1466/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1466/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Την 6-4-2005, με επίσπευση μη διαδίκου εδώ εταιρίας, πλειστηριάσθηκε ακίνητη περιουσία των επίσης μη διαδίκων Α. Κ. και Μ. Χ., το δε πλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 201.110 ευρώ. Τα πρόσωπα αυτά είχαν εγγυηθεί, και δη ως αυτοφειλέτριες, προς την αναιρεσίβλητη εταιρία, την εκπλήρωση ενοχικών υποχρεώσεων που είχε προς αυτήν η εδρεύουσα στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης εταιρία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1466/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΩΜΕΝΗ ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", στην οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη επωνυμία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "UNITED TEXTILES SA" η οποία εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεώνη Μπελτάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ. 35525/2005 και 58033/2006 ανακοπές και με τους υπ' αρι. 9978/2006 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26236/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2318/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 11-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι λόγοι της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ κατά του πίνακος κατατάξεως μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 972 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναγγελίας δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαιτήσεως και του προνομίου στον βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής, γιατί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν διεξάγει αποδείξεις ως προς την περιεχόμενη στην αναγγελία απαίτηση επομένως, η αναγγελία είναι άκυρη λόγω αοριστίας, μόνον όταν η περιγραφή της απαιτήσεως και του προνομίου του αναγγελλόμενου δανειστού είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς τους και να υφίστανται έτσι βλάβη (ΑΠ 545/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Την 6-4-2005, με επίσπευση μη διαδίκου εδώ εταιρίας, πλειστηριάσθηκε ακίνητη περιουσία των επίσης μη διαδίκων Α. Κ. και Μ. Χ., το δε πλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 201.110 ευρώ. Τα πρόσωπα αυτά είχαν εγγυηθεί, και δη ως αυτοφειλέτριες, προς την αναιρεσίβλητη εταιρία, την εκπλήρωση ενοχικών υποχρεώσεων που είχε προς αυτήν η εδρεύουσα στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης εταιρία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ".
Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε στο πλειστηρίασμα "προνομιακά και τυχαία" κατά πρώτον μεν την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία για ποσό 164.343,36 ευρώ, κατά δεύτερον δε την αναιρεσείουσα τράπεζα για ποσό 31.562,52 ευρώ. Η τελευταία άσκησε κατά του πίνακος ανακοπή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητος δεν είχε καμιά απαίτηση κατά της εταιρίας "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", ούτε, επομένως, και κατά των ως άνω εγγυητριών και ιδιοκτητριών της πλειστηριασθείσης περιουσίας, και ζήτησε "να αποβληθεί πλήρως από τον πίνακα κατάταξης η απαίτηση της καθής" στη θέση δε αυτής να καταταγεί ισόποση απαίτηση της ίδιας της αναιρεσείουσας.
Το Εφετείο έκρινε (και απέρριψε ως) ουσιαστικώς αβάσιμη την ανακοπή, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σχετικώς τα εξής: "Σχετικά με την αμφισβητούμενη ... απαίτηση της καθής η ανακοπή αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι δύο εταιρίες "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" και "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" είχαν από πολλών ετών εμπορική συνεργασία.
Η δεύτερη αγόραζε από την πρώτη νήματα και αφού τα μεταποιούσε σε ύφασμα, τα πωλούσε σε τρίτους. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας και επειδή οι μεταξύ τους συναλλαγές συνεχώς αυξάνονταν, αποφάσισαν όπως οι απαιτήσεις, που προέκυπταν από τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, να μην επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γινόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού να αποτελεί πλέον τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.
Έτσι, δια του από 24-3-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται, κατάρτισαν μεταξύ τους αφενός μία κύρια σύμβαση αγοραπωλησίας, σύμφωνα με την οποία η ΗΛΤΕΞ θα αγόραζε προϊόντα παραγωγής της ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ και αφ' ετέρου και προς εξυπηρέτηση της κύριας συμβάσεως, μία παρεπόμενη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στον οποίο θα περιλαμβάνονταν και θα καταχωρούνταν χρεωπιστούμενες οι εκάστοτε χρηματικές αξίες των αμοιβαίων διαδοχικών εναλλασσομένων παροχών και αντιπαροχών των συμβαλλομένων.
Το πιστωτικό όριο ορίστηκε αρχικά μέχρι του ποσού των 800.000.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε κατά 700.000.000 δραχμές με την από 18-7-1997 πρόσθετη πράξη. Η ΗΛΤΕΞ με βάση την παραπάνω σύμβαση μπορούσε να προμηθεύεται νήματα από την ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ αξίας μέχρι 800.000.000 δραχμών ανά ημερολογιακό τετράμηνο, με πίστωση και να καλύπτει τα ποσά των εκάστοτε τιμολογίων με μετρητά και μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της.
Συμφωνήθηκε επιπλέον, ότι η πιστώτρια θα μπορούσε να προβαίνει σε περιοδικό "κλείσιμο" του λογαριασμού, μετά από γνωστοποίηση στην αντισυμβαλλομένη της του αντιγράφου της κίνησης της προς τούτο τηρούμενης καρτέλας, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος και η ακρίβεια των εκατέρωθεν χρεοπιστώσεων. Εάν η τελευταία δεν αντέλεγε εγγράφως επί των ως άνω χρεοπιστώσεων εντός 15 ημερών από της λήψεως της καρτέλας, τότε τα αναγραφόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά θεωρούντο ως γενόμενα αποδεκτά από αυτήν.
Το ίδιο συμφωνήθηκε να ισχύσει και στην περίπτωση του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, οπότε εάν η πιστούχος δεν αντέλεγε εγγράφως εντός 15 ημερών, αναφορικά με την ακρίβεια των χρεοπιστώσεων της κοινοποιουμένης με δικαστικό επιμελητή καρτέλας κίνησης του λογαριασμού, τότε θα θεωρείτο ότι αναγνωρίζει το χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, ότι δηλαδή τούτο αποτελεί οριστική και πραγματική οφειλή της προς πιστώτρια εταιρία (12ος όρος της σύμβασης).
Την εκπλήρωση των όρων της παραπάνω σύμβασης και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη πληρωμή κάθε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα και σε ολόκληρο οι Α. Κ., συζ. Κ. Η. και Μ. Χ., συζ. Δ. Η., ήδη καθ' ων η εκτέλεση, οι ίδιες δε, προς εξασφάλιση κάθε μελλοντικής απαίτησης της πιστώτριας εταιρίας από τον παραπάνω αλληλόχρεο λογαριασμό συνήνεσαν στην εγγραφή προσημειώσεων σε διάφορα ακίνητα τους, μεταξύ αυτών και στο ακίνητο, που εκτέθηκε σε πλειστηριασμό στις 6-4-2005 (βλ.
υπ' αριθμ. 2914/21-6-2005 πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, που προσκομίζεται από την καθ' ης). Ο λογαριασμός αυτός λειτούργησε μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών μέχρι την 1-3-2005, οπότε και καταγγέλθηκε από την πιστώτρια "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" με τελικό κατάλοιπο ποσού 1.696.769 ευρώ, στην ως άνω δε καταγγελία η τελευταία προέβη, διότι η ΗΛΤΕΞ άρχισε να μην εκπληρώνει πλέον τις υποχρεώσεις της και διότι κηρύχθηκε και σε κατάσταση πτωχεύσεως με την με αριθμό 5914/1-3-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν της από 6-12-2004 δηλώσεως της περί αναστολής των πληρωμών της.
Η παραπάνω έγγραφη καταγγελία, στην οποία συμπεριελήφθη ολόκληρη η κίνηση του λογαριασμού από της ενάρξεως του έως και την 21-2-2005, νόμιμα κοινοποιήθηκε προς την πιστούχο εταιρία και προς τις δύο ως άνω εγγυήτριες με τις 3936β/2-3-05, 3937β/2-3-05 και 3938β/2-3-05 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...
που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από την καθ' ης η ανακοπή, αλλά και στη συνέχεια στις 5-3-2005 στον τότε προσωρινό σύνδικο και ήδη οριστικό σύνδικο της πτώχευσης της πιστούχου εταιρίας Α. Α.. Επί της καταγγελίας αυτής και του ορισθέντος ως άνω καταλοίπου, ουδέποτε αντέλεξε, όπως είχε τη δυνατότητα με βάση την από 24-3-1995 σύμβαση, η πιστούχος εταιρία, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αυτή αναγνώρισε πλήρως την ως άνω οφειλή της (πλασματική αναγνώριση), την καταβολή της οποίας ανέλαβαν με δική τους θέληση οι καθ' ων η εκτέλεση, όταν συμβλήθηκαν στη σύμβαση του αλληλόχρεου ως εγγυήτριες, σημειουμένου ότι ως εκ περισσού αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση ότι και οι ίδιες οι εγγυήτριες ουδόλως αντέλεξαν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η πιστούχος εταιρία "ΗΛΤΕΞ Α.Β.Ε.Ε." πτώχευσε δεν αποστέρησε αυτή από το δικαίωμα της να προβάλλει αντιρρήσεις κατά του καταλοίπου αφού από την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 635/1937 στέρηση της διοίκησης και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας ουσιώδη εξαίρεση αποτελεί η δυνατότητα του πτωχού να προβαίνει σε πράξεις που προασπίζουν τη πτωχευτική περιουσία, καθόσον μάλιστα ο πτωχός δεν παύει να είναι ικανός προς δικαιοπραξία λόγω της κήρυξης της πτώχευσης, ενώ σε επείγουσες περιπτώσεις και όταν επίκειται κίνδυνος από την αναβολή επιτρέπεται η λήψη από τον ίδιο τον πτωχό ασφαλιστικών μέτρων αλλά και η δυνατότητα αυτού να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη πράξη όπως για παράδειγμα διακοπή παραγραφής, κοινοποίηση αποφάσεως κλπ., διαφορετικό δε είναι το ζήτημα, αν πρόκειται για πράξη μετά την εκτέλεση της οποίας προβλέπεται στο νόμο συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η νομιμοποίηση του συνδίκου ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να παραστεί (πρβ.
ΑΠ 1615/2007, ΕφΔωδ 275/2005 ΝΟΜΟΣ, Εφ Αθ 8250/2005 ΔΕΕ 2006.393). Ως εκ τούτου ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της υπό στοιχείο 2 ανακοπής και κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται από την ανακόπτουσα ότι η πιστούχος εταιρία λόγω την πτώχευσης της δεν είχε δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της κοινοποιηθείσας την 2-3-2005 κίνησης του λογαριασμού, ότι η εν λόγω κοινοποίηση δεν αφετηρίασε την δεκαπενθήμερη προθεσμία και ότι δεν υπήρξε σιωπηρή αναγνώριση χρέους, και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή αναγνώριση χρέους η μη υποβολή αντιρρήσεων εκ μέρους του συνδίκου της πτώχευσης της πιστούχου γιατί αυτή δεν υπάγεται στις εξουσίες και τα καθήκοντα του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και οι ίδιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την εκκαλούσα ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ με τους συναφείς λόγους της έφεσης της.
Επίσης πρέπει να σημειωθεί, ότι η πτώχευση της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, αφενός δεν συνεπάγεται και πτώχευση των δύο εγγυητριών και αφετέρου δεν μεταβάλει την ευθύνη του τελευταίων, αφού με την εγγύηση εκείνο που επιδιώκεται είναι, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, η εξασφάλιση του δανειστή σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη, μεταξύ δε αυτών των περιπτώσεων συγκαταλέγεται και η πτώχευση τούτου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθ' ης με βάση τα παραπάνω, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τη με αριθμό καταθ. 15228/19-4-2005 αγωγή της, που επίσης νόμιμα προσκομίζεται, με την οποία στρεφόμενη κατά της ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ και των δύο εγγυητριών ζητεί να υποχρεωθούν στην καταβολή, εκάστη εις ολόκληρον, του ποσού των 1.696.769 ευρώ.
Η αγωγή αυτή ήδη μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης εκδικάσθηκε και εκδόθηκε η με αριθμό 4691/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία παραδεκτά επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη στην παρούσα δίκη, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς την εκ του αλληλόχρεου λογαριασμού βάση της και έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκαν οι δύο εγγυήτριες να καταβάλλουν στην ενάγουσα και ήδη καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 1.551.172,75 ευρώ, ενώ κατά αυτής εκκρεμούν εφέσεις.
Συνεπώς, η απαίτηση της καθ' ης είναι υπαρκτή, ορθώς δε ενεργώντας η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος την κατέταξε στον προσβαλλόμενο πίνακα για μέρος αυτής και ειδικότερα προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 164.343,36 ευρώ, αφού η απαίτηση της ήταν εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης α' σειράς, που είχε εγγραφεί στις 18-4-1995 στον τόμο 1624 και με αριθμό 7Α των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας στην υπό στοιχείο 2 ανακοπή ("ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGΑSΙΑS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ") ότι η παραπάνω αγωγή της αντιδίκου της θα απορριφθεί, διότι εσφαλμένως στηρίζεται στις διατάξεις του αλληλόχρεου λογαριασμού και στην αναγνώριση του κατά το κλείσιμο του προκύψαντος καταλοίπου, αφού ο μεταξύ αυτής και της εταιρίας ΗΛΤΕΞ τηρούμενος λογαριασμός ήταν απλά δοσοληπτικός, υπό την έννοια ότι εξέλειπε το στοιχείο των εκατέρωθεν χρεοπιστώσεων (πιστώτρια δηλαδή ήταν πάντα η ίδια, ενώ πιστούχος πάντα η εταιρία ΗΛΤΕΞ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, για να χαρακτηριστεί ένας λογαριασμός αλληλόχρεος, βασικά στοιχεία είναι αφενός η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών και αφ' ετέρου η δυνατότητα αποστολών και από τα δύο μέρη, σε τελική δε ανάλυση είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της ανακοπής καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος περί ανυπαρξίας απαίτησης της καθ' ης καθώς και ο έτερος ισχυρισμός της ανακόπτουσας που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ότι δεν είναι προνομιακή η καταταγείσα απαίτηση της καθ' ης.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε του προαναφερθέντες πρώτους λόγους των συνεκδικασθεισών ανακοπών ως αβάσιμους, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία σχετικά με το θέμα της πλασματικής αναγνώρισης του καταλοίπου που αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλοι οι λόγοι της υπό στοιχείο Α έφεσης καθώς και οι πρώτος και δεύτερος της υπό στοιχείο Β έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, επαναφέροντας τους προαναφερθέντες λόγους των ανακοπών τους με τους οποίους αμφισβητούν την ύπαρξη και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ) η αναιρεσείουσα τράπεζα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 873, 185, 187, 189, 194 ΑΚ, 561, 581, 584, 585, 586, 588, 589, 591, 577 Εμπ.Ν. και 2 παρ.1 Ν.635/1937 και υποστηρίζει: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, διότι, κατά παραβίαση ουσιαστικών κανόνων δικαίου, δέχθηκε ότι η εταιρία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" και ο σύνδικος της πτώχευσης ...
αναγνώρισαν σιωπηρά την αναγγελθείσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω αναφερθείσες διατάξεις θα δεχόταν, ότι η εταιρία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" και ο σύνδικος ... δεν αναγνώρισαν σιωπηρά την απαίτηση της αναιρεσίβλητης και θα έκανε δεκτό τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής".
Ο λόγος αυτός προβάλλεται αβασίμως, και δη αλυσιτελώς. Τούτο δε, διότι, ανεξάρτητα αν η πτωχεύσασα εταιρία ή ο σύνδικος της πτωχεύσεως (ή αμφότεροι) είχαν ή όχι δικαίωμα να αναγνωρίσουν ή να αμφισβητήσουν ρητώς ή σιωπηρώς το κατάλοιπο του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, το Εφετείο σαφώς δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία είχε κατά της πρωτοφειλετριάς της και των υπέρ εκείνης εγγυητριών και ιδιοκτητριών της εκποιηθείσης ακινήτου περιουσίας, από την όλη συναλλακτική μετ' αυτών σχέση χρηματική απαίτηση τουλάχιστον ίση με το ποσό για το οποίο είχε εγγράψει προσημείωση επί των ακινήτων και για το οποίο κατατάχθηκε η αναιρεσείουσα.
Με τον δεύτερο λόγο (προβαλλόμενο με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1, 9 και 14 ΚΠολΔ) υποστηρίζονται, κατά λέξιν, τα εξής: "Στην ένδικη υπόθεση η αναιρεσίβλητη δεν συμπεριέλαβε στην ... αναγγελία της ... αίτημα για προνομιακή κατάταξη της αναγγελθείσας απαίτησής της, με συνέπεια παρανόμως να καταταγεί προνομιακά ως προσημειούχος δανείστρια ...".
Η αναγγελία της αναιρεσίβλητης εταιρίας στον ένδικο πλειστηριασμό έχει, κατά το ουσιώδες μέρος της, ως εξής: "Ήδη με την παρούσα σας γνωστοποιώ και αναγγέλλω ότι κατά των οφειλετριών μου Κ. Α. ... και Χ. Μ. ... έχω ασκήσει ... αγωγή ... με αίτημα να μου καταβάλλουν ... ως πρωτοφειλέτριες και σε ολόκληρο καθεμία...ως εγγυήτριες της από 24-3-1995 συμβάσεως πιστώσεως δι'ανοικτού (αλληλοχρέου) ού που συνήψα με την εταιρία ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ ...
το συνολικό ποσό του 1.696.769,99 ευρώ ... Επί του ... ακινήτου ... ενέγραψα προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των ... 164.343,36 ευρώ ... . Επειδή ... περιορίζω το ποσό που αναγγέλλω ... στο ποσό της προσημείωσής μου ... ζητώ να καταταγώ στον πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος που θα συνταχθεί ...". Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η ρηθείσα αναγγελία ήταν επαρκώς ορισμένη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, τόσο κατά την αναγγελθείσα απαίτηση όσο και κατά το προνόμιο που την ασφάλιζε, σαφώς δε περιεχόταν στην αναγγελία αίτημα για κατάταξη της απαίτησης ως εξασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης, ήτοι για προνομιακή κατάταξη, ανεξάρτητα από την χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία και ορολογία.
Επομένως, και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος δεν είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-1-2009 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" για αναίρεση της 2318/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ