Legislator Case Law & Legislation
1465/2022 AI generated

Supreme Court refers labor dispute appeal to Full Bench regarding validity of expired collective agreement terms in individual contracts.

Case Number 1465/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the appeal to its Full Bench rather than deciding the case directly. The lower court had accepted a labor dispute based on terms from an expired collective agreement, despite the parties not being members of the union that established it. The court found this interpretation of the Labor Code to be of general legal interest and required a unified ruling from the Full Bench.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(2), 9(4), 5, 11(2) of Law 1876/1990; The terms of an expired collective agreement do not automatically apply to individual employment contracts unless a specific agreement exists, a question of general legal interest requiring Full Bench determination.

Keywords

AI generated
expired collective agreement individual employment contract Labor Code interpretation Full Bench referral general legal interest

Cited Legislation

AI generated
Article 8(2) of Law 1876/1990
Article 9(4) of Law 1876/1990
Article 11(2) of Law 1876/1990
Article 361 of the Civil Code
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 27(2)(b) and (d) of Law 4938/2022

Cited Case Law

AI generated
Case 493/2019
Case 736/2020
Case 748/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1465/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." (πρώην: "... με τον διακριτικό τίτλο "...."), που εδρεύει στην ... και διατηρεί υποκατάστημα στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που ανακάλεσε την από 21/2/2022 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Γ. του Φ., 2)Δ. Ψ. του Φ., 3)Ι. Τ. του Χ., και 4)Σ. Ρ. του Η., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1943/2021 του Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 17.5.2021 και με αριθμό κατ. 10953/987/9.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1943/17.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 124/7.6.2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 17.9.2018 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 25880/27.11.2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 20324/27.11.2018 έφεση των εναγουσών (τεσσάρων εκ των αρχικώς έξι) και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την από 17.12.2016 και με αριθμό κατ. 12715/22.12.2016 αγωγή των (αρχικώς έξι) εναγουσών και ήδη (τεσσάρων εκ των αρχικώς έξι) αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά την κύρια βάση της και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει στις (τέσσερις) ενάγουσες, τα αναφερόμενα σε εκάστη εξ αυτών ποσά.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 9.6.2021, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τις αναιρεσίβλητες (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δημοσιεύτηκε στις 17.3.2021, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Από το συνδυασμό των άρθ.22§2 του Συντάγματος και 3§1, 7, 8§2, 9§1, 10§2 και 11§2 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2010, 2011), συνάγεται ότι (α) κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ. 16 παρ. 3 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 446/2015, ΑΠ 56/2012, ΑΠ 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά τους, ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 56/2012).

Για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 1243/2020, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 723/2011). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§4 και 5 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της με αριθμό 6/2012 πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) (ΦΕΚ Α 38/28.2.2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α' 28), ορίζεται αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ ή τον παραμερισμό τους (προς ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση), με την κατάρτιση νεότερης ατομικής συμφωνίας (ΑΠ 723/2011, σχετ.

ΑΠ 1041/2020). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθ.8§§1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ.43§3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζόμενους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθ. 9§4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 890/2021, ΑΠ 43/2017).

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί διαιτητικής απόφασης που κατά νόμο (άρθρο 16 παρ. 3 Ν. 1876/1990) εξομοιώνεται με ΣΣΕ. Η υποστηριζόμενη αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή ότι μετά τη λήξη καθοιονδήποτε τρόπο της ισχύος της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, οι κανονιστικοί όροι αυτής τόσο κατά το στάδιο του αρχικού εξαμήνου μετά τη λήξη, όσο και κατά το στάδιο της μετενέργειας (μετά την πάροδο του εξαμήνου), δεν εφαρμόζονται πλέον ως προσωρινά ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες οι εργαζόμενοι ή οι εργοδότες ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν αυτές (ΑΠ 439/2019, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 748/2020) [εκτός εάν υπάρχει ρητή περί του αντιθέτου συμφωνία], δεν έχει έρεισμα στις προαναφερθείσες διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία της ΣΣΕ, όσο και μετά την πάροδο του εξαμήνου (μετενέργεια) οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας, χωρίς καμία διαφοροποίηση στο νόμο σχετικά με την εξακολούθηση της ισχύος των κανονιστικών όρων της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ αναλόγως του εάν τα μέρη της ατομικής σύμβασης εργασίας έχουν ή όχι την ιδιότητα του μέλους της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Η διαλαμβανόμενη στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου που αναφέρεται στη δέσμευση από κανονιστικούς όρους κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ ή ΔΑ των μελών των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων αφορά ειδικά την περίπτωση μόνο των νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη ή καταγγελία αυτής, οπότε οι κανονιστικοί όροι αυτής εφαρμόζονται επί της καταρτισθείσας εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος ατομικής σύμβασης εργασίας του νεοπροσληφθέντος μισθωτού υπό την προϋπόθεση του ότι αυτός ήταν μέλος της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης και δεν αφορούν τις ήδη υφιστάμενες κατά τη λήξη αυτής ατομικές συμβάσεις εργασίας.

Τούτο συνάγεται και από το ότι αντίστοιχη επιφύλαξη δεν διαλαμβάνεται στην παρ. 5 του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Η κατά τα άνω αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή άγει συνήθως σε δυσμενείς για το μισθωτό - μη μέλος της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, μισθολογικές συνέπειες από την παύση της εφαρμογής των κανονιστικών όρων της έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, χωρίς σαφή περί τούτου νομοθετική ρύθμιση.

Εξάλλου, μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης σε αποφάσεις Ειρηνοδικείων, καθώς και σε αποφάσεις Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτηµα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, µε την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, όπως προσαυξήσεις αμοιβής υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας, καταβολή επιδομάτων που προβλέπονται από ΣΣΕ ή απόφαση διαιτησίας κλπ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο ως στοιχεία θεμελιωτικά των αξιώσεων του ενάγοντος η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, η παροχή της εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 1561/2011).

Εφόσον δε με την αγωγή διώκεται η καταβολή διαφορών αποδοχών κλπ που προκύπτουν από τη μη εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, για το ορισμένο αυτής πρέπει να γίνει διάκριση περί του εάν η ως άνω ΣΣΕ ή ΔΑ, έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση οι υποχρεωτικά δεσμευτικές ΣΣΕ ή ΔΑ αποτελούν στην ουσία νόμο του κράτους, η δε εφαρμογή ή μη αυτών στην επίδικη διαφορά αποτελεί το κατ' εξοχήν δικαιοδοτικό έργο του δικαστή και, εφόσον αναφέρονται στην αγωγή τα περιστατικά (είδος εργασίας, χρόνος κατάρτισης της εργασιακής σχέσης, ο συμφωνηθείς μισθός, είδος επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία), από τα οποία το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ποια ΣΣΕ είχε καταστεί υποχρεωτική και αν αυτή καταλαμβάνει την επίδικη σχέση, ο ενάγων δεν απαιτείται να αναφέρει ειδικά αυτή.

Στην περίπτωση όμως που η ΣΣΕ ή η ΔΑ δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, εάν ο εργαζόμενος επικαλείται την ισχύ αυτής και την εφαρμογή της στην επίδικη εργασιακή σχέση, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω μη υποχρεωτικών ΣΣΕ και ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γέννησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής (ΑΠ 921/2020).

Και το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των ΣΣΕ, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.

Στην περίπτωση που ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη ΣΣΕ, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.

β'του ΚΠολΔ και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό όμως δεν απαιτείται, στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα ανωτέρω, με την κήρυξή της ως γενικά υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, οπότε στην περίπτωση αυτή η αγωγή δεν πάσχει αοριστίας (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 74/2009).

Τα ανωτέρω δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφού οι κανονιστικοί όροι αυτής ισχύουν υποχρεωτικά για όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης του ιδίου εργοδότη, ανεξαρτήτως δηλαδή της ιδιότητας αυτών ως μελών του επιχειρησιακού σωματείου, κατ' άρθρο 8 παρ. 3 Ν 1876/1990 (ΑΠ 127/2012). 3.-Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβιάσεως από τον αρ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, μέμφεται το δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως ορισμένη την εναντίον της αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα για τη θεμελίωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα τη θεώρησε ορισμένη, ενώ δεν αναφέρεται σε αυτή για την πληρότητά της ότι υπήρχε συμφωνία, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, μεταξύ των διαδίκων μερών, ως προς τον τρόπο μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων, κατά τα κρίσιμα έτη 2010 και 2011, με παραπομπή στην έχουσα κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ΔΑ 11/2008, ήτοι οι ενάγουσες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους ότι οι όροι της ΔΑ 11/2008 είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία τους, όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας και κατά συνέπεια, μετά τη λήξη της ως άνω ΔΑ στις 31.12.2009 με καταγγελία, οι κανονιστικοί όροι αυτής δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοσθούν στις επίδικες ατομικές εργασιακές σχέσεις των αναιρεσιβλήτων, τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου, όσο και κατά το στάδιο της μετενέργειας, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν πρότειναν πρωτοδίκως, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, ότι ήταν μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κατήρτισε την ως άνω με αριθ. 11/2008 Δ.Α. 4.-Ενόψει των προεκτεθέντων και του ότι το παρόν αναιρετικό τμήμα υπό την παρούσα σύνθεση διατυπώνει αντίθετη άποψη ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 παρ. 2, 9 παρ. 4 και 5 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, αναφορικά με το ζήτημα της ισχύος και εφαρμογής των κανονιστικών όρων έχουσας κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικής ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία έχει λήξει καθοιονδήποτε τρόπο, τόσο κατά τη διάρκεια του αρχικού εξαμήνου από τη λήξη αυτής, όσο και μετά την πάροδο αυτού κατά τη διάρκεια της μετενέργειας στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, (και) στις περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν αυτές, μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο λύση ή τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας, χωρίς ν' απαιτείται κατά νόμο η κατάρτιση ειδικής περί τούτου συμφωνίας (άρθρο 361 ΑΚ) για το στάδιο αυτό, σε σχέση με την εξενεχθείσα αντίθετη άποψη του ίδιου τμήματος υπό διαφορετική εν μέρει σύνθεση και του Β1 τμήματος στις υπ' αριθμ. 493/2019, 736/2020 και 748/2020 αποφάσεις, για την ενότητα της νομολογίας, αλλά και για το ότι ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, πρέπει, κατά την ομόφωνη περί τούτου γνώμη του παρόντος αναιρετικού τμήματος, να παραπεμφθεί ο μοναδικός περί τούτου και υπό την επίκληση του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 563 παρ. 2 περ.

β του ΚΠολΔ και του άρθρου 27 παρ. 2 στοιχ. β και δ του Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6.6.2022) "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 158 αυτού).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μοναδικό λόγο αναίρεσης της από 17.5.2021 και με αριθμό κατάθ. 10953/987/2021 αίτησης αναίρεσης, της με αριθ. 1943/17.3.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ