Supreme Court dismisses State's appeal on compensation timing, ruling property value change is valid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's determination of compensation for expropriated Olympic site properties. The State argued the timing of the final valuation was procedurally flawed, but the Court found the lower court correctly applied constitutional provisions regarding public benefit and property value changes over time. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 2 of the 1975 Constitution; Art. 13 para. 1 lit. b and Art. 17 para. 2 lit. c of the 2001 Constitution; The critical time for determining the actual value of expropriated property is the date of the final hearing, even if the request was filed earlier, provided the one-year period has elapsed since the temporary determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1466/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βάγια και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, κατοίκων ..., 7) Ψ7, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Δασκαλογιαννάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-2-2000, 10-1-2002, 4-2-2002 και 30-5-2002 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 247/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/11/2003 αίτησή τους και τους από 27/7/2004 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 513/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 4/4/2006 κλήση τους. Εκδόθηκε η 287/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 7425/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/3/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 26/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για το παραδεκτό τη ένδικης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 574/2008 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
ΙΙ. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απ' ευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των Συνταγματικών διατάξεων που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα Ζ' της Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της συζήτησης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που ισχύει από 6-5-2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13 η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2985/2002 που άρχισε από 1.1.2002. Εξάλλου, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδ. α' και β' του τελευταίου ως άνω νόμου 2882/2001, που ορίζει ότι "Απαλλοτριώσεις που κηρύχτηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση είχε ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του εδ.
β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 ή και πριν από τη θέση σε ισχύ του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος (Α.Π. 402/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την 2181/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή Ολυμπιακών έργων και κυκλοφοριακών ρυθμίσεων γύρω από το ΟΑΚΑ.
Με τις με αρίθμ. Καταθέσεως 264 και 265/2002 αιτήσεις τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν τον οριστικό καθορισμό των τιμών μονάδας αποζημίωσης των ως άνω ακινήτων τους και των επικειμένων τους, οι οποίες με την υπ' αριθμ. 247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 287/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν κλήσεως ορισμένων από τους αναιρεσιβλήτους συζητήθηκε η υπόθεση στις 25-9-2007 και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε οριστικός καθορισμός της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των επικειμένων τους, αφού λήφθηκε υπόψη ως κρίσιμος χρόνος για τον εν λόγω καθορισμό εκείνος της μετά την αναίρεση της απόφασής του, συζήτησης της υπόθεσης για το λόγο ότι από τότε, που έγινε ο προσωρινός καθορισμός της αποζημίωσης (2-11-2001), μέχρι την μετ' αναίρεση συζήτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης (25-9-2007) πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα πλέον του έτους κατά το οποίο επήλθε σημαντική μεταβολή στην αξία των ακινήτων της περιοχής που βρίσκονται τα απαλλοτριωθέντα.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τον χρόνο καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του Ν. 2882/2001, τις οποίες δεν παραβίασε και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν δε αυτών πρέπει και η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2008 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7425/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε ομάδα αυτών, που παραστάθηκε χωριστά
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ