Legislator Case Law & Legislation
1465/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguments regarding ignored evidence, allowing retrial on facts.

Case Number 1465/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Patras, annulling the decision regarding specific appellants. The appellants argued that the lower court ignored certain documents, but the Supreme Court found this argument inadmissible because the lower court explicitly stated it had considered all submitted evidence. Consequently, the case was remanded for further discussion by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's reasoning confirms that all submitted documents were duly taken into account, necessitating a retrial on the merits.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal consideration of evidence retrial on merits appellate review remand for further discussion

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 2 sec. b of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1465/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α. Σ. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. Σ., β. Σ. Ζ. του Γ., γ. Ε. Ζ. του Γ., δ. Ο. συζ. Κ. Ρ., θυγ. Γ. Ζ., κατοίκων ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, 2) α. Χ. Δ. Ο. και β. Η. συζ. Χ. Ο., το γένος Θ.. Φ., κατοίκων ... για τα με αριθμούς ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητα, 3) Μ. συζ. Χ. Κ., θυγ. Γ. Γ., κατοίκου Δ. …., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ...

ακίνητο, 4) Δ. Γ. του Γ. και της Σ., κατοίκου ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, 5) α. Δ. Τ. του Σ. και β. Σ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, 6) Χ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, 7) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κατοίκου ..., για τα με αριθμούς ιδιοκτησίας ΑΚΠ ...

ακίνητα, 8) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, 9) Κ. (ή Α.) Μ. του Β., κατοίκου ..., για τα με αριθμούς ιδιοκτησίας ΑΚΠ …και ΑΚΠ …. ακίνητα, 10) α. Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... και β. Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο α' τούτων Σ. Γ. ως ιδιοκτήτης του με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακινήτου, ο δε β' ως συνιδιοκτήτης μετά του α' τούτων κατά ποσοστό 3/8 του ακινήτου με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ..., 11) Β.

Η. του Η., κατοίκου ..., ως ειδικού διαδόχου της αρχικής αιτούσης μητέρας του Μ. συζ. Η. Η., θυγ. Β. Μ., για τα ακίνητα με αριθμούς ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... και 12) α. Λ. Ζ. του Κ. και β. Χ. συζ. Λ. Ζ., θυγ. Κ. Σ., κατοίκων ..., για το με αριθμό ιδιοκτησίας ΑΚΠ ... ακίνητο, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Παπαδόπουλο και Κωνσταντίνο Σκουζέ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 685/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2014 μη οριστική και 132/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-5-2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων σε αυτή τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για άλλα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στο σκεπτικό της και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1.

Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 ...).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριωμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 61 Ν. 5016/2023 ΦΕΚ Α'21/4-2-2023) ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό" (ΟΛ. ΑΠ 2/2015). Από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί άσκησης απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΟΛ.

ΑΠ 2/2015, ΟΛ. ΑΠ 14/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1004852/382/0010/29-1-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 57/11-2-2008, τεύχος ΑΑ και ΠΘ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παρόδιων ιδιοκτητών, που θα συντελούνταν με δαπάνες του ενάριθμου έργου …., για την κατασκευή του τμήματος από την χ.θ. 109+100,00 έως την χ.θ. 118+400,00 του Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Πάτρα, σύμφωνα με την μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 189.358,58 τ.μ., όπως η απαλλοτριούμενη αυτή έκταση εικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 στα από 27-3-2007 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς σχεδίων ….έως και ….

και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους μελετητές ..., για λογαριασμό του αναδόχου γραφείου μελετών "..." και θεωρήθηκαν την 27-3-2007 από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ.. Με την υπ' αριθμ. 685/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε, με κρίσιμο χρόνο την 13-1-2009, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του εδάφους των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, των συστατικών και των επικειμένων τους, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομείναντων τμημάτων τους.

Ακολούθως, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών την από 25-2-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2010 αίτησή του, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματά τους.

Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων, μεταξύ των οποίων και οι αντίθετες αιτήσεις των αναιρεσειόντων, που συζητήθηκαν στις 21-2-2013 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 78/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που κρίθηκαν ως απορριπτέες και, ως προς τις λοιπές αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, μεταξύ των οποίων και οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με τα ειδικότερα σε αυτή οριζόμενα θέματα.

Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, μετά από ασκηθείσες κλήσεις και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 132/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, των συστατικών και επικειμένων τους, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων σε αυτή τμημάτων των ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αυτό, περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για άλλα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτή και αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά τον κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, δέχθηκε τα εξής: "Το Δικαστήριο ... κρίνει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον χρόνο συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ...

που απέχει πέραν του έτους από τον χρόνο συζήτησης της αίτησης προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως (13.1.2009) και, κατ' επέκταση, η πλήρης αποζημίωση, ήτοι εκείνη με την οποία δύνανται να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωμένα με ισάξια αυτών ακίνητα υπό τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών συνεπεία της εξαγγελίας ή κήρυξης της προκείμενης απαλλοτρίωσης και της εκτέλεσης του έργου, συνυπολογιζομένης ωστόσο της επελθούσας ανατίμησης και μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης για λόγους άσχετους προς την εξαγγελία ή κήρυξη αυτής ή προς την κατασκευή του έργου, είναι η εξής ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι, εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό και ως τέτοιο κρίσιμο χρόνο έλαβε υπόψη του, όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, το χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (7-3-2019) και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (21-2-2013).

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, των συστατικών και των επικειμένων τους, εκείνον, κατά τον οποίο επαναλήφθηκε η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου (7-3-2019), μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν κατά την πρώτη συζήτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημίωσης διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, ορθώς μεν έκρινε ότι εφόσον η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, πλην όμως ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης εκείνον της ενώπιόν του συζήτησης της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 7-3-2019 και όχι το χρόνο της πρώτης συζήτησης, κατά τον οποίο εκδικάστηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2014 απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήτοι την 21-2-2013, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του ιδίου πρώτου αναιρετικού λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έβδομου αναιρετικών λόγων [κατά το μέρος που ο τελευταίος (7ος λόγος) αφορά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ειδικότερα αναφερομένων αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων και των συστατικών και επικειμένων τους], από τους αριθμούς 1, 8, 9, 11γ', 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το μέρος που έγινε δεκτός.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Η αποζημίωση αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του ακινήτου, αλλά και εκείνη που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ. ΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1069/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1554/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015).

Εξάλλου, ενόψει της ως άνω διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την, κατά προορισμό, χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, ΑΠ 1201/2017, ΑΠ 205/2017).

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ.1 και 13 παρ.1, 2 και 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο ή δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και ειδικότερα να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί, ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, τότε, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης, όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης.

Ειδικότερα, στην οριστική τιμή που θα καθοριστεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, δηλαδή θα καθοριστεί οριστική τιμή, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη μείωση της αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, διότι τότε, η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον ΚΑΑΑ απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου (ΑΠ 1277/2012).

Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α', γ' και ε' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α') ορίζεται ότι : " 1. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών ή τα όρια τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής: α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής. ...

γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/1992, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου.

Στην περίπτωση που δεν έχουν κατασκευασθεί παράπλευρες οδοί ισχύουν οι αποστάσεις των παρ. (1α) και (1β) του παρόντος άρθρου. ... ε) Στις χαρακτηρισμένες ως παράπλευρες οδούς (S.R.) του Εθνικού Οδικού Δικτύου, εκτός των αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας, 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, εφόσον έχει κατασκευασθεί".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με το έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των ειδικότερα αναφερομένων αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ..., ..., ...

και ... ακινήτων, επειδή έκρινε ότι είναι άνευ αντικειμένου, διότι έχει εμφιλοχωρήσει συμπληρωματική απαλλοτρίωση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ανωτέρω αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των αμέσως προαναφερομένων ακινήτων, δέχθηκε τα εξής: "το αίτημα περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου διότι έχει εμφιλοχωρήσει συμπληρωματική απαλλοτρίωση και θα κριθεί το εναπομείναν τμήμα μετά από αυτή".

Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες παραβίασε ευθέως, και τούτο διότι η μεταγενέστερη συμπληρωματική απαλλοτρίωση του τμήματος ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, δεν καθιστά το αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, άνευ αντικειμένου, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος στην εν λόγω περίπτωση, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσο η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος (εφόσον ήθελε κριθεί ότι επήλθε σημαντική μείωση της αξίας αυτού), όσο και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος τούτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε στα πλαίσια της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτρίωσης και κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας, που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στα πλαίσια προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης.

Επομένως, ο κρινόμενος έβδομος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, όσον αφορά τα ανωτέρω αναφερόμενα ακίνητα, ενώ μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του ιδίου έβδομου αναιρετικού λόγου, κατά το σκέλος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο (καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης), ως προς τα ίδια ανωτέρω ακίνητα.

Περαιτέρω, με τον έκτο αναιρετικό λόγο και το συναφή έβδομο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο σκέλος του, συνδυαστικά ερευνώμενους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια : α) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 1 παρ. 2 του Π.Δ. 209/1998, με το να απορρίψει το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά το εναπομείναν τμήμα των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., …..ακινήτων των ειδικότερα αναφερομένων αναιρεσειόντων, δεχόμενο το Εφετείο, ως προς τα ακίνητα αυτά, ότι δεν υπάρχει μείωση της αξίας τους και β) από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα τα τοπογραφικά διαγράμματα του τεχνικού τους συμβούλου, μηχανικού Κ.

Ζ. και των δικαστικών πραγματογνωμόνων Ν. Α. και Π. Σ., αναφορικά με τη μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων τους και δη αναφορικά την οικοδομησιμότητα και την αρτιότητά τους. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ανωτέρω αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., ...

ακινήτων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά το με ΑΚΠ ... ακίνητο : "ακίνητα ... ... πρόκειται για οικοδομήσιμα οικόπεδα, κείμενα νότια της ΝΕΟ στην είσοδο του οικισμού … αμέσως μετά την υπόγεια διάβαση, με κανονικά σχήματα και ομαλά εδάφη ...

μεγάλο οικόπεδο 829,88 τ.μ., στη νότια πλευρά της ΝΕΟ, εντός του οικισμού ..., με απαλλοτριούμενη έκταση 62,97 τ.μ., ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο .... Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης των αυτοτελώς αιτούντων Δ. Τ. και Σ. Τ. το αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα 766,71 τ.μ.

πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, διότι δεν προκύπτει για το ακίνητο, με χρόνο δημιουργίας το 1976 (βλ. την υπ' αρ. ….7/1987 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας) μείωση της αξίας του και της δυνατότητας χρησιμοποίησης και οικοδόμησής του (400 τ.μ. σύμφωνα με το π.δ. 24-5-1985, όπως ισχύει), αφού παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο". 2) Όσον αφορά το με ΑΚΠ ….

ακίνητο : " ακίνητα ... .. ... πρόκειται για μεσαίου και μεγάλου μεγέθους αγροτικές εκτάσεις νότια της ΝΕΟ ... εκτός ορίων του πλησιέστερου οικισμού (….), με κανονικά σχήματα, αμφιθεατρικές και προσπελάσιμες σε αδιαμόρφωτο παράπλευρο της ΝΕΟ. Όλες ήταν οικοδομήσιμες. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες είχαν ως βασική χρήση τη γεωργική (ελαιώνες), πλην όμως λόγω του μεγέθους, της προνομιακής θέσης στο χώρο (υψόμετρο - θέα προς τον …) και δυνατότητα δόμησης, ήταν πρόσφορες για οικοδομική αξιοποίηση. ...

αγρός μικρού μεγέθους 1.090,75 τ.μ., πεδινός, καλλιεργήσιμος, αρδευόμενος, με απαλλοτριούμενη έκταση 213,52 τ.μ., ήταν κατά παρέκκλιση άρτιος και οικοδομήσιμος και παραμένει οικοδομήσιμος ... Για το υπ' αρ. …. ακίνητο (αγρός) της αίτησης της αυτοτελώς αιτούσας Σ. Μ. του Α., το αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος 877,23 τ.μ.

πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι το ακίνητο ήταν παρόδιο με πρόσωπο 27 μ. στη … και 45 μ. βάθος, ήταν κατά παρέκκλιση άρτιο (έτος δημιουργίας 1908) και οικοδομήσιμο και παραμένει οικοδομήσιμο, αφού υπάρχει παράπλευρος που χωροθετείται 16 μ. νοτιοανατολικά του καταργούμενου, συνεπώς, δεν υφίσταται οποιαδήποτε βλάβη, ούτε χάνει την οικοδομησιμότητά του". 3) Όσον αφορά το με ΑΚΠ ...

ακίνητο : " ακίνητα ...... πρόκειται για οικοδομήσιμα οικόπεδα ... εντός του οικισμού ..., όλα με πρόσωπο στη ΝΕΟ, με θέα τον …. κόλπο και πρόσβαση από παράπλευρο της ΝΕΟ ... μεγάλο οικόπεδο 1.004,81 τ.μ., ευρισκόμενο εντός του οικισμού ..., στη νότια πλευρά της ΝΕΟ σε δομημένη περιοχή, με απαλλοτριούμενη έκταση 239,17 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, ωφελείται από αναβαθμισμένο παράπλευρο οδικό δίκτυο ...

Για το υπ' αρ. ... ακίνητο (οικόπεδο) της αίτησης του αυτοτελώς αιτούντος Δ. Κ. του Κ. το αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος 765,64 τ.μ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, διότι το ακίνητο δεν χάνει την οικοδομησιμότητά του, που είχε και προηγούμενα (400 τ.μ. αρθρ. 5 π.δ. 24-4-1985)".

Και 4) Όσον αφορά το με ΑΚΠ ... ακίνητο : "ακίνητα ... ... ... πρόκειται για μεσαίου και μεγάλου μεγέθους αγροτικές εκτάσεις νότια της ΝΕΟ ... εκτός ορίων του πλησιέστερου οικισμού (...), με κανονικά σχήματα, αμφιθεατρικές και προσπελάσιμες σε αδιαμόρφωτο παράπλευρο της ΝΕΟ. Όλες ήταν οικοδομήσιμες. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες είχαν ως βασική χρήση τη γεωργική (ελαιώνες), πλην όμως λόγω του μεγέθους, της προνομιακής θέσης στο χώρο (υψόμετρο - θέα προς τον …) και δυνατότητα δόμησης, ήταν πρόσφορες για οικοδομική αξιοποίηση. ...

αγρός μικρού μεγέθους 2.106,26 τ.μ., πεδινός, καλλιεργήσιμος, αρδευόμενος, με απαλλοτριούμενη έκταση 664,20 τ.μ., ήταν κατά παρέκκλιση άρτιος και οικοδομήσιμος, διότι παρέμενε ελεύθερος χώρος για οικοδόμηση, τηρουμένων των αποστάσεων 60 μ. από τον άξονα της βασικής αρτηρίας και 20 μ. από τον άξονα της παραπλεύρου, που υφίστατο το 1968 και παραμένει άρτιος κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμος, αφού υπάρχει παράπλευρος που χωροθετείται 17 μ.

νοτιοανατολικά του άνω καταργούμενου ... Για το επίδικο ΑΚΠ ... ακίνητο (αγρός) της αίτησης ... το αίτημα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος 1.442,06 τ.μ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο χάνει την οικοδομησιμότητά του, δεδομένου ότι ήταν παρόδιο στη ΝΕΟ με πρόσωπο 45 μ.

και βάθος 41 μ. κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, διότι παρέμενε ελεύθερος χώρος για οικοδόμηση και παραμένει άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο, αφού υπάρχει παράπλευρος που χωροθετείται 17 μ. νοτιοανατολικά του καταργούμενου και δεν αχρηστεύεται για κάθε χρήση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά το εναπομείναν τμήμα των προαναφερομένων με ΑΚΠ ..., …, ...

και ... ακινήτων των ειδικότερα αναφερομένων αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμο, επειδή έκρινε ότι δεν επέρχεται μείωση της αξίας τους. Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, όσον αφορά το εν λόγω αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται σημαντική μείωση της αξίας των ακινήτων αυτών, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και συνεπώς, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, δικαιολογείται η, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά το εν λόγω αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των ανωτέρω ακινήτων.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα της σημαντικής μείωσης ή μη της αξίας των εναπομείναντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια αυτών, που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα του άνω αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η συνολική έκταση των άνω ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση και το εμβαδόν των τμημάτων που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθώς και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία (τοποθεσία, ειδικότερη θέση εντός ή εκτός οικισμού, σχήμα, πρόσβαση σε οδό), προσδιορίζεται ειδικότερα η κατά προορισμό χρήση για καθένα από αυτά, μνημονεύεται η δυνατότητα πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και μετά την απαλλοτρίωση και διευκρινίζεται ότι ήταν άρτια και οικοδομήσιμα πριν την απαλλοτρίωση και ότι παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα, όπως ειδικότερα για το καθένα αναφέρεται και μετά από την απαλλοτρίωση αυτή.

Επομένως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους, κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, ως προς τα ανωτέρω ακίνητα, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, οι ανωτέρω λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδουν πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, όπου ρητά αναφέρεται (2η σελίδα του 45ου φύλλου αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, κατά το άνω σκέλος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον από το περιεχόμενό τους σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν διατυπώνουν παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ως ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των ως άνω αποδεικτικών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ..

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 162/2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 132/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της και κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. -Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ