Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of claim for ship loss and expenses due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision dismissing the claim for ship loss and expenses. The appellant argued the lower court lacked legal basis for rejecting these specific cost claims, while the respondent insisted on the dismissal. The court found a procedural error where the lower court failed to properly address the legal issues raised in the prior Supreme Court remand decision, necessitating a partial annulment and a new hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(18) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a remand decision if the lower court fails to comply with the legal issues determined in the prior annulment judgment, and will hear the case itself if no further clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1465 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1465/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... INC", που εδρεύει στη ..., διατηρεί γραφείο στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-2-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... SA", που εδρεύει στον …, διατηρεί γραφείο στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-3-2007 και 21-12-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2600/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 572/2011 του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 572/2015 του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 24-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α’ του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.
Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη με την από 21-3-2007 αγωγή της συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση, λόγω ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας των πωληθέντων σ’ αυτήν καυσίμων για τις ανάγκες του πλοίου της "...", τα οποία ήσαν ακατάλληλα, με περαιτέρω συνέπεια να αναγκασθεί να ματαιώσει αυτή την υπογραφή δύο ναυλοσυμφώνων, ζήτησε ως θετική και αποθετική ζημία για το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 18-12-2006, τα ακόλουθα ποσά:
α) 255.063,67 δολ. ΗΠΑ, ως καθαρό ναύλο, β) 55.357,77 δολ. ΗΠΑ, ως δαπάνη για τους μισθούς του πληρώματος του πλοίου, γ) 5.038,76 δολ. ΗΠΑ, ως δαπάνη για την τροφοδοσία του πληρώματος, δ) 58.772,43 δολ. ΗΠΑ, ως δαπάνη για αναλωθέντα καύσιμα και λιπαντικά, ε) 8.931,91 δολ. ΗΠΑ, ως δαπάνη για τα ασφάλιστρα του πλοίου, στ) 28.678,20 δολ. ΗΠΑ, ως αμοιβή και έξοδα διαχειρίσεως για τις επιπλέον υπηρεσίες που προσέφερε η διαχειρίστρια του πλοίου κατά το διάστημα απαντλήσεως των ακατάλληλων καυσίμων και εκ νέου εφοδιασμού του, ζ) 2.325,21 δολ.
ΗΠΑ, ως δαπάνη για τη μεθόρμιση του πλοίου από το λιμάνι της Fujairah στο αγκυροβόλιο του Khorfakkan και τέλη ελλιμενισμού και αγκυροβολίας από 9-18/12/2006 και η) 1.000 δολ. ΗΠΑ, ως δαπάνη για αμοιβές πράκτορα και πλοηγού και έξοδα ρυμουλκών, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από 18-12-2006, άλλως από την επίδοση της αγωγής της.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 21-12-2007 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του τιμήματος πωλήσεως καυσίμων, εκδόθηκε η 2600/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή της αναιρεσείουσας έγινε εν μέρει δεκτή, όπως και η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η μεν αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τα ανωτέρω κονδύλια απορρίφθηκε ως αόριστη, η δε αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 210.001,93 δολ.
ΗΠΑ, ως υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση των καυσίμων νομιμοτόκως από 11-1-2007. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 23-11-2011 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε επ’ αυτής η 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση, και ειδικότερα η αγωγή της αναιρεσείουσας, στο αυτό δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ’ άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε στη συνέχεια την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, ενόψει και των δεσμευτικών γι’ αυτό κρίσεων της αναιρετικής αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: α) ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί πωλήσεως βάση της, είναι ορισμένη ως προς το διαφυγόν κέρδος λόγω απώλειας ναύλων για το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 13-12-2006 και τις επικαλούμενες θετικές ζημίες (μισθοτροφοδοσία πληρώματος και λειτουργικά έξοδα του πλοίου) για το αυτό χρονικό διάστημα, πλην του κονδυλίου των 1.000 δολ.
ΗΠΑ για αμοιβές πράκτορα, πλοηγού κλπ., το οποίο έκρινε αόριστο. β) ότι η αγωγή αυτή για τα αυτά ως άνω κονδύλια (διαφυγόν κέρδος και θετικές ζημίες) για το χρονικό διάστημα από 13-12-2006 έως 18-12-2006 είναι μη νόμιμη, διότι δεν συνδέονται αυτά αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός, για τον αυτό δε λόγο και το κονδύλιο των 8.931,91 δολ.
ΗΠΑ για τα ασφάλιστρα του πλοίου για το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 18-12-2006. γ) ότι το κονδύλιο της αγωγής των 2.325,21 δολ. ΗΠΑ για τέλη ελλιμενισμού και αγκυροβολίας του πλοίου, το οποίο είχε επιδικασθεί στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν είχε πληγεί με λόγο εφέσεως και επομένως δεν μεταβιβάσθηκε αυτό παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
δ) ότι η θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής δεν ήταν νόμιμη, αφού, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, δεν έγινε επίκληση πρόσθετων περιστατικών, ικανών να θεμελιώσουν και αξίωση από την αιτία αυτή. ε) ότι ο τέταρτος λόγος της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο εκκαλούσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την κατ’ ουσίαν απόρριψη του ποσού των 28.678,20 δολ.
ΗΠΑ για πρόσθετη αμοιβή της διαχειρίστριας κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 18-12-2006 δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου, μετά την απόρριψη ως προς αυτό της εφέσεώς της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και τη μη αναίρεση του μέρους αυτού με την ως άνω αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ήδη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης συμμόρφωσης του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, στην 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, και συγκεκριμένα ότι η κρίση του Αρείου Πάγου για τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος του ανεφοδιασμού του πλοίου της με ακατάλληλα καύσιμα και της ζημίας της λόγω απώλειας καθαρού ναύλου και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε αυτή καθώς και των λοιπών εξόδων της μετά την αντικατάσταση των ακατάλληλων καυσίμων, δηλαδή από 13-12-2006 έως 18-12-2006, καθώς και της δαπάνης για ασφάλιστρα και για την έκτακτη αμοιβή της διαχειρίστριας του πλοίου από 4-12-2006 έως 18-12-2006, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και όχι επίλυση νομικού ζητήματος, και κατά συνέπεια εσφαλμένα θεώρησε το Εφετείο ότι δεσμευόταν από την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου.
Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας ελέγχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ως αβάσιμες. Ειδικότερα, η κρίση στην 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι "οι (αναιρετικοί) λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (ενν. από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) α) καθόσον αφορά τα ως άνω κονδύλια (ενν.
τα αντίστοιχα για την απώλεια καθαρού ναύλου, τη μισθοτροφοδοσία του πληρώματος και των δαπανών για τη λειτουργία του πλοίου), για το χρονικό όμως διάστημα μετά την 13-12-2006, β) για το ... κονδύλιο που αφορά το κόστος ασφάλισης του πλοίου, είναι απορριπτέοι, καθόσον δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη", δεν αποτελούσε κρίση περί τα πράγματα, αλλά επίλυση νομικού ζητήματος, εφόσον έκρινε ότι οι ως άνω ζημίες, όπως εκτίθεντο στην αγωγή, ήσαν μη νόμιμες λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου με το ζημιογόνο γεγονός, και κατά συνέπεια, κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ομοίως και απορρίπτοντας τα κονδύλια αυτά ως μη νόμιμα, συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση και δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλειας, και κατά τούτο ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση, με την απόρριψη από τον Άρειο Πάγο με την 1703/2013 απόφασή του των αναιρετικών λόγων για τα ως άνω κονδύλια, κατέστη αμετάκλητη η 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που τα είχε απορρίψει ως αόριστα, και συνακόλουθα οι αντίστοιχες αξιώσεις της αναιρεσείουσας δεν μπορούσαν λόγω δεδικασμένου να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο της δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής.
Συνεπώς και σε κάθε περίπτωση, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ως προς τα κονδύλια αυτά είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Αντιθέτως, από την επισκόπηση των ίδιων διαδικαστικών εγγράφων ως προς το κονδύλιο των 28.678,20 δολ. ΗΠΑ για πρόσθετη αμοιβή της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2006 έως 18-12-2006, για το οποίο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης ενώπιόν του, μετά την απόρριψη κατά το μέρος αυτό της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και τη μη αναίρεση του μέρους αυτού με την 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ έβδομο λόγο της από 23-11-2011 αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα ζητούσε την αναίρεση της 572/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, επικαλούμενη ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την απόρριψη της πρόσθετης αμοιβής της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του, κατ’ αποδοχή των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, πέμπτου, έκτου, ογδόου και ενάτου αναιρετικών λόγων, αναίρεσε την προσβαλλόμενη 572/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο και έκρινε ότι παρείλκε η έρευνα των λοιπών λόγων, μεταξύ των οποίων και του ως άνω λόγου για την αμοιβή της διαχειρίστριας.
Κατά συνέπεια, ο Άρειος Πάγος δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω λόγου αναιρέσεως, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί το κονδύλιο αυτό ως αβάσιμο, και συνακόλουθα όφειλε να τον ερευνήσει, εφόσον δε παρέλειψε να το πράξει, εκτιμώντας ότι δεσμευόταν από την αναιρετική απόφαση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια και κατά τούτο είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την έννοια ότι, ως δικαστήριο της παραπομπής, αρνήθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της ζημίας της για το διάστημα από 13-12-2006 έως 18-12-2006, καθώς και της δαπάνης της για τα ασφάλιστρα του πλοίου, με το αιτιολογικό ότι δεσμευόταν από την αναιρετική απόφαση, είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν κατά την εξέταση του ίδιου λόγου ως προς το πρώτο μέρος του, ο Άρειος Πάγος έκρινε επί νομικού ζητήματος και καλώς το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τα κονδύλια της απώλειας καθαρού ναύλου και των δαπανών και λοιπών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε αυτή για τις ανάγκες του πλοίου της από 13-12-2006 έως 18-12-2006, καθώς και της δαπάνης για ασφάλιστρα από 4-12-2006 έως 18-12-2006, και ως απαράδεκτη ως προς το κονδύλιο για την έκτακτη αμοιβή της διαχειρίστριας του πλοίου, η πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσεως, επειδή έχει ανεπαρκείς και σε κάθε περίπτωση αντιφατικές αιτιολογίες.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 572/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε μετά την 1703/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 572/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 572/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ