Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to cite prior appeal arguments or prove legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding property rights. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding and failed to consider their claim that the opposing party lacked standing due to the deceased father's Turkish citizenship. The court rejected these arguments as inadmissible because the specific claim was not raised in the lower court's appeal or falls within the scope of factual evaluation reserved for the trial court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not previously submitted in the lower court's appeal unless an exceptional circumstance exists, and arguments challenging the trial court's factual assessment are inadmissible under Article 561(1).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1465 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1465/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1, Χ2 και Χ3. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγόπουλο και οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Ψ2, Ψ3, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ταρσίτσα Καλλιμπάκα και 4. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαχαρίου.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Σπυρίδων Πάτσης δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσείων (Ψ1) απεβίωσε την 26-2-2000 και κληρονομήθηκε από την Ψ5, και τον Ψ6. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Πάτση και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ταρσίτσα Καλλιμπάκα, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1977 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1977 προδικαστική του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας λόγω αρμοδιότητας, 175/1978 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και 165/1979, 187/1982 προδικαστικές, 112/1984 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-1987 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 6-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί, και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ'αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία που διαγράφεται στο άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ψ1 αποβίωσε στις 26-2-2000, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 3-4-1987, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α, και τα δύο τέκνα του Ψ6 και Ψ5 (βλ.
το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Καβάλας). Ακολούθως οι αναιρεσείοντες, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, επέσπευσαν την επανάληψη αυτής, καλώντας τους ανωτέρω κληρονόμους του αναιρεσιβλήτου Ψ1 για συζήτηση της κρινόμενης αίτησής τους αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τα με ημεροχρονολογία 30-10-2007 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών "Αυγή" και "Ελεύθερη Ώρα", αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης, μαζί με κλήση για συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στους παραπάνω κληρονόμους του αποβιώσαντος διαδίκου Ψ1 στις 17-10-2007 και συγκεκριμένα, για μεν τη σύζυγο αυτού Α, η οποία τυγχάνει πρόσωπο με άγνωστη διαμονή, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στις 30-10-2007 δημοσιεύθηκε στις πιο πάνω δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών περίληψη του επιδοθέντος δικογράφου της αναίρεσης (άρθρα 135 παρ.1 και 136 παρ.1 ΚΠολΔ), για δε τα τέκνα αυτού Ψ6 και Ψ5 με παράδοση του δικογράφου της αναίρεσης στους ίδιους.
Εξάλλου, οι δύο τελευταίοι από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που έγιναν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη δίκη. Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με παριστάμενους τους ανωτέρω δύο κληρονόμους του αποβιώσαντος διαδίκου και με απολειπόμενη τη σύζυγο και κληρονόμο αυτού, η οποία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. -ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (559 αριθ.1α' ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996, 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, που απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 8-2-1977 αγωγή τους περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 846/18/22-1-1946 και του Β.Δ.
της 29/29-3-1949, διότι " εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί περιουσίας Ισραηλίτη, μη υπηκόου Έλληνα και μη απωλεσθέντος κατά τη διάρκεια των διωγμών από τους Γερμανούς, όπως ήταν ο αποβιώσας δικαιοπάροχος πατέρας τους Β, που ήταν Τούρκος υπήκοος και αποβίωσε το έτος 1956 από φυσικό θάνατο και έτσι έκρινε εσφαλμένα ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων (Ο.Π.Α.Ι.Ε.) απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον ως άνω πατέρα τους και μετά το θάνατο αυτού περιήλθε με κληρονομική διαδοχή στη μητέρα τους Α, που αποβίωσε το έτος 1974, στους ίδιους και στο μη διάδικο αδελφό τους Γ και ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος Οργανισμός εγκύρως πώλησε το ακίνητο αυτό στους τρείς πρώτους αναιρεσιβλήτους".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι σ' αυτόν δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις του Α.Ν. 846/1946 και του Β.Δ. της 29/29-3-1949, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε αναφέρονται με πληρότητα οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, με βάση τα οποία έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Π.Α.Ι.Ε., δικαιοπάροχος των λοιπών αναιρεσιβλήτων, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι της εφαρμογής του.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού, και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού κατά τους αναιρεσείοντες "στερείται παντελώς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ένδικης από 8-8-1977 αγωγής τους". Έτσι, όμως, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ο αγωγικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρονται οι πραγματικές κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτούς ισχυρισμό "ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, που αποβίωσε το έτος 1956 στην Κωνσταντινούπολη, τύγχανε Τούρκος υπήκοος και ως εκ τούτου ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Ο.Π.Α.Ι.Ε.
δεν μπορούσε, κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 846/18/22-1-1946 και του Β.Δ. της 29/29-3-1949, να επιληφθεί της νομής του επιδίκου ακινήτου, που ανήκε στον πατέρα τους, και να αποκτήσει την κυριότητα αυτού". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, στον οποίο στηρίζεται, προτάθηκε από αυτούς νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής τους, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την ατίαση, ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους, δέχθηκε εσφαλμένα μη αποδειχθέντα γεγονότα και ειδικότερα ότι " ο τέταρτος αναιρεσίβλητος (Ο.Π.Α.Ι.Ε.) από το έτος 1949 μετάλλαξε αιτία κατοχής του επιδίκου ακινήτου, που ανήκε στον πατέρα τους, και έκτοτε νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και έτσι απέκτησε την κυριότητα τούτου". Η παραπάνω, όμως, αιτίαση αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-1987 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/1984 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει α) για τους Ψ2, Ψ3 και Ψ6, που έχουν κοινή παράσταση, σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, β)για την Ψ5 σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ και γ) για τον "Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος" (Ο.Π.Α.Ι.Ε.) σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24.6.08. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ