Legislator Case Law & Legislation
1465/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding court costs and lack of request.

Case Number 1465/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by parents and a third party against a lower court ruling on court costs. The appellants argued the costs awarded to the insurance fund were excessive and that the lower court failed to order them to pay the fund's costs. The court rejected these arguments, stating the cost amount is within judicial discretion and the appellants had already submitted a request for cost allocation in the second instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal challenging the allocation of court costs if the opposing party has already submitted a request for cost allocation in the second instance, as the necessity and amount of costs fall within the unreviewable discretion of the court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure court costs allocation appeal admissibility judicial discretion second instance request insurance fund liability procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ενεργούντος ατομικά και από κοινού με την πρώην σύζυγό του Δήμητρα Στεφάνου Σπηλιοπούλου, ασκούντων κατά νόμο την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Π. και Σ. Μ., αλλά και ως κληρονόμος κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Μ. Ρ., 2. Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., ενεργούντος ατομικά και από κοινού με την σύζυγό του Ε. Π. Μ., ασκούντων κατά τον νόμο την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Π. Μ., αλλά και ως κληρονόμος κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Μ. Ρ.,3. Δ. θυγ. Σ. Σ., πρώην συζύγου Μ. Μ., κατοίκου ..., ενεργούσης από κοινού με τον Μ. Μ. ασκούντων κατά νόμο την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Π. και Σ. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Ε. θυγ. Π. Μ., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., ενεργούσης ατομικά και από κοινού με τον σύζυγό της ασκούντων κατά νόμο την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Π. Μ., 5. Κ. Μ. Σ. Θ., κατοίκου ..., και 6. Ε. Μ., χήρας Π. Ψ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκτός της 3ης αναιρεσείουσας, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Κομνηνάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ό. Ο. του Α., 2. Α. Ο., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΕΓΑ" που εδρεύει στον …, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3284/24-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:752/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3723/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1. 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής : α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους, ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος, δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Στη προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι με την από 18.3.2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο Τμήμα αυτού για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το Δ' Πολιτικό Τμήμα αυτού και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 18.11.2011 κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την δικάσιμο της. 19-10-2012 και στη συνέχεια, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η τρίτη των αναιρεσειόντων Δ.

θυγ. Σ. Σ., πρώην σύζυγος του πρώτου αυτών Μ. Μ., με την ιδιότητά της ως ασκούσα από κοινού τη γονική μέριμνα επί των ανήλικων τέκνων τους Π. και Σ. Μ., καθώς και οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ό. Ο. και Α. Ο. αντίστοιχα. Από τα υπάρχοντα όμως στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη ως ανωτέρω αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει και η ίδια εγκύρως τη συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε παράσχει στους φερόμενους ως πληρεξούσιους δικηγόρους Χάρη Κομνηνάκη και Πηνελόπη Μουρτζούκου την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα προς άσκηση της ειδικής αίτησης αναίρεσης ή ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς ομοδίκους της ή από τους νόμιμα παριστάμενους αναιρεσίβλητους.

Εξάλλου, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην της εκ τούτων τρίτης Δ. θυγ. Σ. Σ., με την προεκτεθείσα ιδιότητά της, ενόσω οι τελευταίοι, δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, καθώς και από το νόμιμα παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ".

Επομένως, πρέπει, όπως κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β. ΚΠολΔ όπως το εδ. β. προστέθηκε μ ε το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως για τους ανωτέρω διάδικους (τρίτη αναιρεσείουσα καθώς και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους, Π.

και Σ. Μ. -πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) και να διαταθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός συζήτησης της υπόθεσης. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ./1911, 297, 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης . σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη 'περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος, Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του .ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.

Επί του προκειμένου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 11 Αυγούστου 2007 και περί ώρα 17.30 ο συγγενής των εναγόντων Π. Μ., ηλικίας 80 ετών, που ήταν σύζυγος της πρώτης τούτων, πατέρας των δεύτερου και τρίτου τούτων, αδελφός των έκτης και έβδομης τούτων, πεθερός της πέμπτης τούτων και παππούς των λοιπών τριών εξ αυτών, που είναι ανήλικοι και στερούμενοι ικανότητας δικαστικής παράστασης εκπροσωπούνται από τους ασκούντες την επ' αυτών γονική μέριμνα γονείς τους, προσπάθησε στη Σαρωνίδα να διασχίσει πεζός, εκτός διαβάσεων, το οδόστρωμα της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου στο ύψος του 44ου χιλιομέτρου και ειδικότερα το ρεύμα της εν λόγω λεωφόρου προς Αθήνα κινούμενος από τα δεξιά προς τα αριστερά με κατεύθυνση προς την παραλία.

Σύμφωνα με όσα αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και αναγράφονται στην αντίστοιχη έκθεση αυτοψίας των αρμόδιων οργάνων του Τμήματος Τροχαίας Κερατέας, καθώς και στην τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού γραφείου διερεύνησης ατυχημάτων των Ι. Δ., Κ. Ν., που ενήργησαν μετά από ανάθεση, που έγινε σ' αυτούς από τους ενάγοντες A.

και Μ. Μ., η εν λόγω λεωφόρος στην παραπάνω θέση είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 19,40 μέτρα και ανά κατεύθυνση 9,70 μέτρα. Κατά την ως άνω τεχνική έκθεση το πλάτος του οδοστρώματος, που είναι πεπατημένη άσφαλτος, σε καλή κατάσταση, 15 μέτρα πριν το φανάρι, κατά την πορεία του αυτοκινήτου, ανέρχεται συνολικά σε 11,5 μέτρα, που κατανέμονται ως εξής:

αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προς τη νησίδα 4 μέτρα, δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας 3,5 μέτρα και βοηθητική λωρίδα κυκλοφορίας 4 μέτρα. Επιπλέον σ' αυτήν επισημαίνεται, ότι το οδόστρωμα στο σημείο του ατυχήματος δεν απεικονίζεται ορθά στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, καθόσον εμφανίζονται σ' αυτό μόνο δύο λωρίδες κυκλοφορίας με συνολικό πλάτος 9,70 μέτρων.

Στην ίδια σημειώνεται, ότι η λεωφόρος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και οριζόντια διαγράμμιση των λωρίδων κυκλοφορίας και ότι κατά την πορεία προς Αθήνα υπάρχει μία ακόμα βοηθητική λωρίδα για χρήση από τα οχήματα που προτίθενται να πραγματοποιήσουν δεξιά στροφή.

Αμέσως μετά το σημείο που επιχειρήθηκε η διάσχιση της λεωφόρου υπάρχει διασταύρωση και η κυκλοφορία του κόμβου ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες. Στο σημείο διαπεραίωσης δεν υπήρχαν προσδιορισμένες με κατάλληλη σήμανση διαβάσεις πεζών, ενώ κατά τον παραπάνω χρόνο λειτουργούσαν οι υφιστάμενοι, σε απόσταση είκοσι μέτρων περίπου από τη θέση διάσχισης, φωτεινοί σηματοδότες.

Οι τελευταίοι ρυθμίζουν την κυκλοφορία τόσον των κινουμένων επί της λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου οχημάτων όσον και εκείνων που επιθυμούν να εισέλθουν στη Σαρωνίδα ή να εξέλθουν από αυτή. Πριν από το ως άνω κρίσιμο σημείο υπάρχει σήμανση με πινακίδα Ρ-32, που περιορίζει το όριο ταχύτητας στα 60 χιλιόμετρα ωριαίως.

Επίσης, πριν το ίδιο σημείο υπάρχει ανοικτή αριστερή στροφή και ελαφρό κατωφέρεια, ενώ λόγω της υπάρχουσας εκεί περιορισμένης ορατότητας, στην πορεία των κινουμένων προς Αθήνα αυτοκινήτων, στην αρχή της καμπής, σε αρκετή απόσταση από τη διασταύρωση, υπάρχει προειδοποιητικός σηματοδότης, κίτρινου χρώματος, παλλόμενης κυκλικής μορφής, προκειμένου οι οδηγοί να προειδοποιούνται εγκαίρως, ότι ο σηματοδότης, που θα συναντήσουν στην πορεία τους και δεν είναι εμφανής λόγω της αριστερής κλίσης της λεωφόρου, θα έχει κόκκινη ένδειξη, ώστε να μειώνουν σταδιακά και έγκαιρα την ταχύτητα τους πριν τελικά το ακινητοποιήσουν.

Σε απόσταση 150 μέτρων περίπου από το σημείο διάσχισης υπάρχει ανοικτή εκατέρωθεν, οδηγούσα στην παραλία αλλά και έναντι αυτής, υπόγεια διάβαση πεζών. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, όπου η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες καλοκαιρίας, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας, η τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση σε λειτουργία και η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών συχνή, αφού ήταν απόγευμα Σαββάτου καλοκαιρινής ημέρας κοντά σε αξιόλογη κεντρική παραλία της Δυτικής Αττικής, ο πρώτος εναγόμενος, Ό.

Ο. του Α., οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, μοντέλο Golf 4, τετράπορτο, με κινητήρα 1400 c.c., με πλάτος οχήματος 1,735 μέτρα εξοπλισμένο με ABS (Antilock Braking System), που ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου, πατέρα του, Α. Ο. και ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές, που θα προκαλούσε ενδεχομένως σε τρίτους κατά τη λειτουργία του, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "General Union Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε από τη Διοίκηση με την υπ' αριθμό 15275/21-09-2009 απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. [ΦΕΚ Β' 2028] και στη θέση του υπεισήλθε πλέον το τρίτο εναγόμενο - εκκαλούν ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", έβαινε στην ίδια, ως άνω, λεωφόρο με κατεύθυνση προς Αθήνα, έχοντας καταλάβει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος και κινούμενος με ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε εκείνη των εξήντα χιλιομέτρων ωριαίως, που ήταν η επιτρεπόμενη για την περιοχή. Τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος πλησίαζε με το ως άνω αυτοκίνητο του τη διασταύρωση ο φωτεινός σηματοδότης ήταν πράσινος για τα αυτοκίνητα και κόκκινος για τους πεζούς.

Στον ίδιο χρόνο ο συγγενής των εναγόντων, Π. Μ., που μέχρι τότε βρισκόταν επάνω στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του προαναφερθέντος αυτοκινήτου πεζοδρόμιο, κατήλθε και άρχισε να βαδίζει κάθετα στο οδόστρωμα, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου σκοπεύοντας να φθάσει στη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων.

Ο πρώτος εναγόμενος, που, κατ' εκείνο το χρόνο κατείχε την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας με προπορευόμενα αυτού άλλα αυτοκίνητα, απέκτησε το πρώτον οπτική επαφή με τον ως άνω πεζό τη στιγμή που ο τελευταίος πατούσε τη λευκή γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες του αυτού ρεύματος. Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα ο πεζός, που συνέχισε την πορεία του προς τα εμπρός επί του οδοστρώματος αδιαφορώντας για την υπάρχουσα κίνηση και παραβλέποντας την παρουσία των έμπροσθεν και όπισθεν αυτού κινούμενων αυτοκινήτων, επέπεσε στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό πτερό του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και τραυματίσθηκε βαρύτατα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του πρώτου εναγομένου, που καταγράφηκαν σε καταθέσεις του και στο απολογητικό του υπόμνημα, η απόσταση που χώριζε αυτόν από τον πεζό, με χρονική αφετηρία τη στιγμή που αντιλήφθηκε την παρουσία του στη διαχωριστική των δύο λωρίδων λευκή γραμμή μέχρι την πρόσπτωση του τελευταίου στο πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό πτερό του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου, ανερχόταν σε 5-20 μέτρα.

Δεν υπάρχει αποδεικτικό στοιχεία από το οποίο να προκύπτει, ότι ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στο οδόστρωμα ενωρίτερα. Είναι γεγονός, ότι το ανθρώπινο μάτι δεν πραγματοποιεί ηλεκτρονική μέτρηση και καταγραφή και ότι ο ορθός προσδιορισμός και ακριβής μέτρηση της εν λόγω απόστασης, όταν μάλιστα το όχημα κινείται σε σειρά με άλλα αυτοκίνητα, δεν είναι ευχερής και δεν μπορεί να αξιωθεί από τον πρώτο εναγόμενο.

Πάντως, σύμφωνα με τους παρατιθέμενους στην παραπάνω τεχνική έκθεση υπολογισμούς σε περίπτωση που το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα έτρεχε με 40 χιλ/ωρ η απόσταση αντίδρασης θα ήταν 12 μ. και η συνολική απόσταση ακινητοποίησης 16 μ, σε περίπτωση που το ίδιο έτρεχε με 50 χιλ/ωρ η απόσταση αντίδρασης θα ήταν 15 μ.

και η συνολική απόσταση ακινητοποίησης 25 μ και σε περίπτωση που το ίδιο όχημα έτρεχε με 60 χιλ/ωρ η απόσταση αντίδρασης θα ήταν 18 μ. και η συνολική απόσταση ακινητοποίησης 36 μ.. Συνεπώς, με την επιτρεπόμενη ταχύτητα, την οποία ουδόλως υπερέβη ο πρώτος εναγόμενος, δεν μπορούσε αυτός να ανακόψει την κίνηση του οχήματος του, ώστε να αποτραπεί η πρόσπτωση του πεζού στο πλάγιο δεξιό πτερό του.

Σημειωτέον, ότι ο πεζός επέπεσε στο πορευόμενο αυτοκίνητο διασχίζοντας το οδόστρωμα εν μέσω κινουμένων οχημάτων παρά την υπάρχουσα, λόγω ερυθρού για τους πεζούς σηματοδότη, απαγόρευση της διέλευσης γι' αυτόν και δεν παρασύρθηκε με το εμπρόσθιο τμήμα του οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο αυτοκινήτου αλλά αυτός επέπεσε στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό του τελευταίου.

Επιπλέον, είναι γεγονός, ότι στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος υπήρχε κίνηση επ' αμφοτέρων των λωρίδων του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας, κάτι που δικαιολογείται και από την ημέρα, ενώ δεν διαψεύδεται ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στη βοηθητική λωρίδα. Μάλιστα, ο μάρτυρας των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Ι.

Δ., επιβεβαίωσε την ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων [βλ. σχετ. στην κατ. του "Η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη. Υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεξιά"]. Άλλωστε είναι καλοκαίρι, πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και η παραλία των λουσμένων στην άλλη πλευρά. Από φωτογραφίες, που έχουν ληφθεί από το Google, αφορούν το σημείο του ατυχήματος και προσκομίζονται με επίκληση από τους ενάγοντες, επιβεβαιώνεται η στάθμευση οχημάτων κατά μήκος του ρείθρου στη βοηθητική λωρίδα.

Υποστηρίχθηκε από τους ενάγοντες, ότι ο πεζός ήταν απόλυτα ορατός από τον πρώτο εναγόμενο από 140 άλλως από 85 μέτρα. Την παραδοχή αυτή επιχειρούν να θεμελιώσουν οι ενάγοντες επί μη αποδειχθεισών προϋποθέσεων. Πράγματι ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να διαπιστώσει την παρουσία του πεζού επί του οδοστρώματος, αν δεν προπορεύονταν άλλα αυτοκίνητα του δικού του αυτοκινήτου και αυτός δεν ακολουθούσε, δεν κινούνταν άλλα οχήματα στη διπλανή, δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του και δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στη βοηθητική λωρίδα.

Ο πεζός κινήθηκε μέσα από αυτά και αναδύθηκε στα μάτια του πρώτου εναγομένου τη στιγμή που πάτησε επί της διαχωριστικής γραμμής της αριστερής και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος, χωρίς και τότε, όμως, να είναι διατεθειμένος να σταματήσει τη διαπεραίωση, κάτι που γι' αυτόν, που αντιμετωπίζεται στον προ του ατυχήματος χρόνο ως έχων σώες τις φρένες και με εμπιστοσύνη από τους λοιπούς μετέχοντες της κυκλοφορίας, ήταν πολύ πιο εύκολο από την ανακοπή ενός οχήματος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει τους παραπάνω χρόνους αντίδρασης και ακινητοποίησης.

Ο πεζός παραβίασε την αρχή της εμπιστοσύνης, η οποία πρέπει να διέπει την κίνηση πεζών και οχημάτων και επέδειξε συμπεριφορά που δεν θα μπορούσε να αναμείνει ο οδηγός του αυτοκινήτου κατά την κίνηση του με αυτό, αφού επιχείρησε να διασχίσει κάθετα, καίτοι υπήρχε ερυθρός σηματοδότης, την παραλιακή λεωφόρο στον παραπάνω χρόνο.

Η συμμετοχή στην οδική κυκλοφορία συνεπάγεται κινδύνους. Υπέρβαση του επιτρεπόμενου κινδύνου αξιολογείται ως αμέλεια και δημιουργεί προϋποθέσεις αστικής και ποινικής ευθύνης. Πεζοί και οδηγοί αυτοκινήτων είναι υπόχρεοι να επιδείξουν επιμέλεια και προσοχή. Η μη επίδειξη της προσοχής που μπορεί να αξιωθεί καθιστά τη συμπεριφορά αμελή.

Αρκεί το διαγνωστό του κινδύνου. Ο οδηγός του αυτοκινήτου διερχόταν επιτρεπτώς από το σημείο. Ανεπιτρέπτως, με διαγνωστό κίνδυνο και προβλεπτές συνέπειες, ενεργούσε ο πεζός. Αυτός συμπεριφέρθηκε αντίθετα προς τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και αντέδρασε κατά τρόπο εσφαλμένο και δεν μπορεί να επικαλείται την αρχή της εμπιστοσύνης.

Ο οδηγός μετέχοντας της κυκλοφορίας κατ' αρχήν επιτρέπεται να πιστεύει, ότι η συμπεριφορά των λοιπών μετεχόντων της κυκλοφορίας θα είναι ορθή και ότι σε δρόμο με επιτρεπτό όριο ταχύτητας μέχρι 60 χιλ./ώρ. δεν θα αιφνιδιάζονται οι οδηγοί από διερχόμενους ηλικιωμένους πολίτες, που επιθυμούν να διαπεραιωθούν στην αντίθετη πλευρά του οδοστρώματος, κάθετα και εκτός διαβάσεων.

Ο ενεργών στα πλαίσια της αρχής της εμπιστοσύνης μένει ατιμώρητος προκαλώντας ατύχημα σε τρίτον. Περαιτέρω, η ύπαρξη προειδοποιητικού αναλάμποντος κίτρινου σηματοδότη δεν αναιρεί, καταργεί, αδρανοποιεί ή απενεργοποιεί για τα αυτοκίνητα τον ακολουθούντα πράσινο γι' αυτά σηματοδότη.

Εν προκειμένω ο κίτρινος παλλόμενος σηματοδότης θα είχε αντικείμενο, αν ακολουθούσε ερυθρός σηματοδότης, οπότε ο οδηγός θα έπρεπε να ρυθμίσει την ταχύτητα του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να ανακόψει και να ακινητοποιήσει το όχημα του. Δεν νοείται ύπαρξη παλλόμενου κίτρινου σηματοδότη, όταν ακολουθεί πράσινος.

Παλλόμενο κίτρινο δικαιολογείται, όταν ακολουθεί κόκκινος σηματοδότης, προκειμένου να προστατευθούν οδηγοί και πεζοί από τον αιφνιδιασμό που θα υφίσταντο και τις περαιτέρω συνέπειες. Εν πάση περιπτώσει, με βάση το αποδεικτικό υλικό, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η παράλειψη του πρώτου εναγομένου να συμμορφωθεί στον παλλόμενο κίτρινο σηματοδότη και η ταχύτητα που είχε αναπτύξει προκάλεσαν το ατύχημα, αφού ούτε τέτοια παράλειψη, ούτε ανεπτυγμένη ταχύτητα αποδείχθηκε.

Άλλωστε ουδείς μάρτυρας ή άλλο στοιχείο επιτρέπουν την απόδοση στον πρώτο εναγόμενο συμπεριφοράς αντίθετης προς τις υπαγορεύσεις του Κ.Ο.Κ.. Υπάρχουν οι προανακριτικές καταθέσεις τριών μαρτύρων, που βρέθηκαν στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος και τα ονόματα τους αναγράφτηκαν στην ένδικη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.

Από αυτούς ο πρώτος μάρτυρας, Β. Μ., Σημαιοφόρος του Π.Ν., στην από 10-09-2007 ένορκη προανακριτική του κατάθεση, προσδιορίζει την ταχύτητα του οχήματος του πρώτου εναγομένου περί τα 60 χιλ. ωριαίως, η δεύτερη, Δ. Ε., ψυχολόγος, καθόρισε αυτήν σε 10 χιλ. ωριαίως και ο τρίτος μάρτυρας, S. K., χασάπης, σε 45 χιλ. ωριαίως. Στη συνέχεια, ο πρώτος μάρτυρας, που επιβεβαίωσε το πράσινο του σηματοδότη για τα αυτοκίνητα, κατέθεσε χαρακτηριστικά, ότι ήταν 30-40 μέτρα πίσω από τον πρώτο εναγόμενο στην ίδια λωρίδα με αυτόν και ότι είδε ένα πεζό "μεγάλο σε ηλικία να κάνει κινήσεις να διασχίσει το δρόμο" και ότι ο πρώτος εναγόμενος προσπάθησε να τον αποφύγει πατώντας και αφήνοντας το γκάζι, τέλος δε πρόσθεσε "πως ήταν πολύ δύσκολο να αποφευχθεί η παράσυρση του πεζού".

Η έκφραση "να κάνει κινήσεις να διασχίσει το δρόμο", δίνει ακουστικά την εντύπωση ακροβατικών ασκήσεων που έπρεπε να εκτελεσθούν ή λεπτών χειρουργικών χειρισμών για την ευόδωση προσπάθειας. Είναι δυσεξήγητο, πώς αντιλήφθηκε ο μάρτυρας αυτός την προσπάθεια του πρώτου εναγομένου να αποφύγει τον πεζό με το παίξιμο του γκαζιού, ενώ το γεγονός της οπτικής επαφής του μάρτυρα με τον πεζό δεν μπορεί να επιβαρύνει τη θέση του πρώτου εναγομένου, καθόσον δεν γίνεται γνωστό, σε ποίο σημείο βρισκόταν ο πεζός, όταν εντοπίσθηκε από το μάρτυρα να κινείται εντός του οδοστρώματος, αλλά και τι θα μπορούσε να κάνει ο πρώτος εναγόμενος για να αποφύγει τον πεζό.

Πάντως, την οποία οπτική επαφή του μάρτυρα με τον πεζό απέδωσε ο πρώτος εναγόμενος στο ότι ο μάρτυρας βρισκόταν πιο πίσω από αυτόν, θέση που του παρείχε ευρύτερο οπτικό ορίζοντα, καθώς και ότι οδηγούσε τζιπ, οπότε ευρισκόμενος σε μεγαλύτερο ύψος από αυτόν είχε μεγαλύτερη οπτική δυνατότητα. Ανεξάρτητα από την ύπαρξη επαρκούς οπτικού πεδίου, αλλά και του χρόνου και του σημείου, όπου έγινε αντιληπτός ο πεζός από τον πρώτο εναγόμενο, είναι σημαντική για την εξάλειψη οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητας για τον πρώτο εναγόμενο, η συμπληρωματική δήλωση του ως άνω μάρτυρα [Β.

Μ.], ότι ήταν "πολύ δύσκολο να αποφευχθεί η παράσυρση του πεζού". Η τελευταία αποστροφή της κατάθεσης του λειτουργεί απαλλακτικά για τον πρώτο εναγόμενο, αφού δεν υποχρεούται ο πρώτος εναγόμενος ως οδηγός να αποδώσει περισσότερα από αυτά που θα μπορούσε κάποιος να αξιώσει από αυτόν με κριτήριο πάντοτε το μέσο, σώφρονα και νουνεχή οδηγό.

Η μάρτυρας, Δ. Ε., που είχε άμεση οπτική επαφή με τη σκηνή του ατυχήματος, καθώς έτυχε να βρεθεί στο σημείο της διέλευσης, επιβεβαίωσε, ομοίως, στην από 08-09-2007 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, το πράσινο του σηματοδότη για τον οδηγό του οχήματος και το κόκκινο για τον πεζό, ο οποίος, όπως επί λέξει κατέθεσε, "παραβίασε το κόκκινο που τηρούσε την ασφάλεια του με αποτέλεσμα να πέσει πάνω στο αυτοκίνητο", που, κατ' αυτήν, κινούνταν με την ταχύτητα των 10 χιλ.

ωριαίως. Η ίδια ζήτησε στην κατάθεση της να σημειωθεί, ότι ο πεζός "την απώλεια της ζωής του την έφερε με δική του ευθύνη" και ότι "το αυτοκίνητο εκινείτο φυσιολογικά στο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας και αυτό φαίνεται στο ελάχιστο της ταχύτητας και αυτό φαίνεται ότι προπορεύονταν κι άλλα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα λόγω συμφόρησης δεν μπορούσε να παρατηρηθεί αυξημένη ταχύτητα των αυτοκινήτων".

Ο αυτόπτης μάρτυρας, S. K., στην από 09-09-2007 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ανέφερε, ότι βρέθηκε στο σημείο του ατυχήματος στο χρόνο που έγινε αυτό, ενώ κινούνταν στη δεξιά λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου και διαπίστωσε τόσο το πράσινο φανάρι της διαδρομής τους, όσο και το χαμηλό της ταχύτητας του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και περαιτέρω, όπως επί λέξει κατέθεσε, "Ξαφνικά βλέπω έναν παππού πεζό να προσπαθεί να περάσει το δρόμο χωρίς να ελέγξει κάνοντας βήματα μπροστά και πίσω.

Το υπ' αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο φίλος μου προσπάθησε να τον αποφύγει πατώντας φρένο, ο παππούς όμως έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο". Ο μάρτυρας των εναγόντων, Ι. Δ., είναι ο τεχνικός στον οποίο ανέθεσαν αυτοί την τεχνική μελέτη του ατυχήματος. Αυτός δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας αλλά προέβη σε αναλύσεις επί της βάσει των στοιχείων που του δόθηκαν.

Προέβαλε, ότι ο πεζός ήταν ορατός, παραγνωρίζοντας το γεγονός, ότι η λεωφόρος δεν ήταν άδεια και ότι τόσο μπροστά όσο και πλάγια δεξιό από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου κινούνταν άλλα, ενώ υπήρχαν σταθμευμένα στη βοηθητική λωρίδα. Η αβασάνιστη υιοθέτηση της άποψης περί ορατού από απόσταση πεζού δεν εξυπηρετεί την αλήθεια, καθόσον οικοδομείται σε πλασματικές διαπιστώσεις ή σε προϋποθέσεις που δεν αποδείχθηκαν αληθινές.

Ασφαλώς ο πεζός θα ήταν ορατός και μάλιστα από απόσταση, αν η λεωφόρος ήταν άδεια και αν αυτός |δεν ξεπηδούσε μέσα από τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στη βοηθητική λωρίδα, καθώς και εκείνα που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα παράλληλα με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου. Ο ίδιος τοποθετεί το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου στο δεξιό της αριστερής λωρίδας, αλλά μετά αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να ξέρει πού ακριβώς ήταν το αυτοκίνητο.

Υποστηρίζει στην κατάθεση του, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν φρέναρε, αλλά αναγνωρίζει συγχρόνως, ότι το αυτοκίνητο διαθέτει σύστημα ABS που δεν αφήνει ίχνη πέδησης. Ο ίδιος στην από Δεκεμβρίου 2007 τεχνική του έκθεση αναφέρει, ότι η λειτουργία του συστήματος αντιμπλοκαρίσματος [ABS] ρυθμίζει την πίεση της πέδησης σε κάθε τροχό σύμφωνα με την πρόσφυση αυτού στο οδόστρωμα, ώστε να αποφευχθεί το μπλοκάρισμα τους.

Έτσι δεν καταγράφονται ίχνη πέδησης. Χωρίς αυτό, όταν ο οδηγός βρισκόταν σε κίνδυνο και φρέναρε απότομα ασκώντας μεγάλη πίεση στο πεντάλ των φρένων, η τριβή που ασκούνταν στους δίσκους των φρένων υπερέβαινε τη δύναμη τριβής που ασκούσε το οδόστρωμα στους τροχούς και τους ακινητοποιούσε και τότε το αυτοκίνητο άρχισε να ολισθαίνει στο δρόμο και οι τροχοί του να παθαίνουν εμπλοκή και ο έλεγχος να χάνεται.

Η ύπαρξη του συστήματος αυτού κάνει τεχνικώς πιο αξιόπιστη την πέδηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ενώ δεν αποδεικνύεται, ότι δεν υπήρξε πέδηση. Αντίθετα, το γεγονός, ότι το αυτοκίνητο του τελευταίου σταμάτησε στο σημείο που ο πεζός προσέπεσε στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό πτερό αυτού, αποτελεί στοιχείο ανάσχεσης.

Ο ίδιος δέχεται, ότι η πορεία του πεζού ήταν από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, η βλάβη καταγράφηκε στο εμπρόσθιο, πλάγιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου και ότι ο πεζός προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα αντικανονικά εκτός διάβασης και πεζοφάναρου, που αν είχε συμβεί το ατύχημα θα είχε αποτραπεί.

Σύμφωνα με τις θέσεις του τελευταίου μάρτυρα στη μαρτυρική του κατάθεση και στην τεχνική του έκθεση: 1) ο πεζός παρασύρθηκε, ενώ βρισκόταν στη διακεκομμένη λευκή γραμμή, που χωρίζει τις δύο κύριες λωρίδες κυκλοφορίας, 2) ο οδηγός, που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δεν πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό, δεδομένου, ότι η πρώτη επαφή του αυτοκινήτου με τον πεζό πραγματοποιήθηκε με τη δεξιά πλευρά του οχήματος και συνέβη κατά την πορεία του αυτοκινήτου στην αρχική λωρίδα κυκλοφορίας του, 3) Ο πεζός είχε διαθέσιμο χώρο να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, είτε προς τα δεξιά, αν δεν υπήρχε δίπλα του ομορρόπως κινούμενο όχημα, είτε προς τα αριστερά, όπου μέχρι το ρείθρο της διαχωριστικής νησίδας, υπήρχε διαθέσιμος χώρος 2,26 μέτρων, 4) ο πεζός διέσχιζε το οδόστρωμα περπατώντας όρθιος και το ύψος του δεξιού πτερού του αυτοκινήτου, που ήταν το αρχικό σημείο επαφής, 75 εκατ.

του μέτρου και κάτω από το κέντρο βάρος του σώματος του, 5) όταν συμβαίνει κτύπημα πεζού σε σημείο του σώματος, που βρίσκεται κάτω από το κέντρο βάρους του, που θεωρείται η περιοχή της μέσης, τότε κατά τη σύγκρουση, κατά την αρχή της αδράνειας το σώμα ανυψώνεται και η εκτίναξη του γίνεται με τον ακόλουθο μηχανισμό:

το κάτω μέρος του σώματος ωθείται προς τα έξω, ενώ το υπόλοιπο σώμα κλίνει αντίθετα, το σώμα κλίνει επάνω στο αυτοκίνητο, επιπίπτει στον ανεμοθώρακα (παρμπρίζ), μεταδίδεται στο σώμα του πεζού η ταχύτητα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια το σώμα ανυψώνεται και εκτινάσσεται διαγράφοντας τροχιά λόγω της μεταδοθείσας σ' αυτό ταχύτητας και ορμής, 6) η ανύψωση και η εκτίναξη του πεζού επιβεβαιώνεται από το ότι, η τελική θέση του πεζού καταγράφεται από την τροχαία στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και ο μάρτυρας Β.

Μ. ανέφερε, ότι το όχημα παρέσυρε τον πεζό και τον πέταξε στον αέρα. Όμως, όπως προαναφέρθηκε: 1) ο πεζός δεν παρασύρθηκε κτυπημένος με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, αλλά επέπεσε, βαδίζοντας ανεπίτρεπτα εκτός διαβάσεων και εν μέσω ταχέως κινουμένων αυτοκινήτων έχοντας προηγουμένως παραβιάσει τον ερυθρό γι' αυτόν σηματοδότη πάνω στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό πτερό του αυτοκινήτου, 2) ουδείς κατέθεσε για την ακριβή θέση του αυτοκινήτου επί της αριστερής λωρίδας τη στιγμή της πρόσπτωσης του πεζού επ' αυτού, ενώ και ο τελευταίος μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση του, ότι δεν γνωρίζει που ακριβώς βρισκόταν το αυτοκίνητο, 3) δεν αποδείχθηκε ότι η πρόσκρουση έγινε επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, αλλά ότι οπτική επαφή με τον πεζό απέκτησε ο οδηγός τη στιγμή που ο πρώτος βρισκόταν επί της διαχωριστικής γραμμής.

Σημειωτέον, ότι για το αντίθετο δεν υπάρχουν στοιχεία, ενώ ο χρόνος του ατυχήματος, η πυκνή κίνηση που υπήρχε, τα σταθμευμένα αυτοκίνητα της βοηθητικής λωρίδας, τα παραλλήλως με το ένδικο αυτοκίνητο στη δεξιά λωρίδα κινούμενα και τα προηγούμενα και ομόρροπα με το τελευταίο σε σειρά πορευόμενα έρχονται να συνθέσουν εικόνα, που καθιστά πειστικό τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου περί της αδυναμίας του να έχει οπτική επαφή με αυτόν από τη στιγμή της καθόδου του πεζού στο οδόστρωμα μέχρι την πρόσπτωση αυτού στο ζημιογόνο όχημα, 4) ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος, ότι φρέναρε και έκανε αποφευκτικό ελιγμό χωρίς να μπορεί να αντικρουσθεί.

Σημειωτέον, ότι η λειτουργία συστήματος ABS στο αυτοκίνητο δεν επιτρέπει τη δημιουργία ιχνών τροχοπέδησης, ενώ ο αποτρεπτικός ελιγμός, κατ' ουδέν θα συνεισέφερε, ενόψει της πορείας του πεζού, ο οποίος προχωρούσε ακάθεκτος προς τη νησίδα παραγνωρίζοντας και παραβλέποντας τον κίνδυνο των κινουμένων οχημάτων, 5) η κλίση του ένδικου οχήματος δεξιό ή αριστερά προϋποθέτει ευχέρεια τέτοιας κίνησης και φέρνει αποτέλεσμα, όταν ο πεζός είναι έμπροσθεν του αυτοκινήτου προς αποφυγή της πτώσης του αυτοκινήτου επ' αυτού, τέτοια όμως προσδοκία δεν γεννιέται, όταν ο πεζός που αναδύεται μέσα από ομόρροπα και παράλληλα με το ένδικο όχημα κινούμενα αυτοκίνητα προσπίπτει στο πλάγιο τμήμα αυτού, 6) η ανύψωση του σώματος του πεζού μετά την πρόσπτωση του σώματος αυτού επί του αυτοκινήτου ήταν δυνατή και με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων ωριαίως, όπως και ο παραπάνω μάρτυρας κατέθεσε, ενώ τα υπόλοιπα, δηλαδή ο μηχανισμός της εκτίναξης, η τελική θέση του σώματος του στο οδόστρωμα και τα πολλαπλά τραύματα, ήσαν ζήτημα που η εξήγηση του δίδεται από την επιστήμη της φυσικής και τις αντοχές που παρέχει η σωματική κατάσταση ανθρώπου της ηλικίας του.

Οι χρονομετρήσεις που κάνει ο τελευταίος μάρτυρας για το χρόνο διέλευσης του πεζού είναι χωρίς αντικείμενο και δεν οδηγούν πουθενά, γιατί προϋποθέτουν ανοικτό οπτικό ορίζοντα και συνεπώς στηρίζονται σε ανακριβή και αναληθή προϋπόθεση. Ομοίως η αποφυγή του πεζού ήταν δυσχερής ως εκ της θέσης και της απόστασης που βρέθηκε αυτός, όταν έγινε αντιληπτός από τον πρώτο εναγόμενο επί της διαχωριστικής των δύο λωρίδων του προς Αθήνα ρεύματος της λεωφόρου Αθηνών Σουνίου.

Η κατάσταση υπήρξε περισσότερο δυσχερής λόγω της εμμονής του πεζού να μην ανακόψει, αλλά να φθάσει, οπωσδήποτε, στο πρώτο τέρμα, που ήταν η διαχωριστική νησίδα και, για να στεφθεί η προσπάθεια αυτή από επιτυχία, αυτός παρέβλεψε αφενός την οπτική αδυναμία των οδηγών να παρακολουθήσουν την κίνηση του στην κάθετη διαδρομή του προς το παραπάνω σημείο και αφετέρου την τεχνική αδυναμία τους να ανακόψουν, αφού αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο να προκληθεί πανδαιμόνιο με άλλη μορφή, ενόψει του ότι η κίνηση ήταν πυκνή και τα οχήματα, που κινούνταν, παράλληλα και σε σειρές κινδύνευαν να επιπέσουν το ένα στο άλλο.

Στην ιατροδικαστική έκθεση και στο πιστοποιητικό θανάτου του πεζού αναφέρεται ότι αυτός υπέστη πολλαπλές βλάβες στο επάνω τμήμα του σώματος του και ειδικότερα ... . Από την πολλαπλότητα των βλαβών ο μάρτυρας των εναγόντων οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου ήταν ανεπίτρεπτη.

Όμως ο ίδιος δίδει την απάντηση στην τεχνική του έκθεση, αναλύοντας το μηχανισμό σύγκρουσης αυτοκινήτου- πεζού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες όσον αφορά την έλλειψη υπαιτιότητας για το ατύχημα του οδηγού του υπ' αρ. κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ. αυτοκινήτου και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του στενού συγγενή των αναιρεσειόντων και την αποκλειστική υπαιτιότητα για αυτόν του θύματος που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερθέντων στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα στην απόφαση: 1) καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού στο σημείο του ατυχήματος το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου στο ύψος του 44ου χιλιομέτρου καθώς και ανά κατεύθυνση και λωρίδα κυκλοφορίας κατά την πορεία του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ. αυτοκινήτου, η ύπαρξη δυο λωρίδων κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριστικής νησίδας ασφαλείας και οριζόντιας διαγράμμισης των λωρίδων κυκλοφορίας καθώς και κατά την πορεία προς Αθήνα μιας ακόμα βοηθητικής λωρίδας, η ύπαρξη φωτεινού σηματοδότη σε απόσταση είκοσι μέτρων από το σημείο διαπεραίωσης του οδοστρώματος από τον πεζό με ένδειξη πράσινη για την κυκλοφορία των οχημάτων, η ύπαρξη σήμανσης με πινακίδα Ρ-32 που περιορίζει το όριο ταχύτητας στα 60 χιλιόμετρα ωριαίως, καθώς και η κίνηση του πεζού σε μη προσδιορισμένες με κατάλληλη σήμανση διαβάσεις πεζών. 2) Διευκρινίζεται ότι η κίνηση του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του ήταν κανονική, υπό την σαφή έννοια της μη αντιθέσεως της προς τους καθορίζοντες την κυκλοφορία των οχημάτων στην εν λόγω οδό κανόνες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ). 3)Αναφέρεται σαφώς η κίνηση του πεζού ο οποίος ευρισκόμενος επάνω στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου πεζοδρόμιο ως προτιθέμενος να διαπεραιώσει κάθετα το ρεύμα πορείας της λεωφόρου Αθηνών -Σουνίου με κατεύθυνση προς Αθήνα, εκτός διαβάσεως πεζών και πεζοφάναρου, που κατ' εκείνη τη στιγμή εδείκνυε πράσινο φως για τα κινούμενα οχήματα, άρχισε να κινείται εντός του ρεύματος αυτού χωρίς προηγούμενα να ελέγξει και βεβαιωθεί ότι στην ενέργειά του αυτή δύναται να προβεί ακινδύνως για τους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό με συνέπεια, ευρισκόμενος στο ύψος της λευκής γραμμής που διαχωρίζει τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος πορείας της λεωφόρου, να επιπέσει στο εμπρόσθιο δεξιό φτερό του οχήματος και να τραυματισθεί θανάσιμα και 4) Αναφέρεται η οδική συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ. αυτοκινήτου ο οποίος, κινούμενος επί της λεωφόρου Αθηνών -Σουνίου και στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας της λεωφόρου αυτής με κατεύθυνση προς Αθήνα, με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα το ανώτατο όριο (60 χ/ω), ευθύς ως αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 5-20 μέτρων τη στιγμή που βημάτιζε στη λευκή διαχωριστική γραμμή, καθ' όσον η ορατότης περιοριζόταν τόσο από τα έμπροσθέν του κινούμενα οχήματα, όσο και από τα κινούμενα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και τα σταθμευμένα στην παραπλεύρως αυτής βοηθητική λωρίδα, τροχοπέδησε, ανεξάρτητα της μη καταγραφής ιχνών στο οδόστρωμα, διότι το όχημά του διέθετε σύστημα ABS και σταμάτησε στο σημείο που ο πεζός προσέπεσε στο εμπρόσθιο δεξιό φτερό αυτού γεγονός που αποτελεί στοιχείο ανάσχεσης, ενώ εξάλλου σαφής αναφορά γίνεται περί της μη διενέργειας, αποφευκτικού ελιγμού από τον οδηγό του ως ανωτέρω οχήματος, διότι εν όψει της πορείας του πεζού από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, κατ' ουδέν θα συνέφερε.

Ο πρώτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δεν αποσαφηνίζεται 1. ποια η ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος και αν αυτή ήταν η προσήκουσα, 2. αν ο οδηγός αυτού είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον πεζό και από ποια απόσταση, 3.

ποια ήταν η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος προ του ατυχήματος, αλλά και κατά το χρονικό σημείο που αντιλήφθηκε τον πεζό και 4. σε πόση απόσταση από το σημείο παράσυρσης αντιλήφθηκε τον πεζό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεχθέν αποκλειστική υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του πεζού παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 300 ΑΚ.

καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 2 του ΚΟΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών που χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η υπαιτιότης περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, και του επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του πεζού βαρύνει αποκλειστικά τον τελευταίο, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας αναφορικά με την πιθανότητα διέλευσης πεζών από παραλιακή λεωφόρο τους θερινούς μήνες εκτός διαβάσεως πεζών και παρά την ύπαρξη φωτεινού σηματοδότη σε κοντινή απόσταση δεικνύοντας κόκκινο φως για τους πεζούς.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον, η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που σχέση έχουν με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος. Επειδή κατ' άρθρο 189 παρ.1ΚΠολΔ αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως α)τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των αποφάσεων ...

β) το τέλος δικαστικού ενσήμου γ)η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν δ)τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση ... ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων και κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, δεν αποδίδονται τα έξοδα που έγιναν α) από απείθεια, απροσεξία ή σφάλμα του ίδιου του διαδίκου β) από υπερβολική πρόνοιά του.

Η διάταξη περιέχει ενδεικτική απαρίθμηση των επί μέρους εξόδων που αποδίδονται στο διάδικο που νίκησε, τα οποία εντάσσονται στα αναγκαία έξοδα για τη διεξαγωγή της δίκης και τα οποία μόνον οριοθετούν τη δικονομική αξίωση, όπως αυτή καθορίζεται στο δικονομικό δίκαιο. Η κρίση ότι τα υπό του διαδίκου γενόμενα δικαστικά ή εξώδικα έξοδα ήταν αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και δεν εγένοντο από υπερβάλλουσα πρόνοια, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου, το οποίο κρίνει βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου κατ' άρθρο 190 παρ. 1,2 ΚΠολΔ. για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, κάθε διάδικος πρέπει μα επισυνάψει στη δικογραφία έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, κατάλογο των εξόδων ... . Ο κατάλογος της παραγράφου 1 μπορεί να περιληφθεί και στις προτάσεις που υποβάλλονται στην πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, και κατ' άρθρο 191 παρ. 1 ιδίου κώδικα όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια η την παρεμπίπτουσα δίκη η για ένα μέρος της πρέπει, εφ' όσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190 να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων καθορίζοντας και το ποσό τους, ενώ κατά την παρ. 2 ίδιου κώδικα αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους.

Τέλος, κατ' άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, καταδίκασε τους εφεσιβλήτους αντεκκαλούντος στα δικαστικά έξοδα του τρίτου εκκαλούντος - αντεφεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", α)χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον τελευταίο, καθώς και την υποβολή πίνακα εξόδων, και β) διότι το επιδικασθέν στο τρίτο εκκαλούν -αντεφεσίβλητο ως ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ ποσό των 18.800ευρώ για δικαστικά έξοδα αυτού είναι αντικειμενικά υπέρογκο, ενόψει και της δαπάνης που υποβλήθηκε για την αμοιβή της δικηγόρου του για τη δικαστική αντιμετώπιση της υπόθεσης που εντάσσεται στο πλαίσιο του μέσου μέτρου της επιδεικνυόμενης επιμέλειας από τους δικηγόρους του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει κατά το υπό στοιχείο α σκέλος αυτού να απορριφθεί ως αβάσιμος λόγω υποβολής σχετικού αιτήματος από το εκκαλούν-αντεφεσίβλητο περί καταδίκης των εφεσιβλήτων-αντεκκαλούντων στη δικαστική δαπάνη και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των εγγράφων αυτού από 25.5.2010 προτάσεων, και κατά το υπό στοιχείο β σκέλος αυτού ως απαράδεκτος, διότι η αναγκαιότης των δαπανών και ο καθορισμός των αποδοτέων δικαστικών εξόδων βάσει αυτών , με βάση και την αξία του αντικειμένου της δίκης, εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 5.3.2011 αίτηση για αναίρεση της 3723/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών των πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ενεργούντος ατομικά και ως κληρονόμος κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Μ. Ρ., του δεύτερου όπως παρίσταται, της τέταρτης, πέμπτης και έκτης αυτών ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη του ως ανωτέρω αναιρεσίβλητου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5.3.2011 αίτησης αναίρεσης της 3723/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα από κοινού με την πρώην σύζυγό του Δ. Σ. επί των ανήλικων τέκνων τους Π. και Σ. Μ., την τρίτη αναιρεσείουσα, Δ. Σ., καθώς και ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ό. Ο. και Α. Ο. αντίστοιχα.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Απορρίπτει την από 5.3.2011 αίτηση αναίρεσης της 3723/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών των λοιπών αναιρεσειόντων ενεργούντος του εκ τούτου πρώτου ατομικά και ως κληρονόμος κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της μητέρας του Μ. Ρ., ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" Και .

Καταδικάζει τους ως ανωτέρω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του τρίτου των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ