Supreme Court annuls lower court ruling for misapplying Article 700 of the Civil Code in a construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Larissa Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute between a company and two individuals. The appellants argued the lower court incorrectly classified the case under general contract law instead of the specific provisions of Article 700 of the Civil Code. The court ruled that the lower court erred in law by failing to apply the specific statutory rule governing termination of construction contracts, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 700 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court annuls a judgment when the lower court misapplies a specific statutory rule by incorrectly classifying the legal nature of the facts, requiring the case to be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1465 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Σ.-ΜΑΣΙΝΑ ΤΕΑΜ ΑΕ-ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και το διακριτικό τίτλο ΣΟΦΜΑΝ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσούλα Οικονομοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ. του Ι. και 2. Ε. Π. συζ. Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2004 αγωγή και 1-9-2005 ανταγωγή δια των προτάσεων των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 1340 Β και 1345 Β/11-9-2012 εκθέσεις της δικαστικής επιμελητρίας Βόλου ... και τις συνημμένες στην πρώτη εξ αυτών από 11-9-2012 και 12-9-2012 απόδειξη παραλαβής και βεβαίωση αποστολής αντιστοίχως, προκύπτει η προς τους αναιρεσιβλήτους νόμιμη επίδοση αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως, καθώς και η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση τούτων να παραστούν στην συζήτηση αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-11-2012, κατά την οποία ανεβλήθη εκ του πινακίου η συζήτηση αυτής, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 2,3 και 4 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο και κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρα 226 παρ.4 , 575 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 1765/2011).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 700 Α.Κ.: "Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως τη περάτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο ίδιος υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότου, μπορούν να αφαιρεθούν τα προαναφερόμενα ποσά (Ολ.Α.Π. 717/1978, Α.Π. 14/2009).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 361 και 681 του Α.Κ. προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, με την επιφύλαξη δε αντιθέτου συμφωνίας, η οφειλομένη για την εκτέλεση του έργου, απλού ή συνθέτου, αμοιβή είναι μία, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται αυτή ως άθροισμα μερικοτέρων αμοιβών, που αντιστοιχούν στα μέρη του αναληφθέντος συνθέτου έργου (Α.Π. 14/2009, 218/2004).
Ο εργοδότης, αρνούμενος, αιτιολογημένα την αγωγή του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής, λόγω καταγγελίας κατά το άρθρο 700 Α.Κ., μπορεί να ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλ' ότι υπανεχώρησε ταύτης σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ. α' Α.Κ., και κατά συνέπειαν, ότι ο εργολάβος δεν έχει αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του ή ότι μεσολάβησε συμφωνημένη λύση της συμβάσεως έργου.
Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότου περί υπαναχωρήσεως ή καταγγελίας μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρά, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1393/2012, 233/2006, 1743/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η ενάγουσα ... ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) με την από 14-1-2004 ... αγωγή της όπως το δικόγραφο της εκτιμάται από το Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι στις 19-4-2003 καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των εναγομένων (νυν αναιρεσιβλήτων) έγγραφη σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας αυτή ανέλαβε να κατασκευάσει και να τοποθετήσει με δικό της εργατοτεχνικό προσωπικό και δικά της υλικά τον μεταλλικό σκελετό διώροφης οικίας στο περιγραφόμενο στην αγωγή οικόπεδο, συγκυριότητας των εναγομένων κατά ποσοστό 50% ...
καθενός εξ αυτών, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής ύψους 44.840 ευρώ μετά του Φ.Π.Α, η οποία (αμοιβή) θα καταβαλόταν κατά την συμφωνηθείσα μεταξύ τους ημερομηνία παράδοσης του έργου, ήτοι έως 22-9-2003. Ότι με την ίδια ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε οι εναγόμενοι να επιμεληθούν της έκδοσης της οικοδομικής άδειας του έργου και να αποπερατώσουν τις εργασίες εκσκαφών και διαμορφώσεως στο ανωτέρω οικόπεδό τους ώστε να μπορεί να γίνει η τοποθέτηση των μεταλλικών κατασκευών.
Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ολοκλήρωσε το πρώτο στάδιο του έργου ήτοι τη βιομηχανοποίηση που περιελάμβανε την κατασκευή του μεταλλικού σκελετού της εν λόγω οικίας μέχρι το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου 2003, οπότε ενημέρωσε τους εναγομένους ότι ήταν έτοιμη για την τοποθέτηση και συναρμολόγηση της μεταλλικής οικίας στο οικόπεδο τους.
Πλην, όμως, οι τελευταίοι δεν συνέπραξαν στο τελικό αυτό στάδιο του έργου, καθόσον δεν της προσκόμισαν ως όφειλαν από τη σχετική σύμβαση την απαιτούμενη οικοδομική άδεια ούτε εκτέλεσαν τις συμφωνηθείσες και απαραίτητες για εγκατάσταση αυτή εργασίες διαμόρφωσης του οικοπέδου τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει αυτή (ενάγουσα) να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο.
Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι με την μη σύμπραξη τους κατήγγειλαν σιωπηρά τη μεταξύ τους σύμβαση, ενώ προέβησαν και σε έγγραφη καταγγελία της στις 9-12-2003 με σχετική εξώδικη δήλωσή τους η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτή την ίδια ημέρα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, να υποχρεωθεί ο κάθε εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 22.420 ευρώ, ήτοι τη συμφωνηθείσα αμοιβή ( 44.840:2), λόγω άρνησής τους να συμπράξουν στην εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το αίτημα αυτό η αγωγή κρίνεται κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου ως μη νόμιμη. Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι εναγόμενοι είχαν συμβατική υποχρέωση για σύμπραξη η ενάγουσα έπρεπε να ζητήσει όχι τη συμφωνηθείσα αμοιβή αλλά αποζημίωση η οποία ισούται με το ποσό της ζημίας που υπέστη η ίδια από τη μη προσήκουσα σύμπραξη των εναγομένων το οποίο (ποσό), όμως, αυτή (ενάγουσα) δεν το προσδιορίζει με την αγωγή αλλά ούτε και με τις προτάσεις.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε νόμιμη την αγωγή και μετά περαιτέρω κατ' ουσίαν έρευνα απέρριψε αυτήν έσφαλε. Γι' αυτό πρέπει κατ' αποδοχήν της εφέσεως να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικασθεί η αγωγή..., να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη ...".
Από την επισκόπηση, όμως του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθενται και τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη για την νομική θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά : "Το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα Οκτωβρίου 2003, ειδοποίησα τους εναγόμενους ότι κατασκεύασα τις μεταλλικές κατασκευές του φέροντος οργανισμού της οικίας τους και ήμουν πλήρως έτοιμη για την επί τόπου τοποθέτηση και συναρμολόγησή του, έχοντας συγκροτήσει το τεχνικό συνεργείο.
Οι εναγόμενοι έδειξαν απροθυμία να συμπράξουν στην προσφορά της παροχής μου ... . Τελικά κατά μήνα Νοέμβριο 2003, οι εναγόμενοι προέβησαν σε σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης με τη ρητή και κατηγορηματική άρνησή τους να δεχθούν την προσφορά μου, να παραλάβουν το έργο και να καταβάλλουν τη συμφωνημένη αμοιβή μου ... .
Το δικαίωμα καταγγελίας που μπορεί να ασκηθεί ρητά ή σιωπηρά, ασκήθηκε απ' αυτούς με τη ρητή προφορική δήλωσή τους ότι δεν επιθυμούν να δεσμεύονται από τη σύμβαση, αλλιώς σιωπηρά, από την όλη εκτεθείσα συμπεριφορά τους, με την επανειλημμένη οριστική άρνησή τους να αποδεχθούν την προσηκόντως προσφερόμενη πραγματική παροχή μου..
Στη συνέχεια, με την από 9-12-2003 εξώδικη δήλωσή τους, που έχει ως τίτλο "ΕΞΩΔΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ" και επιδόθηκε σε μένα την 29-12-2003, προέβησαν και σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης ..., δηλώνοντας, επί λέξει, τα εξής:" ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ τη μεταξύ μας συναφθείσα σύμβαση ..., την οποία θεωρούμε λυμένη από τη νόμιμη επίδοση της παρούσας".
Η δήλωση αυτή αποτελεί πανηγυρική καταγγελία, που αυτή επέλεξαν και δεν μπορεί να ερμηνευτεί και χαρακτηριστεί σαν υπαναχώρηση διότι: α) ..., β) ..., γ) ... . Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ ο εργοδότης, ως την αποπεράτωση του έργου ... έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης έργου, αλλά οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή, ανεξάρτητα μάλιστα αν υπάρχει υπαιτιότητα του εργολάβου για την καθυστέρηση παράδοσης του έργου ή αν δεν παρέδωσε το μέρος του έργου που εκτέλεσε ...
Κι' αυτό γιατί πρέπει να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη μου ως εργολάβου, ότι θα ισχύσει η σύμβαση που κατάρτισα, εξαιτίας της οποίας ... αλλά και των συνεχών διαβεβαιώσεων και προτροπών των εναγομένων και των μηχανικών τους για τη σύντομη περάτωση του έργου, υποβλήθηκα σε ... δαπάνες ... αλλά και στήριξα με προοπτική τις οικονομικές μου απολαβές αναμένοντας με βάσιμη πιθανότητα την εκτέλεση και του δευτέρου σταδίου του έργου, για να εισπράξω τη συμφωνημένη αμοιβή μου.
Επειδή κατόπιν αυτών οι εναγόμενοι έχουν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν σε μένα τη συμφωνημένη αμοιβή ..., συνολικού ποσού 44.840 €, πρέπει να καταδικασθούν να καταβάλλουν το ποσό αυτό ...".
Υπό το περιεχόμενό της αυτό η ένδικη αγωγή περιέχει νομική βάση ερειδομένη επί του άρθρου 700 Α.Κ., στου οποίου το πραγματικό πλήρως αντιστοιχούν τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το Εφετείο, με την κρίση του ότι τα περιστατικά αυτά υπάγονται σε άλλες νομικές διατάξεις, που δεν εφαρμόζονται λόγω μη επικλήσεως όλων των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων , έσφαλε ως προς την υπαγωγή των ιστορουμένων περιστατικών στον εφαρμοστέο ως άνω κανόνα δικαίου του άρθρου 700 Α.Κ., υποπίπτοντας έτσι στην αποδιδομένη σ' αυτό με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχήν του αναιρετικού αυτού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να επιβληθεί στους αναιρεσιβλήτους, ως ηττωμένους η δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 609/2008 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 28η Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 26η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ