Legislator Case Law & Legislation
1465/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance acquittal due to lack of specific reasoning and selective evidence evaluation.

Case Number 1465/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the Prosecutor's appeal against the Second Instance Court's acquittal, ruling the decision lacked the required specific and detailed reasoning. The court found the lower court selectively evaluated witness testimonies without comparing them or explaining why the defendant's version was less credible. Consequently, the acquittal was overturned and the case remitted for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 505 para. 2 KPD; Art. 510 para. 1 KPD: The Supreme Court may annul a judgment for lack of specific and detailed reasoning when the court relies exclusively on selected evidence without comparative assessment of all available proof.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning selective evidence evaluation acquittal annulment prosecutor's appeal remittal for new trial

Cited Legislation

AI generated
Art. 505 para. 2 KPD
Art. 479 para. 2 KPD
Art. 473 para. 3 KPD
Art. 510 para. 1 KPD
Art. 93 para. 3 Constitution
Art. 139 KPD
Art. 177 para. 1 KPD
Art. 178 KPD
Art. 6 para. 2 ECHR (Law 53/74)
Art. 519 KPD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1465 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1465/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 9844/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Χ , που δεν παραστάθηκε. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μιχαλόλια.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 9844/2005 απόφαση του, διέταξε όσα με λεπτομέρεια αναφέρονται σ' αυτήν.

Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως ζητάει τώρα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 49/28.11.2005 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 2027/2005.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που ζήτησε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Έλλειψη δε μίας τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικά κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο.

Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 9844/2004 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε με αυτή αθώο τον κατηγορούμενο Χ των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης με την εξής αιτιολογία: «Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, δεν αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της από 8-8-2000 μήνυσης που υπέβαλε ο κατηγορούμενος στο Α.

Τ. Χολαργού σε βάρος της εγκαλούσας ήταν ψευδές και ότι επιδίωκε να προκαλέσει την ποινική της δίωξη για τις καταγγελλόμενες πράξεις. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρος Ζ , συζύγου του κατηγορουμένου, αλλά κυρίως και από την κατάθεση του μάρτυρα Φ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ο κατηγορούμενος ενημέρωσε το κέντρο Ραδιοταξί .... , μέσω του οποίου είχε δεχθεί την κλήση για μεταφορά της εγκαλούσας να επιβιβασθεί στο ταξί του και στη συνέχεια τον υπεύθυνο του κέντρου Φ για την εξυβριστική συμπεριφορά της σε βάρος του με τις φράσεις που αναφέρονται στη μήνυση, όταν είδε εκείνη το ποσό για το χρόνο αναμονής που αναγραφόταν στο ταξίμετρο και διαφώνησε.

Οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν ότι ενώ στη συνέχεια η εγκαλούσα ζήτησε από τον κατηγορούμενο, ενόψει της έντασης που είχε δημιουργηθεί, να την μεταφέρει μέχρι την πλατεία Αγίας Παρασκευής για να επιβιβασθεί σε άλλο ταξί για να πάει στον προορισμό της, όταν έγινε αυτό και ο κατηγορούμενος τη βοήθησε για τη μεταφορά των αποσκευών της, εκείνη δεν του κατέβαλε το κόμιστρο της διαδρομής μαζί με το ποσό του χρόνου αναμονής μέχρι την επιβίβασή της, που αυτός ζήτησε.

Τα παραπάνω περιστατικά, για τα οποία κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί και δεν αναιρούνται από αντίθετες βάσιμες αποδείξεις, όπως διαδραματίσθηκαν, ανέφερε με λεπτομέρεια ο κατηγορούμενος, όπως οι ίδιοι δήλωσαν αρχικά στον υπεύθυνο του Κέντρου των Ραδιοταξί ..... , Φ , με τον οποίο συναντήθηκε λίγο αργότερα στις 8.30 της ίδιας ημέρας, αλλά και στη σύζυγό του, όταν επέστρεψε στο σπίτι του ταραγμένος, προκειμένου να πάρει την ταυτότητά του και να πάνε μαζί στο Α.

Τ. Χολαργού για να υποβάλει τη μήνυσή του. Άλλωστε, και όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο για την τέλεση των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος δεν γνώριζε την εγκαλούσα ούτε την ιδιότητά της, τα στοιχεία της οποίας ζήτησε και έμαθε μέσω του Κέντρου των Ραδιοταξί, και δεν προέκυψε ότι είχε κάποιο λόγο να καταθέσει σε βάρος της ψευδή μήνυση και να ισχυρισθεί με αυτή γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της.

Κατά συνέπεια των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί αθώος, σύμφωνα με το διατακτικό».

3. Με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, αναφέρεται μεν ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων ήταν και οι περιεχόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των εκεί εξετασθέντων μαρτύρων, πλην όμως στη συνέχεια προβαίνει αποκλειστικά στην αξιολόγηση και εκτίμηση μόνο των καταθέσεων των μαρτύρων Ζ , συζύγου του κατηγορουμένου, που εξετάσθηκε στην κατ' έφεση δίκη, αλλά «κυρίως την κατάθεση του μάρτυρα Φ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης», αναφέροντας συγκεκριμένα περιστατικά από τις καταθέσεις τους, χωρίς να αναφέρεται καθόλου στην ανωμοτί κατάθεση της εξετασθείσης στον πρώτο βαθμό πολιτικώς ενάγουσας ούτε να εξηγεί γιατί οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων, οι οποίοι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, μεταφέρουν περιστατικά όχι από προσωπική τους αντίληψη, αλλά από διηγήσεις του κατηγορουμένου, είναι περισσότερο αξιόπιστες και στηρίζουν την δικανική του κρίση από εκείνη της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία περιέχεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης.

Η επιλεκτική δε λήψη υπόψη και αξιολόγηση των ανωτέρω δύο καταθέσεων συνάγεται και από την αντιφατική αναφορά ότι όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί «δεν αναιρούνται από αντίθετες βάσιμες αποδείξεις», χωρίς περαιτέρω να αναφέρονται στην απόφαση ποίες είναι οι «αντίθετες βάσιμες αποδείξεις» και να αιτιολογείται γιατί, ενώ οι αντίθετες αυτές αποδείξεις είναι βάσιμες, παρά ταύτα καταλήγει σε αθωωτικό αποδεικτικό πόρισμα μόνο από τις καταθέσεις των ανωτέρω επιλεκτικώς αναφερομένων μαρτύρων.

Περαιτέρω δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου τα πραγματικά περιστατικά για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης ούτε και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, ως προς τις πράξεις αυτές, αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόστασή τους.

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9844/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2006 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ