδότης ασκούσε τραπεζικές εργασίες με το συγκεκριμένο υποκατάστημα του σε παραμεθόρια περιοχή επί διετία περίπου και ήταν αβέβαιη η πορεία της επιχείρησης του στην περιοχή αυτή, αποτελούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με τη φύση της συμβάσεως εργασίας ως ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 α' και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα σχετικά Α' και Δ' μέρη του, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το Β' μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την έννοια "του πράγματος" ότι "η ένδικη σύμβαση εργασίας μου ως διευθύντριας του καταστήματος Μύρινας Λήμνου του αντιδίκου αποσκοπούσε στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αντιδίκου στη θέση αυτή".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί τον ισχυρισμό αυτόν απέρριψε το Εφετείο εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν και ειδικότερα ότι η σύμβαση εργασίας που συνέδεε την αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο, ήταν σαφώς ορισμένου χρόνου (δύο ετών) και ο αναιρεσίβλητος (εργοδότης) δεν συμφώνησε στην παράταση αυτής, όπως είχε δικαίωμα, αφού η σύμβαση προέβλεπε δυνατότητα παράτασης της για ένα ακόμη χρόνο μετά από συμφωνία των διαδίκων.
Ο ίδιος λόγος, υπό την διατύπωση ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και πάλι κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του κατ' άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει που εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών που διαλαμβάνει η πληττόμενη απόφαση, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνει και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ. 8/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, Γ' μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι η επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου αν και η αναιρεσείουσα ως διευθύντρια του τραπεζικού υποκαταστήματος του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού κάλυπτε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πάγιες και διαρκείς ανάγκες, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 669 ΑΚ και των άρθρων 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, 281 ΑΚ, 671 ΑΚ και ν. 25 παρ. 3 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ1 του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την 1.1.2002, που τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη και ότι λήφθηκε μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας (διετίας) της σύμβασης εργασίας της ήταν ή μη αντικειμενικά δικαιολογημένος α) τις καταθέσεις των μαρτύρων που διαλαμβάνονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και β) την .../14.4.2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης Α.
Τ. ενώπιον της Συμβ/φου Κάστρου - Μύρινας Λήμνου Έλλης Περράκη. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και την ως άνω ένορκη βεβαίωση , και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για κατάρτιση σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης (δεύτερος) είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2010 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της 214/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ