Legislator Case Law & Legislation
1466/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership partition, ruling facts were clear and evidence properly ordered.

Case Number 1466/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Larissa's final judgment regarding a partition of co-owned property. The appellant argued the lower court erred by accepting claims of exclusive ownership without prior evidence or proper notification procedures. The court rejected these arguments, finding the facts regarding the co-owners' knowledge and acceptance of the partition were clear and the evidence was lawfully obtained.

Legislator headnote

AI generated

Articles 908, 981, 984, 994 of the Civil Code; The Supreme Court held that a co-owner claiming exclusive ownership is deemed to hold the common property for all others and cannot oppose extinction or acquisitive prescription before notifying them, unless they have already acquired knowledge of the claim and passed the notification period.

Keywords

AI generated
co-ownership partition exclusive ownership claim acquisitive prescription notification requirement extinction of rights court of appeal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 908, 981, 984, 994 of the Civil Code
Article 50 of the Code of Civil Procedure
Articles 3, 734, 42, 41.2, 7, 10.3, 28 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1466 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1466/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μικρό.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1981 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της Α, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/1982 προδικαστική, 470/1987 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 882/1989 προδικαστική, 404/1995 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1397/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 102/2000 προδικαστική απόφαση και την 818/2001 οριστική απόφαση, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 27-9-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τους ορισμούς των νόμων 3 κωδ. 734 νομ. 42, πανδ. 41.2, νομ. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος ή ολόκληρο το κοινό πράγμα ως αποκλειστικός κύριος.

Την ίδια ακριβώς αρχή εισάγουν και οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 908, 981, 984 απ. Και 994 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 50 του Εισ.Ν.ΕΚ διέπουν στο εξής την υφιστάμενη κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα νομή, άρα και τη συννομή, ως προς τα μετέπειτα αποτελέσματα ή την προσβολή και την προστασία της. Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι - συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της αποφάσεως που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 527 παρ. 1 και 536 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο, αν τάχθηκε ορθώς το θέμα αποδείξεως και κατανεμήθηκε σύμφωνα με το νόμο το βάρος της αποδείξεως. Αν διαπιστώσει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να τάξει απόδειξη επί πραγματικού ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή ότι δεν κατένειμε ορθώς το βάρος της αποδείξεως, αναβάλλει την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί του λόγου εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και τάσσει απόδειξη ή επιβάλλει ορθώς το θέμα ή το βάρος αυτής, χωρίς να εξαφανίσει προηγουμένως την εκκαλούμενη απόφαση, έστω και αν δεν ασκήθηκε έφεση από τον εναγόμενο, ο οποίος ως εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη και νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι συντελούν σε απολογία κατά της εφέσεως.

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο η λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν έχουν επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, όπως είναι οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, καθώς και εκείνοι που προτείνονται εκ περισσού. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα και η μητέρα της Α, η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισε η αναιρεσείουσα ως μόνη κληρονόμος της, με την από 20-9-2981 αγωγή τους, εκτός των άλλων, αφού ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριες κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου του σ' αυτήν περιγραφόμενου οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, συνολικής επιφάνειας 1.500 τ.μ., από κληρονομία του κατά το έτος 1940 αποβιώσαντος πατρός της πρώτης και συζύγου της δεύτερης Β, και ότι οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι είναι συγκύριοι του ίδιου οικοπέδου κατά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (29/32) από κληρονομική διαδοχή των Γ και Δ, που απεβίωσαν κατά τα έτη 1924 και 1974 αντίστοιχα, αμφισβητούν την κατά το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητα αυτών (εναγουσών) επί του επιδίκου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους.

Για την απόκρουση της αγωγής αυτής οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και στο Εφετείο, όπως εκτιμώνται, ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη από αυτούς απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, που βρέθηκε να έχει έκταση 344 τ.μ., διότι κατέχει και νέμεται αυτό από το έτος 1972 όταν το μεταβίβασε σ' αυτήν η 'μητέρα της Ε λόγω προικός, δυνάμει του υπ' αριθμ. .....

προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδίτσης Ν. Βαλταδώρου μέχρι τότε δε και από το έτος 1946 το ακίνητο αυτό κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου η παραπάνω δικαιοπάροχός της Ε, στην οποία είχε μεταβιβασθεί λόγω προικός από τον πατέρα της Δ, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδίτσης Παν.

Βαλταδώρου και ότι οι ενάγουσες παρόλο που γνώριζαν την σύσταση των παραπάνω προικών και συνεπώς γνώριζαν και ότι τόσον η μητέρα της πρώτης αναιρεσίβλητης, όσον και η ιδία από της συστάσεως της προικός κατείχαν και νέμονταν αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό τους, αδράνησαν. Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ήταν νόμιμος και ορισμένος και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητά του να αναφέρεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και η μητέρα της, που έλαβαν ως προίκα το επίδικο, γνωστοποίησαν στις ενάγουσες ότι κατείχαν και νέμονταν αυτό εξ ολοκλήρου για δικό τους λογαριασμό, αφού οι ενάγουσες τη σύσταση των προικών και συνεπώς γνώριζαν και ότι οι πρώτες κατείχαν και νέμονταν αυτό αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό.

Επί του ισχυρισμού αυτού δεν τάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το προσήκον θέμα αποδείξεως, πράγμα το οποίο επιτρεπτώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, έπραξε το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 102/2000 προδικαστική απόφασή του, και το οποίο στη συνέχεια μετά τη διενέργεια των αποδείξεων, εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 818/2001 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την παραπάνω ένσταση των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιό της.

Με τους τέσσερις λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται αντιστοίχως, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες α) από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι, χωρίς να προταθεί, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα της πρώτης απ' αυτούς γνωστοποίησαν στις ενάγουσες ότι κατείχαν και νέμονταν το επίδικο για δικό τους λογαριασμό, β) από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, διότι δέχθηκε τον παραπάνω περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό, χωρίς να διαταχθεί γι' αυτόν απόδειξη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γ) από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του αυτού Κώδικα, διότι δεν απέρριψε τον πιο πάνω περί γνωστοποιήσεως ισχυρισμό για τον λόγο ότι δεν προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δ) από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, διότι δεν απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο και αόριστο.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και ειδικότερα ο πρώτος ως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω περί γνωστοποιήσεως ισχυρισμός, που δέχθηκε επιπλέον το Εφετείο χωρίς να προταθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν ουσιώδης και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αρκεί το ότι το Εφετείο δέχθηκε τελικά, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη ότι "Έτσι το εν λόγω διαιρετό οικοπεδικό τμήμα των 344 τ.μ.

περιήλθε κατά κυριότητα στην 5η εναγομένη Ψ1, δι' εκτάκτου χρησικτησίας, αφού από το έτος 1946 μέχρι το 1972 η μητέρα της Ε και έκτοτε η ίδια μέχρι την άσκηση της αγωγής κατείχε και ενέμετο το επίδικο με διάνοια κυρίου εν γνώσει των εναγουσών, οι οποίες εφησύγασαν και δεν αντέδρασαν καθ' οιονδήποτε τρόπο", οι δε υπόλοιποι λόγοι ως αβάσιμοι, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός, ότι δηλ.

η πρώτη αναιρεσίβλητη κατείχε και ενέμετο στο σύνολό του το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου εν γνώσει των εναγουσών, ήταν νόμιμος και ορισμένος και προτάθηκε παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, το οποίο και επιτρεπτώς διέταξε αποδείξεις γι' αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 24-1-2004 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2000 προδικαστικής και 818/2001 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ