Legislator Case Law & Legislation
1465/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on factoring contract breach and unjust enrichment claims.

Case Number 1465/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a dispute over a factoring agreement. The appellants argued that the appellee breached contract terms and should be liable for unjust enrichment, while the appellee successfully invoked the right of set-off based on the breach. The court found the lower court's reasoning sound, noting that the appellee's actions were consistent with good faith and that no legal gap existed requiring the application of unjust enrichment statutes.

Legislator headnote

AI generated

Art. 191 no. 2 C.Pol.D.; Art. 106, 176, 183, 189 no. 1, 191 no. 2 C.Pol.D.: The Supreme Court rejects an appeal when the Court of Appeal correctly applies contract law principles regarding breach and set-off rights, finding the lower court's reasoning sufficient and the appellant's claims on unjust enrichment inadmissible due to the absence of a legal gap.

Keywords

AI generated
factoring contract breach of contract right of set-off unjust enrichment appeal dismissal good faith principle legal gap analysis

Cited Legislation

AI generated
Art. 191 no. 2 C.Pol.D.
Art. 106, 176, 183, 189 no. 1, 191 no. 2 C.Pol.D.
Art. 559 C.Pol.D.
Art. 871, 872 A.K.
Art. 173, 200 A.K.
Art. 1 para. 1, 3 para. 1 of Law 1905/1990
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ - ΠΛΑΚΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "SENSO IN TERRA S.A.", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Οικονομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ABC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε." (πρώην "ABC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α.Ε.") και τον διακριτικό τίτλο "ABC FACTORS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσεβά που ανακάλεσε την από 24/10/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 25/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 648/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5143/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/6/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.6.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 5143/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την με αριθμό 648 / 2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διακρατώντας και δικάζοντας επί των αντίθετων αγωγών των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1905/1990, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες).

Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό, με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης.

Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία ελεύθερα, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων.

Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring που έχει συμφωνηθεί.

Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχώρησης απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή.

Στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών, το factoring, διαμορφούμενο από την ευρηματικότητα των συναλλασσομένων, μπορεί να εμφανίζεται με πολλές και ποικίλες μορφές, περιέχοντας έτσι, εκτός από την παροχή υπηρεσιών και την εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στοιχεία και άλλων συμβάσεων του ενοχικού ή του εμπορικού δικαίου.

Άλλωστε και η διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 1905/1990 είναι τέτοια, που να επιτρέπει και να ευνοεί αυτή την ελευθερία στη δημιουργία διαφόρων τύπων του factoring. Κατά κανόνα συμφωνείται όπως ο factor τηρεί ένα λογαριασμό, στον οποίο πιστώνει τα ποσά των εισπραττομένων ή εισπραχθησομένων απαιτήσεων του προμηθευτή και αντίστοιχα χρεώνει τις αναλήψεις, στις οποίες προβαίνει ο τελευταίος, την προμήθειά του, τους τόκους, τα έξοδά του κ.λπ.

Η συμφωνία αυτή, η οποία συνήθως είναι ρητή, χωρίς να αποκλείεται και η σιωπηρή κατάρτισή της, περιέχει τα στοιχεία σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων υφίστανται εκατέρωθεν απαιτήσεις και καταβολές και για το λόγο αυτό συνήθως συμφωνείται ότι τα υπέρ του προμηθευτή πιστούμενα ποσά θα είναι τοκοφόρα, με επιτόκιο όμως χαμηλότερο από αυτό που χρεώνει ο factor για τις εκ μέρους του πελάτη προκαταβολικές αναλήψεις.

Επίσης οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται να μην επιδιώκουν την ικανοποίηση κάθε μιας απαίτησης ξεχωριστά, αλλά να αναμένουν την περιοδική εκκαθάριση κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι:

α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής.

Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση. Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση (ΑΠ 121/2023, ΑΠ 260/2021, ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 1234/2012, ΑΠ 667/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ., 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρισή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή να διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.

Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως (Ολ.

ΑΠ 31/1997). Κλείνει δε ο λογαριασμός αυτός περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ). Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου. Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ` αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση (ΑΠ 260/2021, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 131/2015).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 83/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 επ., 871, 872, 281, 173, 200 και 288 του Α.Κ., δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι υπήρχε ευθύνη της πρώτης εξ αυτών ως προμηθεύτριας και του δευτέρου ως εγγυητή για την ύπαρξη και το ύψος της επίδικης απαίτησης από την πώληση εμπορευμάτων προς την οφειλέτιδα εταιρία, ότι η αναιρεσίβλητη δεν έφερε πλέον τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας, τον οποίο είχε αναλάβει ως πράκτορας από την επίδικη σύμβαση γνήσιου factoring, ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα αναγωγής εναντίον τους, επανεκχώρησης της ένδικης απαίτησης και κλεισίματος του τηρηθέντος, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, αλληλοχρέου λογαριασμού, απορρίπτοντας εσφαλμένα και την παραδεκτώς και νομίμως υποβληθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : " Η ενάγουσα της από 13.11.2009 αγωγής - πρώτη εναγόμενη της από 25.8.2011 αγωγής εμπορική εταιρία - προμηθευτής συνήψε με την εναγόμενη της πιο πάνω αγωγής και ενάγουσα της δεύτερης αγωγής εταιρία - πράκτορα τη με αριθμό 613 /ΕΞΦ/ 17.1.2008 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων χωρίς αναγωγή (πρακτορεία απαιτήσεων κατά οφειλετών εξωτερικού) αόριστης διάρκειας με τις πρόσθετες πράξεις αυτής, την καλή εκτέλεση των οποίων εγγυήθηκε ως πρωτοφειλέτης, ο δεύτερος εναγόμενος της από 25.8.2011 αγωγής.

Σύμφωνα με τον όρο 3.1 της πιο πάνω σύμβασης, ο προμηθευτής υποχρεούται να εκχωρήσει στον πράκτορα όλες τις απαιτήσεις του και ειδικότερα, κατά τον 3.1.1 όρο της ίδιας σύμβασης, όλες τις χρηματικές απαιτήσεις του από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας κατά όλων των οφειλετών του, που εδρεύουν ή κατοικούν στην αλλοδαπή, οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πώλησης αγαθών (3.1.1.1 όρος), είτε υπάρχουν ήδη κατά την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή θα γεννηθούν στο μέλλον κατά τη διάρκειά της (3.1.1.2 όρος).

Κατά τον όρο 5.1 της πιο πάνω σύμβασης ο προμηθευτής γνωστοποιεί στον πράκτορα εγγράφως, με διαβιβαστικό έγγραφο ή σχετική κατάσταση τιμολογίων, εντός επτά ημερών από τη γένεση της απαίτησης, όλες τις πληροφορίες που αφορούν την απαίτηση, ιδίως το όνομα (επωνυμία) και διεύθυνση του οφειλέτη, το ποσό της απαίτησης, την ημερομηνία έκδοσης και το αντικείμενο του σχετικού τιμολογίου, την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, τυχόν πίστωση ή έκπτωση που παρασχέθηκε και τους όρους αυτών, τυχόν συμφωνία για τόκους και παραδίδει στον πράκτορα όλα τα σχετικά με την απαίτηση έγγραφα, όπως αυτά καθορίζονται από τον πράκτορα.

Ακόμη, σύμφωνα με τον όρο 6.1 της ένδικης σύμβασης, ο προμηθευτής υποχρεούται να αναγγείλει αμέσως την εκχώρηση των απαιτήσεών του προς τον πράκτορα στους οφειλέτες του, κατά τον όρο 6.2, σε κάθε τιμολόγιο που εκδίδει ο προμηθευτής, στο οποίο αντιστοιχεί απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης σύμβασης, καθώς και σε κάθε αντίγραφο τιμολογίου ο προμηθευτής θα αναγράφει, για το σκοπό της αναγγελίας, με ειδική σφραγίδα ή έντυπο όρο τα εξής: "Η οφειλή εκ του παρόντος τιμολογίου έχει εκχωρηθεί αποκλειστικά στην εταιρία ABC FACTORS ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΕ (ABC FACTORS)", ...η οποία είναι η μόνη που έχει δικαίωμα εισπράξεως.

Μόνο η πληρωμή στην ABC FACTORS εξοφλεί την οφειλή σας...".

Περαιτέρω, κατά τον όρο 6.9 της ίδιας σύμβασης, στην περίπτωση που ο πράκτορας συνάψει σύμβαση πρακτορείας των επιχειρηματικών απαιτήσεων που αποτελούν αντικείμενο της ένδικης σύμβασης με πράκτορα της επιλογής του, που κατοικεί στη χώρα της έδρας του οφειλέτη, ο προμηθευτής υποχρεούται να αναγγείλει στον οφειλέτη, αντί για την εκχώρηση των απαιτήσεών του στον πράκτορα, την εκχώρηση των απαιτήσεών του προς τον εκδοχέα του πράκτορα.

Εξάλλου, κατά τους όρους 35.1 και 35.2 της ένδικης σύμβασης, ο πράκτορας δικαιούται να εκχωρήσει οποιαδήποτε απαίτησή του κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση σε οποιονδήποτε τρίτο, ιδίως να συνάπτει συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με άλλους πράκτορες που εδρεύουν στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και να εκχωρεί τις απαιτήσεις που αποκτά από την ένδικη σύμβαση.

Σε σχέση με τα πιο πάνω, κατά τους όρους 15.1 και 15.2 της ένδικης σύμβασης, οι συμβάσεις που συνάπτει ο πράκτορας με τον αλλοδαπό πράκτορα περιλαμβάνουν τους όρους που περιέχονται στα κείμενα των γενικών κανόνων για τη διεθνή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων - general rules for international factoring (GRIP) interfactor agreement -, όπως ισχύουν κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, τους οποίους ο προμηθευτής και ο εγγυητής δηλώνουν και βεβαιώνουν ότι προσυπογράφουν, μετά από μελέτη τους, για την αποδοχή της ένδικης σύμβασης.

Επίσης οι πιο πάνω δηλώνουν ότι: α. αναγνωρίζουν όλα τα δικαιώματα που οι πάνω κανόνες παρέχουν στον αλλοδαπό πράκτορα, β. ότι τα δικαιώματά τους έναντι του πράκτορα από την παρούσα σύμβαση δεν μπορούν να εκτείνονται πέραν των δικαιωμάτων του πράκτορα από τους κανόνες που περιέχουν τα πιο πάνω κείμενα, γ.

ότι ο πράκτορας έχει απέναντί τους όλα τα δικαιώματα που, κατά τα πιο πάνω κείμενα, έχει ο αλλοδαπός πράκτορας στις σχέσεις του με τον πράκτορα, δ. ότι στο μέτρο που στα πιο πάνω κείμενα προβλέπονται υποχρεώσεις του πράκτορα υφίστανται δικές τους υποχρεώσεις προς τον πράκτορα, ε. ότι στο μέτρο που η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πράκτορα προς τον αλλοδαπό πράκτορα εξαρτώνται από αυτούς, υφίστανται δικές τους υποχρεώσεις προς τον πράκτορα και ότι θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις αυτές μόλις τους ζητηθεί και στ.

ότι οι συμφωνίες και οι δηλώσεις για την αποδοχή των πιο πάνω κειμένων υπερισχύουν των λοιπών όρων της ένδικης σύμβασης. Επιπλέον, σύμφωνα με τον όρο 7.1 παρ.1 της ένδικης σύμβασης, ο πράκτορας υποχρεούται να καταβάλει στον προμηθευτή, κατά τους όρους της σύμβασης, την αξία της απαίτησης. Κατά τον όρο 7.2 σε συνδυασμό με τον όρο 8.4 της ίδιας σύμβασης, ο πράκτορας υποχρεούται, μετά από απαίτηση του προμηθευτή να καταβάλει στον προμηθευτή πριν η απαίτηση καταστεί ληξιπρόθεσμη και εισπραχθεί, δηλαδή να προεξοφλήσει, το τμήμα της απαίτησης που αυτός ζητεί, μέχρι το ανώτατο όριο κάλυψης του πιστωτικού κινδύνου του συγκεκριμένου οφειλέτη, σύμφωνα με τις ειδικότερες συμφωνίες που αναφέρονται στο παράρτημα της σύμβασης.

Επιπλέον, κατά τον όρο 9.1 της ένδικης σύμβασης, ο προμηθευτής δηλώνει, βεβαιώνει και εγγυάται ότι οι απαιτήσεις που εκχωρεί είναι υπαρκτές, εκχωρητές, ορθές, ακριβείς και ελεύθερες από κάθε βάρος, ένσταση, δικαίωμα ή αξίωση του οφειλέτη ή τρίτου και ότι όλα τα σχετικά με την απαίτηση έγγραφα είναι γνήσια, έγκυρα και νόμιμα, καθώς και ότι δεν υφίστανται άλλες συμφωνίες με τον οφειλέτη εκτός από αυτές που συμπεριλαμβάνονται στα έγγραφα που έχουν γνωστοποιηθεί από αυτόν στον πράκτορα.

Ακόμη, κατά τον όρο 22.1 σε συνδυασμό με τους όρους 8.1, 8.3 και 8.6 της σύμβασης, ο πράκτορας φέρει τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη για τις απαιτήσεις, οι οποίες καλύπτονται από το ανώτατο όριο κάλυψης πιστωτικού κινδύνου ως προς τον οφειλέτη αυτόν, εκτός αν: κατά τον όρο 22.1.1, ο προμηθευτής παραβιάζει οποιαδήποτε υποχρέωσή του από την παρούσα σύμβαση, κύρια ή παρεπόμενη, υποχρέωση πίστης και συνεργασίας και ιδίως αν δεν προσκομίζει όλα τα έγγραφα που είναι αναγκαία για τη δικαστική διεκδίκηση της απαίτησης ή, κατά τον όρο 22.1.2, ο οφειλέτης αρνείται ή παραλείπει την πληρωμή προβάλλοντας αντιρρήσεις, ενστάσεις ή οιαδήποτε δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και ο συμψηφισμός.

Περαιτέρω, στον όρο 22.2 εξειδικεύεται το περιεχόμενο της ανάληψης από τον πράκτορα του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη, με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στους παρακάτω όρους: τον όρο 22.2.1, κατά τον οποίο, με εξαίρεση των διατάξεων του όρου 22.2.2, ο πράκτορας φέρει τον κίνδυνο της ζημίας που προκύπτει από την αδυναμία του οφειλέτη να εξοφλήσει πλήρως την απαίτηση κατά την ημερομηνία που αυτή έχει καταστεί απαιτητή.

Στο πλαίσιο αυτό, για το μέτρο που η απαίτηση δεν έχει εξοφληθεί από ή για λογαριασμό του οφειλέτη κατά την 90η ημέρα από την ημερομηνία που έχει καταστεί απαιτητή, ο πράκτορας θα καταβάλει στον προμηθευτή την αξία της απαίτησης (προσωρινή καταβολή). Σύμφωνα με τον όρο 22.2.2, στην περίπτωση που ο οφειλέτης αρνείται να παραλάβει τα αγαθά ή το τιμολόγιο ή εγείρει ένσταση ή προβάλει ανταπαίτηση ή συμψηφισμό ή άλλη αντίρρηση (διαφωνία) και ο πράκτορας λάβει κοινοποίηση αυτής της διαφωνίας εντός 90 ημερών από την ημερομηνία, κατά την οποία έχει καταστεί απαιτητή η απαίτηση που αμφισβητήθηκε, ο πράκτορας δεν έχει υποχρέωση καταβολής του ποσού το οποίο παρακρατείται από τον οφειλέτη λόγω αυτής της διαφωνίας.

Ακόμη, κατά τον όρο 22.2.3 παρ.1 της ίδιας σύμβασης, με τη γνωστοποίηση της διαφωνίας στον πράκτορα, θεωρείται κατά κοινή συμφωνία ότι ο πράκτορας δεν φέρει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη, έστω και αν πριν από τη γνωστοποίηση θεωρούνταν ότι έφερε τον κίνδυνο αυτό. Κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τον όρο 22.2.4 της σύμβασης, θα θεωρηθεί ότι ο πράκτορας φέρει τον κίνδυνο μη πληρωμής της απαίτησης που αμφισβητήθηκε, στην έκταση που η διαφωνία διευθετείται υπέρ του προμηθευτή εξωδίκως εντός 180 ημερών ή δικαστικώς (και με διαιτησία) εντός τριών ετών από την κοινοποίηση της διαφωνίας με την προϋπόθεση: 1.

ότι ο προμηθευτής θα ενεργήσει για τη διευθέτηση της διαφωνίας όσο το δυνατό συντομότερα, 2. ο προμηθευτής ενημέρωνε πλήρως και επαρκώς τον πράκτορα σχετικά με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα και 3. η διευθέτηση απαιτεί πληρωμή εκ μέρους του οφειλέτη εντός 30 ημερών, εφόσον επιτευχθεί εξωδίκως ή κατά το χρόνο που η απόφαση καταστεί εκτελεστή, εφόσον η διαφωνία επιλυθεί δικαστικώς ή με διαιτησία.

Επίσης, με τους όρους 22.9 και 22.9.1 συμφωνήθηκε ότι, επί απαιτήσεων που καλύπτονται από το ανώτατο όριο κάλυψης πιστωτικού κινδύνου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των όρων 22.1.1, ή 22.1.2, 22.1.3 ή 22.2.3 της παρούσας σύμβασης, ο προμηθευτής μόλις ειδοποιηθεί από τον πράκτορα υποχρεούται να προβεί σε άμεση πληρωμή του ποσού που έλαβε ως προεξόφληση της αξίας του τιμολογίου, μαζί με τα σχετικά έξοδα και τυχόν άλλες αξιώσεις του πράκτορα.

Ακόμη, με τον όρο 11 της πιο πάνω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι ο πράκτορας θα αναλάβει τη λογιστική παρακολούθηση των απαιτήσεων του προμηθευτή, στον όρο 12 καθορίζεται η αμοιβή του πράκτορα και με τον όρο 17 συμφωνήθηκε το δικαίωμα του πράκτορα να προβαίνει σε συμψηφισμό των απαιτήσεών του με τις απαιτήσεις του προμηθευτή.

Τέλος, κατά τον όρο 23.1 της ένδικης σύμβασης συμφωνήθηκε ότι οι συναλλαγές του πράκτορα και του προμηθευτή από τη σύμβαση αυτή εξυπηρετούνται με αλληλόχρεο λογαριασμό, στον οποίο χρεώνονται και πιστώνονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, στον όρο 23.4 ορίζεται το δικαίωμα του πράκτορα να προβαίνει στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, στο άρθρο 25 αναφέρονται οι δικονομικές συμφωνίες σχετικά με την αναγνώριση του λογαριασμού και κατά τον όρο 30 να προβαίνει στην καταγγελία αυτού, ενώ, σύμφωνα με τον όρο 39.1, ο εγγυητής δηλώνει ότι έχει πλήρη γνώση των όσων συμφωνούνται και τα αποδέχεται ανεπιφύλακτα και ότι εγγυάται προς τον πράκτορα την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησής του από την παρούσα σύμβαση, παραιτούμενος από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που πηγάζουν από τα άρθρα 853 επ.

του Α.Κ., στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η ένσταση δίζησης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής εταιρία - προμηθευτής και η εναγόμενη της πρώτης αγωγής και ενάγουσα της δεύτερης αγωγής - εταιρία πράκτορας, συνήψαν την ένδικη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με την οποία, η πρώτη υποχρεούται να εκχωρήσει στη δεύτερη απαιτήσεις από οφειλέτες της που κατοικούν ή έχουν έδρα στην αλλοδαπή προκειμένου η τελευταία να τις εισπράξει για λογαριασμό της και η δεύτερη υποχρεούται να προβαίνει στη διαχείριση και λογιστική παρακολούθηση των απαιτήσεων αυτών και να προεξοφλεί μέρος αυτών πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες και εισπραχθούν, χωρίς δικαίωμα αναγωγής, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο για την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, δηλαδή τον κίνδυνο της ζημίας που προκύπτει από την αδυναμία του οφειλέτη να εξοφλήσει πλήρως την απαίτηση κατά την ημερομηνία που αυτή έχει καταστεί απαιτητή, σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν ρητά και ειδικότερα εκτός από τις περιπτώσεις παραβίασης των υποχρεώσεων της πρώτης από τη σύμβαση και την προβολή αντιρρήσεων ή ενστάσεων από τους οφειλέτες της.

Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι η προμηθευτής εταιρία αναλαμβάνει την ευθύνη για την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων αυτών και η εταιρία πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη των απαιτήσεων μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται από το ανώτατο όριο κάλυψης πιστωτικού κινδύνου, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη της πρώτης αγωγής και ενάγουσα της δεύτερης, ως πράκτορας εξαγωγής, έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει σε πράκτορα που εδρεύει στην αλλοδαπή - πράκτορα εισαγωγής, τις απαιτήσεις που θα της εκχωρήσει η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και πρώτη εναγομένη της δεύτερης αγωγής εταιρία, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στην ένδικη σύμβαση και ότι για τις μεταξύ τους συναλλαγές από τη σύμβαση αυτή θα τηρείται αλληλόχρεος λογαριασμός.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος της δεύτερης αγωγής εγγυάται την καλή εκτέλεση της σύμβασης πρακτορείας και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θα προκύπτουν από αυτήν, μεταξύ των οποίων και η πληρωμή του κατάλοιπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο καταχωρούνται οι σχετικές απαιτήσεις.

Στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης πρακτορείας η εταιρία προμηθευτής, μεταξύ άλλων, εκχώρησε προς την πράκτορα εξαγωγής και την απαίτησή της κατά της οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "S.C. TIGER AMIRA COM S.R.L.", που εδρεύει στην Οραντέα της Ρουμανίας, στην οποία είχε πωλήσει εμπορεύματα αξίας 349.458,20 ευρώ, για τα οποία είχε εκδώσει το με αριθμό ....2008 προτιμολόγιο και στη συνέχεια, μετά την προκαταβολή ποσού 20.000 ευρώ, που έλαβε στις 4.11.2008, το με αριθμό ....2008 τιμολόγιο, ποσού 329.458,20 ευρώ.

Το πιο πάνω ποσό συμφωνήθηκε να εξοφληθεί, ως εξής: 95.321,20 ευρώ με το αντίγραφο της θαλάσσιας φορτωτικής, 115.321,20 ευρώ σε εβδομήντα πέντε ημέρες από την έκδοση του τιμολογίου και 118.815,78 ευρώ σε εκατόν πέντε ημέρες από την έκδοση του τιμολογίου, δηλαδή η ολική εξόφληση του τιμήματος της πώλησης όφειλε να γίνει στις 15.4.2009.

Τα πιο πάνω ποσά είχαν εκχωρηθεί προς είσπραξη από την εταιρία πράκτορα εξαγωγής στην εταιρία με την επωνυμία "GMAC Commercial Finance plc" ως πράκτορα εισαγωγής, όπως ρητά αναγράφεται και στο πιο πάνω τιμολόγιο πώλησης. Η γνωστοποίηση και εκχώρηση της απαίτησης των 329.458,20 ευρώ έγινε από την εταιρία προμηθευτή προς την πράκτορα εξαγωγής στις 19.2.2009, ημερομηνία κατά την οποία, για την πιο πάνω συναλλαγή, η πράκτορας εξαγωγής, κατόπιν εξέτασης της φερεγγυότητας της οφειλέτιδας από την πράκτορα εισαγωγής, ενέκρινε ως ανώτατο όριο κάλυψης πιστωτικού κινδύνου το ποσό των 250.000 ευρώ, αναθεωρώντας την προηγούμενη έγκριση.

Τα εμπορεύματα (πλακάκια για πάτωμα και τοίχους) παραδόθηκαν στην αγοράστρια εταιρία κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2009 και στις 21.1.2009 αυτή κατέβαλε απευθείας προς την προμηθεύτρια και όχι προς την πράκτορα εισαγωγής, στην οποία είχε εκχωρηθεί προς είσπραξη το τίμημα της πώλησης, το ποσό των 50.000 ευρώ.

Εντωμεταξύ, στις 28.1.2009 η αγοράστρια ανέφερε προς την προμηθεύτρια ότι κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων που παρέλαβε, διαπίστωσε προβλήματα σε 114 κιβώτια με πλακάκια για το πάτωμα και 92 κιβώτια με πλακάκια για τους τοίχους και προσδιόρισε την αξία των κατεστραμμένων προϊόντων σε 979,65 ευρώ, ζητώντας ισόποση μείωση του τιμήματος.

Η εταιρία προμηθευτής αποδέχθηκε το γεγονός και εξέδωσε πιστωτικό παραστατικό αξίας 1.000 ευρώ. Για τα πιο πάνω συμβάντα, δηλαδή για την καταβολή από την αγοράστρια του ποσού των 50.000 ευρώ και για το πιστωτικό προς αυτήν των 1.000 ευρώ, η προμηθεύτρια δεν ενημέρωσε την πράκτορα εξαγωγής άμεσα, όπως είχε υποχρέωση, αλλά με σχετική επιστολή της στις 26.5.2009.

Παράλληλα, η πράκτορας εξαγωγής, έχοντας εγκρίνει ως ανώτατο όριο κάλυψης πιστωτικού κινδύνου το ποσό των 250.000 ευρώ για την πιο πάνω συναλλαγή, στις 23.2.2009 προκατέβαλε στην εταιρία προμηθευτή ποσό 180.000 ευρώ, ως μέρος της απαίτησης αυτής, δηλαδή της προεξόφλησε 180.000 ευρώ. Μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας εξόφλησης του τιμήματος της πώλησης, εκπρόσωπος της ενάγουσας - εναγόμενης πράκτορα εξαγωγής απέστειλε στις 23.4.2009 και 29.4.2009 ηλεκτρονικές επιστολές στον εκπρόσωπο της πράκτορα εισαγωγής προκειμένου να διερευνήσει το θέμα της μη εξόφλησης.

Ο τελευταίος, απάντησε στις πιο πάνω επιστολές αυθημερόν και μάλιστα, με την από 30.4.2009 ηλεκτρονική επιστολή του ανέφερε ότι η αγοράστρια εταιρία επικαλείται πρόβλημα στα εμπορεύματα που παρέλαβε, για το οποίο έχει ενημερώσει την εταιρία - προμηθευτή. Πράγματι, οι εκπρόσωποι της προμηθεύτριας και αγοράστριας εταιρίας επικοινωνούσαν απευθείας χωρίς η προμηθεύτρια να ενημερώνει την πράκτορα εξαγωγής και στις 28.4.2009 εκπρόσωπος της εταιρίας - προμηθευτή απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή στην εκπρόσωπο της αγοράστριας, προτείνοντάς του την άμεση καταβολή ποσού 30.000 - 40.000 ευρώ και το διακανονισμό του υπόλοιπου της οφειλής σε δόσεις - σε "πρόγραμμα πληρωμών", προκειμένου να ζητήσει από την πράκτορα εξαγωγής να αποδεχθεί την καθυστέρηση της πληρωμής.

Η εκπρόσωπος της αγοράστριας αυθημερόν με ηλεκτρονική της επιστολή ζήτησε: 1. την αποστολή πιστωτικού τιμολογίου με έκπτωση 15%, επικαλούμενη κακή ποιότητα των εμπορευμάτων, 2. την αποστολή πιστωτικού τιμολογίου 1.000 ευρώ για τα σπασμένα πλακάκια και 3. υποσχέθηκε ότι θα αρχίσει να καταβάλλει ποσά, έτσι ώστε μέχρι το τέλος Ιουνίου να έχει τακτοποιηθεί η οφειλή, αναφέροντας επιλέξει "να ακυρώσουμε όλη την οφειλή", τονίζοντας ότι είναι κατ' αυτήν ο μόνος τρόπος επίλυσης του προβλήματος.

Παράλληλα, στις 5.5.2009 ο εκπρόσωπος της πράκτορα εισαγωγής ενημέρωσε τους εκπροσώπους της πράκτορα εξαγωγής ότι η οφειλέτιδα του ανέφερε πως ήδη έχει καταβάλει 70.000 ευρώ απευθείας στην προμηθεύτρια, ότι υπάρχουν ελαττώματα στα προϊόντα, ότι ζήτησε από την προμηθεύτρια έκπτωση 15% και επίσης ότι ζήτησε την έκδοση πιστωτικού τιμολογίου 1.000 ευρώ λόγω των σπασμένων πλακιδίων, που διαπίστωσε κατά την παραλαβή.

Ενόψει των πιο πάνω, στις 28.5.2009, εκπρόσωπος της ενάγουσας - εναγόμενης πράκτορα εξαγωγής με ηλεκτρονική επιστολή του προς τον εκπρόσωπο της ενάγουσας - πρώτης εναγόμενης εταιρίας προμηθευτή ζήτησε να επιβεβαιωθεί για την πληροφορία που έλαβε από την πλευρά της οφειλέτιδας, προφανώς μέσω του πράκτορα εισαγωγής, ότι επίκειται συνάντηση των δύο πλευρών.

Ακολούθησε στις 10.6.2009 συνάντηση των εκπροσώπων της προμηθεύτριας και της αγοράστριας εταιρίας στο Βουκουρέστι, κατά την οποία η πλευρά της αγοράστριας επικαλέστηκε διαφορά μεταξύ των δειγμάτων και των προϊόντων που παρέλαβε, στοιχείο που κατ' ουσία αποδέχθηκε ο εκπρόσωπος της προμηθεύτριας, και οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε έκπτωση 8% επί του συνολικού τιμήματος των 349.458,20 ευρώ.

Στη συνέχεια, η αγοράστρια εταιρία, με την από 15.6.2009 πρότασή της προς την προμηθεύτρια εταιρία, επανέλαβε τις αιτιάσεις της για κακή ποιότητα των εμπορευμάτων που παρέλαβε, ανέφερε ότι πελάτες της διατύπωσαν σ' αυτήν παράπονα για την ποιότητα των προϊόντων, ακόμη ότι οι τιμές αγοράς δεν είναι ανταγωνιστικές με τις αντίστοιχες ανταγωνιστών της στην αγορά της Ρουμανίας και επίσης ότι το 65% των εμπορευμάτων που αγόρασε βρίσκεται στις αποθήκες της.

Ενόψει των πιο πάνω ζήτησε συνολική έκπτωση 20% επί του ποσού του τιμολογίου και δήλωσε ότι σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η πρότασή της, δεν έχει καμιά αντίρρηση να επιστρέψει το απόθεμα των προϊόντων που αγόρασε. Στις 25.6.2009 η εταιρία προμηθευτής απαντώντας στην πιο πάνω πρόταση με επιστολή, που έλαβε η αγοράστρια στις 3.7.2009, δήλωσε ότι αποδέχεται μόνο την έκπτωση 8% που συμφωνήθηκε στη συνάντησή τους στο Βουκουρέστι και ότι θα προβεί στην έκδοση του αντίστοιχου πιστωτικού τιμολογίου ποσού 27.956,65 ευρώ.

Η εταιρία προμηθευτής ενημέρωσε για πρώτη φορά την πράκτορα εξαγωγής σχετικά με τις πιο πάνω διαπραγματεύσεις της με την οφειλέτιδα στις 24.6.2009 σε συνάντηση των εκπροσώπων τους. Ακολούθησε η από 17.7.2009 επιστολή της αγοράστριας εταιρίας προς την προμηθεύτρια, σύμφωνα με την οποία, επανέλαβε ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην υφή και το διαμέτρημα μεταξύ των δειγμάτων και των προϊόντων που παρέλαβε, ότι έμεινε αδιάθετο το 65% των προϊόντων που παρέλαβε, ότι οι πελάτες της διατύπωσαν παράπονα για την ποιότητα των προϊόντων που τους πώλησε και κάποιοι από αυτούς της επέστρεψαν τα προϊόντα που έλαβαν, ότι έχει δυσκολία να διαθέσει στη Ρουμανική αγορά τα προϊόντα που παρέλαβε γιατί δεν είναι ανταγωνιστικά, ως ακριβότερα από αυτά των ανταγωνιστών της, ανέφερε επίσης ότι προκειμένου να πωλήσει τα προϊόντα χρειάζεται να κάνει εκπτώσεις και να χορηγεί πίστωση 180 - 210 ημερών στους πελάτες της και ζήτησε να καταβάλει το ποσό των 235.000 ευρώ (μετά την έκπτωση του 20%), σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 25.000 ευρώ, με αρχή τον Αύγουστο του έτους 2009 και τέλος τον Αύγουστο του 2010, χωρίς να καταβάλει κανένα ποσό τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάριο, γιατί είναι περίοδος χαμηλών πωλήσεων για τον κλάδο της, οπότε δεν θα έχει τη δυνατότητα πληρωμών.

Με την από 24.7.2007 επιστολή της η προμηθεύτρια απάντησε ότι έχει διευθετηθεί η μεταξύ τους διαφορά με την από κοινού συμφωνία τους για παροχή έκπτωσης 8% επί του συνολικού τιμήματος. Στη συνέχεια, στις 14.8.2009 εκπρόσωπος της ενάγουσας - πρώτης εναγόμενης εταιρίας προμηθευτή με επιστολή του προς την εκπρόσωπο της ενάγουσας - εναγόμενης πράκτορα εξαγωγής επισήμανε ότι με την έκδοση των πιστωτικών τιμολογίων για τα κατεστραμμένα πλακάκια και για την έκπτωση του 8%, που συμφωνήθηκε στις 10.6.2009 μεταξύ αυτής και της αγοράστριας εταιρίας, έχει διευθετηθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά, εντός της προθεσμίας των 180 ημερών από την ημερομηνία που η απαίτηση της πρώτης έγινε ληξιπρόθεσμη και ζήτησε από την πράκτορα εξαγωγής να αναλάβει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρίας και να προβεί στην προς αυτήν (εταιρία - προμηθευτή) πίστωση του ποσού των 70.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο του ανώτατου ορίου κάλυψης του πιστωτικού κινδύνου των 250.000 ευρώ, δεδομένου ότι ήδη της είχε προκαταβάλει ποσό 180.000 ευρώ.

Η πράκτορας εξαγωγής με την από 23.9.2009 επιστολή της προς την εταιρία προμηθευτή της απάντησε ότι δεν φέρει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρίας, για το λόγο ότι η τελευταία, παρά και μετά τη συμφωνία για έκπτωση 8% στο τίμημα της πώλησης, πρόβαλε δύο φορές ενστάσεις και ειδικότερα ελαττώματα των εμπορευμάτων με συνέπεια να μην έχει επιλυθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά.

Ακολούθως, στις 8.10.2009 η πράκτορας εισαγωγής με επιστολή της προς την πράκτορα εξαγωγής, της επανεκχώρησε την απαίτηση της προμηθεύτριας κατά της αγοράστριας και στη συνέχεια, με την από 13.10.2009 επιστολή τους οι εκπρόσωποι της ενάγουσας - εναγόμενης πράκτορα εξαγωγής προς τον εκπρόσωπο της ενάγουσας - πρώτης εναγόμενης εταιρίας προμηθευτή, άσκησαν το δικαίωμα αναγωγής από τη σύμβαση της πρακτορείας και ζήτησαν την επιστροφή του ποσού της προεξόφλησης των 180.000 ευρώ, μειωμένο κατά το ποσό που είχε εισπραχθεί από άλλους οφειλέτες της και ειδικότερα, ζήτησαν να καταβληθεί στην πράκτορα εξαγωγής το ποσό των 161.571,38 ευρώ.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η ενάγουσα - εναγόμενη πράκτορας εξαγωγής, έφερε, κατά τον όρο 22.1 σε συνδυασμό με τους όρους 8.1, 8.3 και 8.6 της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρίας μέχρι το ανώτατο όριο κάλυψης του πιστωτικού κινδύνου των, όπως το είχε εγκρίνει στις 250.000 ευρώ, δηλαδή τον κίνδυνο της ζημίας από την αδυναμία της οφειλέτιδας να εξοφλήσει πλήρως την απαίτησή της κατά την ημερομηνία που αυτή είχε καταστεί απαιτητή και όχι στην περίπτωση που η τελευταία πρόβαλε αντιρρήσεις ή ενστάσεις από τη σύμβαση της πώλησης.

Επίσης, κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τον όρο 22.2.4 της ένδικης σύμβασης, η πράκτορας εξαγωγής ανέλαβε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας στην περίπτωση, που τυχόν ενστάσεις ή αντιρρήσεις που η τελευταία πρόβαλε, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημέρα που η οφειλή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επιλύονταν οριστικά από τα συμβαλλόμενα μέρη της πώλησης εξωδίκως εντός 180 ημερών από την ημερομηνία, που η απαίτηση έγινε ληξιπρόθεσμη, με την προϋπόθεση, εκτός των άλλων, η διευθέτηση της διαφοράς να συνοδεύεται με πληρωμή της οφειλής εντός τριάντα ημερών.

Δηλαδή η πράκτορας εξαγωγής έφερε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας στην περίπτωση που δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης που καθιερώνει ο όρος 22.2.2 της ένδικης σύμβασης, καθώς και στην περίπτωση που τυχόν διαφωνία που ανέκυπτε επιλύονταν οριστικά, εντός του χρόνου που πρόβλεπε η ίδια σύμβαση.

Όμως αυτό δεν συνέβη στην ένδικη περίπτωση, καθώς η αγοράστρια - οφειλέτιδα δεν θεώρησε οριστική τη συμφωνία της 10ης Ιουνίου 2009 για παροχή έκπτωσης 8% επί του συνολικού τιμήματος της πώλησης, αλλά, στις 15.6.2009 και στις 17.7.2009 επανέλαβε τις ενστάσεις της που αφορούσαν σε ελαττώματα των προϊόντων που παρέλαβε και επιπλέον, μεταξύ άλλων, και αιτιάσεις ως προς την σ' αυτήν επιστροφή προϊόντων από πελάτες της, ως ελαττωματικών.

Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση δεν επήλθε οριστική φιλική διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της πώλησης, όπως ισχυρίζεται η εταιρία προμηθευτής. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και αν η αγοράστρια επικαλέστηκε αδυναμία να προωθήσει στην αγορά ως μη ανταγωνιστικά τα προϊόντα που της πώλησε η εταιρία προμηθευτής με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς της, την αδυναμία της να εξοφλήσει εμπρόθεσμα το τίμημα της πώλησης, ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αποτέλεσε το μοναδικό περιεχόμενο των από 15.6.2009 και 17.7.2009 επιστολών της, καθόσον σ' αυτές επανέλαβε τις ενστάσεις της που αφορούσαν σε ελαττώματα των προϊόντων που παρέλαβε, δηλαδή πρόβαλε ενστάσεις από τη σύμβαση της πώλησης.

Οι ενστάσεις αυτές, ανεξάρτητα αν ήταν βάσιμες ή όχι, πραγματικές ή προσχηματικές, ήταν ικανές ώστε να πληρωθούν οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης που καθιερώνει ο όρος 22.2.2 της ένδικης σύμβασης και η πράκτορας εξαγωγής να μην αναλάβει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η αγοράστρια για πρώτη φορά στις 28.4.2009.

δηλαδή μετά την πάροδο τριών και πλέον μηνών από την παραλαβή των εμπορευμάτων (21.1.2009) και μετά την καταληκτική ημερομηνία πληρωμής (15.4.2009), επικαλέστηκε προς την προμηθεύτρια ελαττώματα των εμπορευμάτων που παρέλαβε, παρότι κατά την πρώτη εξέταση αυτών στις 28.1.2009 δήλωσε μόνο την καταστροφή κάποιων από αυτά.

Ωστόσο, η επίκληση των ελαττωμάτων έγινε εντός της προθεσμίας του άρθρου 39 παρ.2 του ν. 2532/1997 για τη διεθνή πώληση κινητών πραγμάτων, δηλαδή σε εύλογο χρόνο και, σε κάθε περίπτωση, σε χρόνο μικρότερο των δύο ετών από την παραλαβή των προϊόντων.

Συνεπώς, εφόσον στην ένδικη περίπτωση η διαφωνία προέκυψε με την προβολή ενστάσεων από την οφειλέτιδα, που πηγάζουν από τη σύμβαση της πώλησης, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημέρα που η οφειλή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, οι οποίες δεν επιλύθηκαν οριστικά από τα συμβαλλόμενα μέρη της πώλησης εξωδίκως εντός 180 ημερών από την ημερομηνία, που η απαίτηση έγινε ληξιπρόθεσμη, η πράκτορας εξαγωγής δεν υποχρεούνταν να καταβάλει το ποσό, που παρακρατήθηκε από την οφειλέτιδα λόγω των ενστάσεών της, αντίθετα, η εταιρία προμηθευτής υποχρεούνταν να αποδώσει στην πράκτορα εξαγωγής το ποσό που έλαβε, ως προεξόφληση, δεδομένου ότι η οφειλέτιδα λόγω αυτής της διαφωνίας δεν κατέβαλε κανένα ποσό, εκτός από την προκαταβολή των 20.000 ευρώ και το ποσό των 50.000 ευρώ, που είχε καταβάλει απευθείας στην εταιρία προμηθευτή.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα - εναγόμενη πράκτορας εξαγωγής, μετά την σ' αυτήν επανεκχώρηση της απαίτησης κατά της οφειλέτιδας από την πράκτορα εισαγωγής, στις 8.10.2009, προέβη στην επανεκχώρηση της απαίτησης αυτής στην ενάγουσα - πρώτη εναγόμενη εταιρία προμηθευτή, καθόσον, σύμφωνα με τους όρους 15.1, 15.2, 35.1 και 35.2 της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, είχε το σχετικό δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 27 i, ii και iii των γενικών κανόνων της διεθνούς αλυσίδας πρακτόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων για τη διεθνή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Τους γενικούς κανόνες αυτούς, όπως ίσχυαν κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, αποδέχθηκαν η πρώτη εναγόμενη εταιρία προμηθευτής καθώς και ο δεύτερος εναγόμενος εγγυητής συνυπογράφοντας τους όρους 15.1 και 15.2 της σύμβασης αυτής. Μάλιστα, ενώ ισχυρίστηκαν ότι οι όροι αυτοί ήταν προδιατυπωμένοι, ότι προσχώρησαν σ' αυτούς και σε κάθε περίπτωση δεν εφαρμόζονται όταν αντίκεινται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ωστόσο δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα ακυρότητάς τους.

Μεταξύ των πιο πάνω όρων είναι και αυτός, που περιγράφεται ως 15.2 περ.γ, σύμφωνα με τον οποίο, ο πράκτορας έχει απέναντι τους όλα τα δικαιώματα που, κατά τα πιο πάνω κείμενα, έχει ο αλλοδαπός πράκτορας στις σχέσεις του με τον πράκτορα, συνεπώς και τα δικαιώματα του άρθρου 27 των γενικών κανόνων της διεθνούς αλυσίδας πρακτόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων για τη διεθνή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, οι οποίοι αποτέλεσαν συμβατικό πλαίσιο στις σχέσεις εταιρίας προμηθευτή, πράκτορα εξαγωγής και εγγυητή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εταιρία προμηθευτής με τη συμπεριφορά της να μην αναφέρει αμέσως στην πράκτορα εξαγωγής το ότι είχε λάβει προκαταβολή 20.000 ευρώ και ποσό 50.000 ευρώ, έναντι της απαίτησής της από την οφειλέτιδα, παρότι είχε υπογράψει τη σύμβαση πρακτορείας και είχε υποχρέωση να εκχωρήσει προς την πράκτορα τις απαιτήσεις της έναντι της οφειλέτιδας, παραβίασε την υποχρέωση πίστης και συνεργασίας που είχε αναλάβει με τον όρο 22.1.1 τη σύμβαση πρακτορείας.

Επίσης το γεγονός της καθυστερημένης αναφοράς προς την πράκτορα εξαγωγής ότι η οφειλέτιδα είχε ζητήσει την αρχική μείωση του τιμήματος για κατεστραμμένα πλακάκια και ότι αυτή (η εταιρία προμηθευτής) είχε προβεί στην έκδοση πιστωτικού τιμολογίου 1.000 ευρώ, καθώς και η έλλειψη άμεσης ενημέρωσης για κάθε στάδιο των διαπραγματεύσεων, συνιστούν παραβίαση των πιο πάνω υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με την ίδια σύμβαση.

Ακολούθως, ως συνέπεια όλων των πιο πάνω, δηλαδή ύπαρξης διαφωνίας μεταξύ των μερών της σύμβασης πώλησης, η οποία δεν διευθετήθηκε φιλικά οριστικά με συνέπεια την επανεκχώρηση της απαίτησης κατά της οφειλέτιδας από την πράκτορα εισαγωγής στην πράκτορα εξαγωγής και την άσκηση από την τελευταία του δικαιώματος αναγωγής, αλλά και της παραβίασης των όρων της σύμβασης για υποχρέωση πίστης και συνεργασίας από την εταιρία προμηθευτή, η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής πράκτορας εξαγωγής με την από 30.7.2010 εξώδικη καταγγελία - δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη της αγωγής αυτής εταιρία προμηθευτή - πρωτοφειλέτρια και στο δεύτερο εναγόμενο - εγγυητή στις 2.8.2010, κατήγγειλε, κατά τον όρο 23.4 της ένδικης σύμβασης, τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πρακτορείας και κάλεσε αυτούς, εντός προθεσμίας τριών ημερών από τη λήψη της εξωδίκου, να προβούν στην καταβολή του καταλοίπου ύψους 143.250,52 ευρώ με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, το οποίο οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ρητά.

Περαιτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων της ίδιας αγωγής ότι η ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της και προέβη μη νόμιμα στην άσκηση του δικαιώματος αναγωγής και το κλείσιμο του μεταξύ τους τηρούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, έχοντας υιοθετήσει τις αβάσιμες και προσχηματικές ενστάσεις της οφειλέτιδας προκειμένου να αποφύγει την ανάληψη του κινδύνου της αφερεγγυότητας αυτής, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η μη ανάληψη του κινδύνου αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας και ακολούθως το δικαίωμα αναγωγής της πράκτορα εξαγωγής εδράζεται στην πλήρωση του όρου 22.2.2 της σύμβασης πρακτορείας, με συνέπεια την επανεκχώρηση της απαίτησης στην εταιρία προμηθευτή.

Ακόμη, το δικαίωμα της πράκτορα εξαγωγής να προβεί στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρούνταν στα πλαίσια της σύμβασης πρακτορείας, αποτελεί άσκηση συμβατικού της δικαιώματος, η οποία δεν έγινε κατά τρόπο που αντιβαίνει την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Το ίδιο ισχύει και για το ότι η πράκτορας εξαγωγής προέβη στο κλείσιμο του ένδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς να επιδιώξει, στα πλαίσια της διαχειριστικής λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, την είσπραξη του μέρους της απαίτησης της εταιρίας προμηθευτή κατά της οφειλέτιδας που δεν καλύπτονταν από το ανώτατο όριο πιστωτικού κινδύνου, καθόσον, μετά την προβολή των ενστάσεων από την οφειλέτιδα, που εδράζονταν στη σύμβαση της πώλησης, η τελευταία δεν επρόκειτο να καταβάλει την οφειλή της, πριν από την επίλυση της διαφωνίας της με την προμηθεύτρια.

Ακολούθως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρία πράκτορας άσκησε τα δικαιώματά της από τη σύμβαση πρακτορείας κατά τρόπο που αντιβαίνει την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 648/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την από 13.11.2009 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν τη συνεκδικαζόμενη από 25.8.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, και, ακολούθως, διακρατώντας και δικάζοντας επί των άνω αγωγών, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 143.250,52 ευρώ, ως κατάλοιπο του μεταξύ τους τηρηθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 επ., 281, 288 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη εταιρία - πράκτορας εξαγωγής, η οποία, σύμφωνα με τον όρο 22.1, σε συνδυασμό με τους όρους 8.1, 8.3 και 8.6 της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, έφερε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρίας στην περίπτωση αδυναμίας της τελευταίας να εξοφλήσει πλήρως την απαίτησή της όταν καταστεί απαιτητή και όχι στην περίπτωση που η οφειλέτης πρόβαλε αντιρρήσεις ή ενστάσεις από τη σύμβαση πώλησης και κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τον όρο 22.2.4 της ως άνω σύμβασης, έφερε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας στην περίπτωση που τυχόν ενστάσεις ή αντιρρήσεις που η τελευταία πρόβαλε εντός προθεσμίας 90 ημερών από την ημέρα που η οφειλή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, επιλυόταν οριστικά από τα συμβαλλόμενα μέρη της πώλησης εξωδίκως εντός 180 ημερών από την ημερομηνία που η απαίτηση έγινε ληξιπρόθεσμη, με την προϋπόθεση η διευθέτηση της διαφοράς να συνοδεύεται με πληρωμή της οφειλής εντός τριάντα ημερών, στην προκείμενη περίπτωση, αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν φέρει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας της οφειλέτιδας εταιρίας, διότι η τελευταία δεν θεώρησε οριστική τη συμφωνία της με την αναιρεσείουσα - προμηθεύτρια για παροχή έκπτωσης 8% επί του συνολικού τιμήματος της πώλησης και στις 15-6-2009 και στις 17-7-2009 αντίστοιχα επανέλαβε τις ενστάσεις της από τη σύμβαση πώλησης που αφορούσαν σε ελαττώματα των προϊόντων που παρέλαβε και αιτιάσεις ως προς την επιστροφή σ' αυτήν από τους πελάτες των ελαττωματικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει οριστική διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των συμβληθέντων μερών στην πώληση, ενόψει και του ότι η επίκληση των ελαττωμάτων από την οφειλέτιδα έγινε εντός ευλόγου χρόνου, ήτοι μικρότερου των δύο ετών από την παραλαβή των προϊόντων και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που παρακρατήθηκε από την οφειλέτιδα λόγω των ενστάσεών της, αλλά η πρώτη αναιρεσείουσα υποχρεούται να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το ποσό που έλαβε ως προεξόφληση.

Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα δεν ανέφερε αμέσως στην αναιρεσίβλητη ότι είχε λάβει προκαταβολή 20.000 ευρώ και 50.000 ευρώ έναντι της απαίτησής της από την οφειλέτιδα, παρότι είχε υποχρέωση από την επίδικη σύμβαση πρακτορείας να εκχωρήσει στην αναιρεσίβλητη τις απαιτήσεις της έναντι της οφειλέτιδας, της ανέφερε καθυστερημένα ότι η οφειλέτις είχε ζητήσει τη μείωση του τιμήματος για τα κατεστραμμένα πλακάκια και ότι είχε προβεί στην έκδοση πιστωτικού τιμολογίου 1.000 ευρώ και δεν ενημέρωνε την αναιρεσίβλητη για κάθε στάδιο των διαπραγματεύσεων με την οφειλέτιδα, παραβιάζοντας έτσι τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την ως άνω σύμβαση, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής και να καταγγείλει τον αλληλόχρεο λογαριασμό που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πρακτορείας.

Η άσκηση του δικαιώματος αναγωγής και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού από την αναιρεσίβλητη αποτελούν δικαιώματά της από την επίδικη σύμβαση, ενόψει της ως άνω παραβίασης από την πρώτη αναιρεσείουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων και ο τρόπος που ασκήθηκαν δεν είναι αντίθετος προς την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 871, 872 ΑΚ είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, οι εν λόγω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες.

Τέλος και η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ είναι αβάσιμη, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στην επίδικη σύμβαση πρακτορείας, στους σαφείς όρους της οποίας αναφέρεται αναλυτικά και ως εκ τούτου ορθά δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, 455 επ. και 288 Α.Κ. και περί της μη συνδρομής των διατάξεων των άρθρων 871, 872, 281 του Α.Κ., ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.6.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5143/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ