Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and procedural grounds regarding fraud and forgery charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Regional Court of Appeal's judgment. The appellant argued the court lacked jurisdiction due to a related theft case and claimed a procedural defect regarding document reading. The court rejected these claims, finding the court had proper jurisdiction due to the connection with the theft trial and that the appellant failed to formally request the reading of specific documents, thus negating the procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386, 216, 364, 510, 583 of the Criminal Code; Articles 20, 510 of the Code of Criminal Procedure: Jurisdiction is established by connection to a related felony trial; failure to formally request document reading does not constitute a procedural defect warranting appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1466 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1466/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Στάθη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1297/2005, ως και στους από 20 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται, ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001).
Η τελευταία αυτή διάταξη, μετά την κατά τα προεκτεθέντα αντικατάστασή της, είναι, εν όψει του οριζομένου πλέον ελαχίστου ποσού του επιδιωκόμενου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας, επιεικέστερη και εφαρμόζεται αναδρομικώς κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, του οποίου η ισχύς ήρχισε στις 3-6-1999.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ «Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση», ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.
α' του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 7α του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 α του Ν. 2721/1999, η οποία εφαρμόζεται αναδρομικώς, ως επιεικέστερη, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ και επί πράξεων που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της, «αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών».
Από τις ανωτέρω διατάξεις, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξυπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, καθώς και ο σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες οι οποίες αναφέρονται στη θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ενώ, για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης στην παρ. 3 εδ.
α' του ως άνω άρθρου βαρύτερης μορφής της πράξης που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαίτιου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αποτελεί και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί «άλλοθι», ενώ, ο ισχυρισμός αυτού ότι το Δικαστήριο πλανήθηκε ως προς το πρόσωπό του, ως δράστη του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ανάγεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατά το είδος τους αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία), αποδείχτηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος: Α) Στη .... , την 23-1-98, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και συγκεκριμένα, προσκόμισε ψευδή έγγραφα στον ταμία του καταστήματος της Ιονικής Τράπεζας της .... , ήτοι το βιβλιάριο καταθέσεων του Ψ με αριθμ. .....
που είχε προηγουμένως αφαιρέσει από το δικηγορικό του γραφείο στη .... και πλαστογραφημένη αστυνομική ταυτότητα αυτού, πείθοντας τον ανωτέρω υπάλληλο πως είναι ο Ψ , δικαιούχος ανάληψης χρημάτων του ανωτέρω βιβλιαρίου, να του καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ., το οποίο πράγματι του κατέβαλε, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του δικαιούχου του βιβλιαρίου, ωφελούμενος αντίστοιχα αυτός το ποσό αυτό.
Τέλεσε δε την πράξη του αυτή κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που έχει διαμορφώσει κατά την τέλεσή της προκύπτει ότι σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος και Β) Σε τόπο μη εισέτι διακριβωθέντα της ελληνικής επικράτειας και κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 1998, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση και δημιουργία εννόμων σχέσεων και καταστάσεων.
Συγκεκριμένα, κατήρτισε από την αρχή έγγραφο, ήτοι αστυνομική ταυτότητα κατ' απομίμηση αυτής, που εκδόθηκε για τον Ψ , ενσωματώνοντας σ' αυτή φωτογραφία του και την εμφάνισε παραπλανώντας τον ταμία του καταστήματος της Ιονικής Τράπεζας της .... , πως αυτός είναι ο Ψ , ο οποίος με τη χρήση της ταυτότητας αυτής του κατέβαλε το ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο των ανωτέρω, σε βαθμό πλημμελήματος, εγκληματικών πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) ετών.
Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας, αμφοτέρων, σε βαθμό πλημμελήματος. Ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως των ανωτέρω εγκλημάτων και μάλιστα, κατά το από 8-8-1996 μέχρι 22-3-1998 χρονικό διάστημα βρισκόταν συνεχώς στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην ..... , δεν ήταν απαραίτητη, αφού, ο ισχυρισμός του αυτός περί άλλοθι, δεν είναι αυτοτελής, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως πλήττουσες με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 111 παρ. 1 ΄του ΚΠΔ, μεταξύ των άλλων κακουργημάτων, το δικαστήριο των Εφετών δικάζει και το κακούργημα της κλοπής, το οποίο στρέφεται κατά της ιδιοκτησίας, ενώ, κατά το άρθρο 122 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που προβλέπει τρεις συντρέχουσες αρμοδιότητες, η κατά τόπον αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τον τόπο όπου τελέστηκε το έγκλημα ή όπου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο κατηγορούμενος όταν αρχίζει η ποινική δίωξη, ενώ τέλος, υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Η' του ίδιου Κώδικα συνιστά και η εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο, όταν αυτό είναι αναρμόδιο κατά τόπον να τη δικάσει, της κατά τόπον αναρμοδιότητάς του εξεταζομένης και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 55/23-6-1999 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και την υπ' αριθμ. 1/23-6-1999 διάταξη του ίδιου Εισαγγελέα, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ' και Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας στο Τριμελές (για κακουργήματα) Εφετείο Λάρισας, προκειμένου να δικαστεί για κλοπή σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 374 περ.
Ε' ΠΚ), την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη Λάρισα και για τα πλημμελήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, ενώ, με την προδιαληφθείσα διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, επειδή αυτός φυγοδικούσε, διατάχτηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 εδ. τελευτ. Του Ν. 663/1977 η αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο για το ανωτέρω κακούργημα της κλοπής.
Επομένως, το Τριμελές (για κακουργήματα) Εφετείο Λάρισας, που δίκασε πρωτοδίκως τον αναιρεσείοντα για τα πλημμελήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να δικάσει τα εν λόγω πλημμελήματα, αφού η διακεκριμένη κλοπή, για την οποία ο αναιρεσείων είχε παραπεμφθεί στο ως άνω πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, είχε τον χαρακτήρα κακουργήματος (άρθρο 374 περ.
ε' ΠΚ), το δε Τριμελές (για κακουργήματα) Εφετείο Λάρισας, κατέστη αρμόδιο να δικάσει τα πλημμελήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, που είχαν τελεστεί εκτός της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, λόγω συναφείας, εν όψει του ότι το κακούργημα της κλοπής, για το οποίο ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Λάρισας, είχε τελεστεί στη Λάρισα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ' και Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου και για υπέρβαση εξουσίας, λόγω της κατά τόπον αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου αυτού να δικάσει την υπόθεση, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ενώ, εξ άλλου, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στις ανωτέρω περί αναρμοδιότητες υποβληθείσες και με λόγους εφέσεως ενστάσεις και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, αφού αυτές, δεν ήταν νόμιμες.
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση των αναφερόμενων σ' αυτήν εγγράφων, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για τι σκοπό αυτό, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε αίτημα για την ανάγνωση των αναφερόμενων στην αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εγγράφων και επομένως, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2005 αίτηση του Χ και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ