Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring payments, upholding lower court's adjusted monthly installment order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a savings fund against a debt restructuring order. The lower court adjusted monthly payments based on the debtor's income, specifically ordering deductions from salary rather than pension, which the Supreme Court found legally sound. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and no court costs were awarded to either party.
Legislator headnote
AI generatedArt. 74 of Law 4690/2020; Art. 8 para. 2 of Law 3869/2010: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies statutory provisions to adjust debt restructuring payments according to the debtor's actual economic capacity, thereby validating the specific method of deduction chosen by the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1465 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κουτσογιάννη, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ζ. σύζ. Κ. Ξ., το γένος Δ. Π., κάτοικο κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ερμούπολης.
Εκδόθηκε η 71/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104), όπως ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 του Ν.4790/2021 ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.03.2020 - 31.05.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 3.../2023, ΑΠ 987/2022).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κρινόμενη, από 26-10-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2021, αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 71/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, δικάστηκε ερήμην των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο Ειρηνοδικείο, πλην του πρώτου αυτών και ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων στην ως άνω δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023].
Η υπόθεση δικάστηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 552,553 παρ.1, 556 παρ.1 σε συνδ.
με 741 κα 769 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως. Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη 71/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθ. 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση, δημοσιεύθηκε στις 24-10-2017.
Επίδοση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει. Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε στις 27-10-2021, όπως προκύπτει από την 1/2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης, του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεως της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του νόμου 4335/2015, που εφαρμόζεται στη προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε, μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως, μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), (Α.Π. 1054/2023, ΑΠ 460/2022,) και ενώ η προθεσμία από 07-11-2020 έως 5.4.2021 είχε ανασταλεί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά τα ανωτέρω, κατά το άρθρο 83 παρ. 1 περ.
α' του ν. 4790/2021, όπως αυτό ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021), χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπολογίζεται, στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων και παράλληλα παρέχονται επιπλέον 30 και 10 ημέρες από το νόμιμο χρόνο λήξης της προθεσμίας, όπως αυτή ανεστάλη. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ) και Συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 26-10-2021 (με αριθμό καταθέσεως 01/27-10-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 71/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 19-05-2023, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 21/05/2023, και προσδιορίσθηκε εκ νέου με αυτεπάγγελτη πράξη της Προέδρου του Δ τμήματος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτού, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών για την αρχική δικάσιμο της 19-05-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων.
Με την από 7 Ιουνίου 2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, η οποία γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ..., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων ...
ως και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων, ενεγράφη δε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα του Δικαστηρίου και η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 αρ 4 ΚΠολΔ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν η δεύτερη και τρίτη των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, παραστάθηκαν δε νομίμως και προσηκόντως, μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και η πρώτη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, αφού οι ανωτέρω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα ανωτέρω, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.)
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης την από 10-11-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/02-12-2015) αίτηση του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 71/2017, ήδη τελεσίδικη, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούσντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.
Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015) ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 28-12-2015, της ένδικης, από 28-12-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως...) αιτήσεως εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021).
Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρο 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη| σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κ.λ.π.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ...
που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2).
Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2.214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. μπορούν, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.
Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμον, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητώς, όπως έπραξε με την προσθήκη της περιπτώσεως γ' στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 3586/2007, ενώ ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ιδίου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Τ.Π.Δ.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεών του (Α.Π. 785/2022, Α Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022).
Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι, όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.
Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι, στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Και τούτο, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιον και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (Α.Π.1054/2023, ΑΠ 785/2022, Α.Π. 658/2022).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λ.π., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3.869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 1379/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (Α.Π. 1050/2021).
Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994.
Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσεως, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της συντάξεώς του.
Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαιτήσεώς του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαιτήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκτασιν και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο.
Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1031/2015).
Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσεώς τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στην συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχωρήσεως, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ.
και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1- 2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).
Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις κάτωθι πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι: 1. το δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, στερώντας την αναιρεσιβαλλόμενη από νόμιμη βάση, τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 4172/2013, και των άρθρων 1389 επ και 1486 επ.ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν.3869/2010, αφού δέχθηκε ως προστατευόμενο μέλος του πρώτου αναιρεσιβλήτου τον ενήλικο υιό του, ηλικίας 19 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ αυτό κατά τις αιτιάσεις δεν υπάγεται ούτε στην έννοια του προστατευόμενου μέλους κατά τους ορισμούς του ΑΚ, ούτε στα θεωρούμενα ως τέτοια κατά τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως εξαρτώμενα από τον φορολογούμενο, ενώ δεν διαλαμβάνει ουδεμία αιτιολογία, η οποία παραδεκτά αποκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις και θεωρεί κατ'εξαίρεση ως προστατευόμενο μέλος τον ως άνω ενήλικο υιό του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη δεχθείσα ότι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος, μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόσθεσμων οφειλών του προς τους πιστωτές του, με δεδομένο ότι συμπεριέλαβε στις δαπάνες και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ως άνω ενήλικου υιού του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση λόγω έλλειψης αιτιολογίας επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 2.
Ότι αναφορικά με τα εισοδήματα του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα καίτοι δέχθηκε ότι αυτός συνταξιοδοτήθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό το 2011, ουδέν αναφέρει εάν κατά το χρόνο αυτό έλαβε εφάπαξ παροχή και σε θετική περίπτωση αν αυτή σώζεται ή αναλώθηκε και εάν διατέθηκε προς ικανοποίηση των πιστωτών του.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι αφού, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ 2 ΚπολΔ επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας, αποδεικνύεται ότι ουδείς από τους ανωτέρω ισχυρισμούς είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ως αβάσιμου.
Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί παραδεκτής προβολής των ένδικων ισχυρισμών, αφού κατά το αναιρεσείον, αυτοί, έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, με δεδομένο, ότι όπως προαναφέρθηκε στη ως άνω μείζονα σχετική σκέψη , στην περίπτωση αυτή, και αν θεωρηθεί ότι, το δικαστήριο παραβίασε το νόμο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, που οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν ουδόλως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν ισχύουν εν προκειμένω.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης του, το αναιρεσείον παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 455 επ ΑΚ, 62 του Ν.2214/1994 και των άρθρων 4 παρ.1 και 8 παρ.2 του Ν.3869/2010 και για πλημμελή αιτιολογία, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης από το μηνιαίο μισθό σύνταξη του αναιρεσιβλήτου -αιτούντος των ποσών που καθορίστηκαν ως καταβλητέα στο ΤΠΔ, με την ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν.3869/2010, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των άρθρων 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ.
Εντούτοις, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, όσον αφορά τη ρύθμιση του χρέους του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 τα εξής: "... Με βάση τα προλεχθέντα, συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 και συγκεκριμένα το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ορισθούν επί τριετία μηνιαίες καταβολές ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, κατ' άρθρο 8 παρ.2 του Ν.3869/2010...Η καταβολή της μηνιαίας δόσης του ποσού των διακοσίων (200,00) ευρώ βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, θα αρχίσει αμέσως από την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής (άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010) και θα λαμβάνει χώρα εντός του πρώτου τριήμερου εκάστου μηνός ως εξής: 1) Στο πρώτο των καθ'ων θα καταβάλει το ποσό των 184,99 ευρώ, 2) στη δεύτερη των καθ'ων θα καταβάλει το ποσό των 12,03 ευρώ και 3) στη τρίτη των καθ'ων για την πρώτη οφειλή το ποσό των 2,95 ευρώ και για τη δεύτερη οφειλή το ποσό των 0,03 ευρώ....".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου υφιστάμενη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων( η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρος των μηνιαίων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου-οφειλέτη), αλλά αντίθετα, στο πλαίσιο της ρύθμισης του χρέους κατά το Ν. 3869/2010 του αναιρεσίβλητου-δανειολήπτη, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε (κατά το μέρος που έκρινε, ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες του πρώτου αναιρεσιβλήτου), το ύφος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος προς το αναιρεσείον, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.2 του Ν.3869/2010, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, μεταβάλλοντας το ύφος του ποσού μηνιαίως - που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από το μισθό του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και όχι, όπως προαναφέρεται, τον με την παρακράτηση από τη σύνταξή του, τρόπο καταβολής του, για την κρίση του δε αυτή διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες.
Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π.1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1683/2022, ΑΠ. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/10/2021 [αρ.κατ.1/27-10-2021] αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 71/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ