1465/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1465/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ' εδ. β'). Ο επιδιωκόμενος με την ελεγχόμενη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 8§1, 4, 5 του Ν. 4332/1929 σκοπός και το παρεχόμενο δι' αυτής προνόμιο στην αναιρεσίβλητη στηρίζει ασφαλώς την εκτίμηση ότι επιβάλλεται από λόγους δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 20/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1465 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείoν με την από 9-2-2005 αίτησή τoυ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3087/2002 τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση, η από 9-2-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 2768/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, ορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 17-1-2011, κατά την οποία το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε νομίμως, χωρίς να απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία το αναιρεσείον, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως και ενόψει του ότι η η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, μετά από αναβολή, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων ,η υπόθεση θα συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας Ν. 4332/1929 "περί κυρώσεως της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τραπέζης" όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 4, 5 του ν. 2555/1953, η Αγροτική Τράπεζα αποτελεί αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα, με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργάνωσης και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της, αλλά και για την αποτελεσματικότερη προστασία της, εισήχθη με τον ανωτέρω Ν. 4332/1929 σειρά ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναφερόμενο στο άρθρο 8 του Ν. 4332/1929 προνόμιο πρωτοπραξίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο αυτό (8 παρ. 1, 2, 4 και 5) του ν. 4332/29 "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δια απάσας τας εξ οιασδήποτε αιτίας και εξ οιουδήποτε τίτλου εν γένει απαιτήσεις της ...
κέκτηται αυτοδικαίως και άνευ ειδικού συστατικού εγγράφου προνόμια πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως επί των κατωτέρω αντικειμένων λογιζομένων αυτοδικαίως υπεγγύων ταύτη, α) επί των εκάστοτε υπό των οφειλομένων και συνυποχρέων παραγομένων παντός είδους καρπών, β) επί των λοιπών παντός είδους προϊόντων και μέσων,εργαλείων, μηχανημάτων κλπ γεωργικής, γεωργοβιομηχανικής, κτηνοτροφικής, σηροτροφικής, δασικής μελισσοκομικής δενδροκομικής και πάσης άλλης των οφειλετών και συνυποχρέων επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως οιασδήποτε μορφής, γ) επί των κτηνών της γονής αυτών και των προϊόντων αυτών εν γένει και δ) επί των δια μεταποιήσεως ή ειδοποιίας προερχομένων πραγμάτων ...".
Από τις διατάξεις, αυτές που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δυνάμει των άρθρων 70 Εισ. ΝΑΚ και 52 αριθ. 4 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ) προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου, όταν υπόκειται εκτέλεση επί των ενεχυρασμένων, καρπών, μηχανημάτων, εργαλείων, προϊόντων κλπ υπερισχύει της ρύθμισης των άρθρων 976 και 977 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς οι απαιτήσεις της ΑΤΕ, επί πλειστηριασμού οιουδήποτε από τα άνω κινητά, προηγούνται όλων των άλλων και αυτών ακόμη του Δημοσίου, πλην εκείνων που αφορούν έξοδα εκτέλεσης, ως προς τα οποία και μόνον με ρητή διάταξη του άρθρου 51 αριθμ. 2 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ. καταργήθηκε η σχετική προτίμηση (ΑΠ 1569/1997). Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990, και μετά την μετατροπή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σε ανώνυμη εταιρεία.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα από αυτόνομος οργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα μετατράπηκε σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, που λειτουργεί κατά τους κανόνες ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, ενώ διατηρήθηκαν σε ισχύ τα δικονομικά και ουσιαστικά αυτής προνόμια, επομένως και το πιο πάνω γεωργικό ενέχυρο.
Οι διατάξεις αυτές δεν θίγηκαν από εκείνες του Ν. 2076/1992 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητος πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις", που είχε σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση της Ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας στις διατάξεις της οδηγίας 89/6446/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών.
Σημειώνεται ότι ούτε από τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του Ν. 2076/1992, με την οποία ορίστηκε ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, εθίγησαν οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω προνόμιά της, ενόψει του ότι οι ρυθμίσεις αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικά του καταστατικού νόμου 4332/ 1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990 (Ολ.ΑΠ 24 και 25/2006, 20/2011, ΑΠ 1125/2010), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 2844/2000 καταργήθηκε το πιο πάνω άρθρο 8 του Ν. 4332/1929 και οι διατάξεις του Ν.
Δ. 572/1948 μόνο κατά το μέρος που προέβλεπε ενέχυρο σε αλιευτικά και σπογγαλιευτικά πλοιάρια. Κατά τη μεταβατικού όμως χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 20§3 του Ν. 2844/2000 ενέχυρα που συστήθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2844/2000 (13-10-2001), διατηρούνται και διέπονται από τις καταργούμενες οικείες διατάξεις. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Ν. 4332/1929 δεν είναι κανονιστικού περιεχομένου, αφού δεν αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία της ΑΤΕ, αλλά εμπεριέχει καθαρώς ουσιαστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει σύσταση ενεχύρου εκ του νόμου (ΟλΑΠ 20/2011).
Η ύπαρξη δε του ενεχύρου αυτού δεν αντίκειται ούτε στην πιο πάνω οδηγία 89/6446/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού η εν λόγω μεν Οδηγία, όπως προεκτέθηκε αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών.
Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω περιορισμένης εκτάσεως προνόμιο, παρέχει τη δυνατότητα στην αναιρεσίβλητη ευχερούς και χωρίς καθυστέρηση χορηγήσεως δανείων σε βεβαρημένους με χρέη προς τρίτους αντισυμβαλλόμενους και ιδία αγρότες και αγροτικούς συνεταιρισμούς, με τους οποίους εξακολουθεί κυρίως να συνδέεται ο πιστωτικός της ρόλος, με συνεχή και ανανεούμενη ανάγκη χρηματοδοτήσεώς τους προς όφελος της αγροτικής οικονομίας και στήριξη της αγροτικής πολιτικής.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το είδος των εξασφαλιζόμενων απαιτήσεων (γεωργικές εν γένει και εκείνες των άρθρων 22, 23 του Ν. 602) και των υποκειμένων στο ενέχυρο πραγμάτων (καρπών, προϊόντων, κτηνών και μέσων) διαλαμβάνοντας παράλληλα το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 4332/ 1929 "Των αυτών προνομίων δύνανται δια νόμου να απολαύωσι και έτεροι τραπεζικοί οργανισμοί με την αγροτικήν πίστιν ασχολούμενοι" (περ.
δ' εδ. β'). Ο επιδιωκόμενος με την ελεγχόμενη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 8§1, 4, 5 του Ν. 4332/1929 σκοπός και το παρεχόμενο δι' αυτής προνόμιο στην αναιρεσίβλητη στηρίζει ασφαλώς την εκτίμηση ότι επιβάλλεται από λόγους δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της καθής η ανακοπή Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (σημ: εδώ αναιρεσίβλητης) εκπλειστηριάστηκαν την 1-12-1999 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας ..., δυνάμει της .../1999 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτής, τα αναφερόμενα σ' αυτή 10 μεταχειρισμένα φορτηγά αυτοκίνητα του οφειλέτη Πτηνοτροφικού Συνεταιρισμού ...
τα οποία ο ως άνω συνεταιρισμός χρησιμοποιούσε ως μέσα για την εκπλήρωση των σκοπών του, δηλαδή τη μεταφορά των προϊόντων του. Τα πλειστηριασθέντα ως άνω 10 φορτηγά αυτοκίνητα κατακυρώθηκαν στην Α.Ε. με την επωνυμία "..." αντί του συνολικού πλειστηριάσματος 16.350.000 δρχ. Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πλην άλλων, η επισπεύδουσα για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ύψους 6.229.456.547 δρχ.
και το Ελληνικό Δημόσιο (σημ: εδώ αναιρεσείον) με την υπ' αριθμ. ... αναγγελία της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ύψους 2.140.663.559 δρχ. Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως.
Στον πίνακα αυτό μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως εκ δραχμών 1.316.000 δρχ. που βάρυνε το πλειστηριασμό, κατέταξε για το εναπομένον ποσό πλειστηριάσματος των 15.034.000 δρχ. την καθής η ανακοπή Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Η απαίτηση της καθής, επί πλειστηριασμού των ως άνω φορτηγών αυτοκινήτων του οφειλέτη συνεταιρισμού, επί των οποίων είχε ενέχυρο προηγείται της απαίτησης του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου ...
και ορθώς κατετάγει μόνο αυτή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως. Άρα ο ένας και μοναδικός λόγος της ένδικης ανακοπής, με την οποία το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο έβαλε κατά του ...πίνακα κατατάξεως ισχυριζόμενο ότι δεν έπρεπε να καταταγεί η καθής, διαφορετικά ότι έπρεπε να καταταγεί σ' αυτόν στο 1/3 του πλειστηριάσματος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.." Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, όπως υποστηριζόταν με τον μοναδικό λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά, συνέπεια, τα αντίθετα ήδη υποστηριζόμενα με το μοναδικό αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 εκδοθείσα ΥΑ 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τ.Β'/20-1-1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2005 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 2768/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ