Legislator Case Law & Legislation
1465/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unpaid promotion back pay interest, ruling no interest due without specific demand.

Case Number 1465/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment regarding unpaid salary differences due to a denied promotion. The appellant argued that interest should accrue on these back pay amounts, but the court held that such differences constitute compensation for breach of contract rather than a simple debt. Consequently, the court ruled that interest is only payable if explicitly demanded or agreed upon, which was not the case here.

Legislator headnote

AI generated

Art. 12 of Law 1082/1980; Art. 341, 346 of the Civil Code: Salary differences arising from a denied promotion are compensatory damages for breach of contract, not a simple debt, meaning interest is only payable if specifically demanded or contractually agreed upon.

Keywords

AI generated
unpaid promotion back pay interest on compensation breach of contract damages specific demand for interest labor law dispute salary difference calculation appellate dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 12 of Law 1082/1980
Art. 341 of the Civil Code
Art. 346 of the Civil Code
Art. 655 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1465/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αθηνάς Βέρροιου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό …/26-7-2011. Εκδόθηκαν η 1382/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 4222/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης …19-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, η αναγνώριση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο βαθμό που δικαιούταν να προαχθεί, με βάση τον διέποντα αυτόν κανονισμό ή οργανισμό βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται ότι έχει πραγματοποιηθεί από το χρόνο που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή του.

Η αξίωση του μη προαχθέντος για καταβολή των μισθολογικών διαφορών, που θα ελάμβανε μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, δεν αποτελεί αξίωση για καταβολή της διαφοράς αυτού τούτου του μισθού του ανώτερου βαθμού, αφού τέτοια αξίωση δεν είχε γεννηθεί μέχρι την αναγνώριση του άνω δικαιώματός του, αλλά αξίωση καταβολής αποζημίωσης, γιατί στερήθηκε τις ανωτέρω μισθολογικές διαφορές, εξαιτίας της παράβασης της υποχρέωσης της τράπεζας να τον προαγάγει, από τότε που συνέτρεξαν οι συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης.

Κατά συνέπεια, για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας επί της ανωτέρω αποζημίωσης απαιτείται όχληση, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, ή συμβατικώς ορισμένη, για την καταβολή της αποζημίωσης, δήλη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ, αφού στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 655 εδ.

α' ΑΚ, κατά την οποία, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος εκάστου από αυτά, ώστε να υπάρχει από το νόμο δήλη ημέρα, της οποίας η άπρακτη πάροδος να καθιστά την τράπεζα υπερήμερη και γι' αυτό υπόχρεη προς τοκοδοσία.

Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 σκοπήθηκε μόνο η καθιέρωση πλάσματος δικαίου για την προαγωγή του παραλειφθέντος και όχι, επιπλέον, ο χαρακτηρισμός ως μισθού της παρεπόμενης αξίωσης του τελευταίου για χρηματική αποζημίωση ίση προς τις μισθολογικές διαφορές χρονικού διαστήματος προγενέστερου της έκδοσης της δικαστικής απόφασης (ΑΠ 230/2006, ΑΠ 204/1987).

Περαιτέρω, από το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, συνάγεται ότι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο αυξημένος τόκος επιδικίας, ο οποίος αφορά σε κάθε αγόμενη με αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της, ενώ για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής απαιτείται ρητό αίτημα του εναγομένου και εύλογη αντιδικία (ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 1207/2017).

2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 20-7-2011 (με αριθμό κατάθεσης 4259/26-7-2011) αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος", της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση τυγχάνει η αναιρεσίβλητη τράπεζα, την 11-8-1976, ως δόκιμος λογιστής και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1-1-2002.

Ότι ενώ διέθετε τα κατά τον οργανισμό προσωπικού της τράπεζας αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς κάλυψη μίας εκ των κενών οργανικών θέσεων στον επόμενο βαθμό του υποδιευθυντή Α', το αρμόδιο για τις προαγωγές Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε κατά τις κρίσεις του έτους 2005, αλλά και κατά τις κρίσεις του έτους 2006, να προαγάγει αυτόν στον εν λόγω βαθμό και αντί αυτού προήγαγε, μεταξύ άλλων, τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως προς τα προσόντα.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' από 1-1-2005, άλλως και επικουρικά από 1-1-2006, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει τις εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1-1-2005, άλλως από 1-1-2006, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη στην προσωπικότητά του λόγω της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1382/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση της, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' από 1-1-2006 και επιπλέον του επιδικάσθηκε το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 4222/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης και, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε δεκτή ως προς την κυρία βάση της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' από 1-1-2005 και της αναγνώρισης της οφειλής των εκ της αιτίας αυτής προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών από 1-1-2005, πλέον δε επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

4.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4222/2017 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων, σύμφωνα με τον, συμβατικής ισχύος, κανονισμό προσωπικού, είχε δικαίωμα αναδρομικής προαγωγής στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' από 1-1-2005, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τις από την παράλειψη της προαγωγής του στον ως άνω βαθμό προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1-1-2005, ενώ απέρριψε το αίτημα αναγνώρισης οφειλής τόκων επί των διαφορών αυτών με την εξής αιτιολογία: "Ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τις μισθολογικές διαφορές, που προκύπτουν από το βαθμό του Υποδιευθυντή Β' (που κατείχε) στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' (στον οποίο έπρεπε να προαχθεί από 1-1-2005), όχι, όμως, νομιμοτόκως και δη από την πρώτη ημέρα κάθε δεδουλευμένου μήνα, καθόσον, [...] η αξίωση του μη προαχθέντος για καταβολή μισθολογικών διαφορών δεν αποτελεί αξίωση για καταβολή της διαφοράς αυτού τούτου του μισθού του ανώτερου βαθμού, αφού τέτοια αξίωση δεν έχει γεννηθεί μέχρι την αναγνώριση του ως άνω δικαιώματός του, αλλά αξίωση καταβολής αποζημίωσης, για την οποία απαιτείται όχληση ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αποζημίωσης δήλη ημέρα, ενώ δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 655 εδ.

α' ΑΚ, ώστε να υπάρχει από το νόμο δήλη ημέρα, της οποίας η άπρακτη πάροδος να καθιστά την εναγομένη τράπεζα υπερήμερη και γι' αυτό υπόχρεη προς τοκοδοσία και στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει, ότι είχε καθορισθεί συμβατικώς μεταξύ αυτού και της εναγομένης δήλη ημέρα για την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, όπως λογίζονται οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, ώστε να υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή τόκων από τη δήλη αυτή ημέρα, ούτε επικαλείται ο ενάγων όχληση της εναγομένης προς καταβολή των μισθολογικών αυτών διαφορών, ενώ εξάλλου η άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία είναι αναγνωριστική εξ αρχής, δεν συνιστά όχληση και, συνεπώς, ούτε από την επίδοση της αγωγής γεννάται υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή τόκων".

Με την κρίση ότι οι οφειλόμενες, λόγω μη έγκαιρης προαγωγής, μισθολογικές διαφορές, δεν αποτελούν αξίωση για καταβολή διαφοράς μισθού, ώστε να οφείλονται τόκοι από το τέλος κάθε μήνα, αλλά έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα από αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και, συνεπώς, για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας επί της αποζημίωσης αυτής απαιτείται όχληση ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της δήλη ημέρα, των οποίων δεν γίνεται επίκληση εν προκειμένω, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 ν. 1082/1980, 341 και 655 εδ.

β' ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, δεχόμενο ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις αναγνωριστικές αγωγές, είναι αλυσιτελής.

Τούτο διότι, βάσει του άρθρου 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, από την επίδοση της αγωγής ο νόμιμος τόκος είναι πλέον ο τόκος επιδικίας και, κατ' εξαίρεση, για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας απαιτείται ρητό αίτημα του εναγομένου και εύλογη αντιδικία, χωρίς να ενδιαφέρει η φύση της αγωγής ως καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής, πλην όμως ο ενάγων για την ως άνω απαίτησή του ζήτησε μόνο τόκους υπερημερίας από χρονική αφετηρία προγενέστερη της επίδοσης της αγωγής, ενώ δεν υπέβαλε (επικουρικό) αίτημα τοκοδοσίας από την επίδοση αυτής, ώστε να μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης για παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 346 ΑΚ, λόγω μη αναγνώρισης οφειλής τόκων επιδικίας.

5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης …/19-7-2018 αίτηση για αναίρεση της 4222/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ