Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, upholding lower court's factual assessment of liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding damages from a car accident. The appellants argued that the technical report proving the motorcycle driver's sole fault was unreliable and based on speculation, while the appellees contended the evidence was sound. The court rejected these claims, affirming that the lower court properly evaluated all evidence and that the technical report was insufficient to overturn the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate the factual findings of the court of first instance unless there is a clear error in the assessment of evidence, and technical reports must be weighed alongside other proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1464 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1464/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) A. ή A. (Α.) L. ή L. (Λ.) του S. (Σ.), 2) S. (Σ.) συζ. A. ή A. (Α.) L. ή L. (Λ.), το γένος Κ. Μ. και 3) B. (Μ.) L. ή L. (Λ.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1350/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21.07.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1350/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών [για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού άρθρα 614 αριθ.6 και 591 ΚΠολΔ], με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 2604/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 04.02.2018 και με αρ. κατ. 12375/636/08.02.2018 αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες κι ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν με την από 04-02-2018 αγωγή τους, μετά την παραδεκτώς γενόμενη μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος,ήταν ασφαλισμένο, για την κάλυψη της έναντι τρίτων ευθύνης του, οφείλει να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 380.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό, κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, Andrea Lushο, υιού της πρώτης και του δευτέρου των αναιρεσειόντων και αδελφού της τρίτης αυτών, νομιμοτόκως τα προαναφερθέντα ποσά με το τόκο επιδικίας κατ' άρθρο 346 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 2604/2029 απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ως άνω αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 12.12.2019 και με αρ. κατ. 111999/8792/18-12-2019 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1350/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή εξ οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020).
Περαιτέρω, στα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα. Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους.
Επίσης, στο άρθρο 19 ορίζεται ότι ο οδηγός επιβάλλεται α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1), β) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, πλησίον των σχολείων, των ισόπεδων οδικών κόμβων...
και σε κάθε άλλη περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ 2 του ΚΟΚ, εκτός κατοικημένης περιοχής το ανώτατο όριο ταχύτητας για μοτοσικλέτες άνω των 125 κ.ε ορίζεται σε 90 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ τέλος σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ΚΟΚ, ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 27.02.2013 και περί ώρα 18:20 ο ηλικίας τότε 38 ετών A.
L., γιος των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός της τρίτης ενάγουσας, οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "DHL International Ελλάς ΑΕ" στην οποία εργαζόταν ως ταχυμεταφορέας, κινούνταν με ταχύτητα περί τα 85-90 χιλιόμετρα την ώρα επί της λεωφόρου Συγγρού στο ύψος της Καλλιθέας Αττικής με κατεύθυνση από Αθήνα προς παραλία (Πειραιά) κατέχοντας την δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου.
Όπισθεν της μοτοσυκλέτας, επί της αυτής λωρίδας κυκλοφορίας ακολουθούσε σε ικανή απόσταση η Ε. Ε. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό της και σε ικανή απόσταση πιο μπροστά από το τελευταίο αυτοκίνητο, επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος Γ. Β. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον ίδιο χρόνο για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ στην άκρα δεξιά πλευρά της λεωφόρου κινούνταν με μηδενική σχεδόν ταχύτητα ο αυτόπτης μάρτυρας Ε.
Γ. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί). Στο σημείο της αυτό η λεωφόρος Συγγρού είναι διπλής κατευθύνσεως, διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονά της σε δύο ρεύματα πορείας αντίθετης κατεύθυνσης με δεντροφυτευμένη νησίδα ασφαλείας, εκτείνεται σε ευθεία σε μεγάλη απόσταση με κατωφέρεια μικρής κλίσης στον τόπο του ατυχήματος, έχει πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας προς παραλία 14 μέτρων και τέσσερις (4) κύριες λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα αυτό που διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη λευκή διαχωριστική γραμμή και μία (1) λωρίδα επιβράδυνσης (την πέμπτη από αριστερά) πλάτους 2,50 μέτρων πέρα της οποίας υφίσταται υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα πλάτους 1,40 μέτρου και κατόπιν, δεξιά της τελευταίας νησίδας, υφίσταται παράδρομος συνολικού πλάτους 5,5 μέτρων που συμβάλλεται καθέτως με την οδό ...
Επικρατούσε νύκτα (ήταν σούρουπο) με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων δεν περιοριζόταν από εξωτερικά φυσικά ή τεχνητά εμπόδια καθώς προηγούνταν ευθεία μεγάλου μήκους, η κατάσταση της λεωφόρου ήταν καλή και το οδόστρωμά της ασφάλτινο και ξηρό με συνθήκες καλοκαιρίας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη, ενώ το όριο της μεγίστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων καθοριζόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος με ρυθμιστική πινακίδα σε 90 χιλιόμετρα ωριαίως που υπήρχε πριν από το σημείο του ατυχήματος.
Με τις συνθήκες αυτές όταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας A. L. έφθασε έναντι του οικοδομικού αριθμού 214 της λεωφόρου και ενώ βρισκόταν ακόμη στην δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, άρχισε να εκτρέπεται προς τα αριστερά σε σχέση με την αρχική του κατεύθυνση και, αφού διέσχισε διαγωνίως την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, προσέκρουσε επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας αφήνοντας επ' αυτής χαραγή μήκους τεσσάρων (4) μέτρων και στη συνέχεια λόγω της πρόσκρουσης στη κεντρική διαχωριστική νησίδα εκτράπηκε προς τα εμπρός και δεξιά και συρόμενη σε απόσταση 44 ακόμη μέτρων μέχρι την τελική της θέση στο οδόστρωμα αφήνοντας επ' αυτού αντίστοιχες χαραγές ακινητοποιήθηκε σε κάθετη θέση ως προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και με μέτωπο προς τη λωρίδα αυτή, όπου σταματούν και οι χαραγές, έχοντας διανύσει συνολική απόσταση 48 μέτρων από το σημείο της αρχικής πρόσκρουσης στην κεντρική διαχωριστική νησίδα, ενώ το σώμα του οδηγού της κατέληξε στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με μέτωπο προς την άσφαλτο μετά από 26 μέτρα από την εκτροπή της από την κεντρική διαχωριστική νησίδα, δοθέντος ότι σε απόσταση 18 μέτρων πριν από το τέλος των χαραγών ανευρέθηκε λίμνη αίματος (26+18=44 μέτρα).
Τότε, ο πρώτος εναγόμενος βλέποντας την πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας και την πτώση του οδηγού της στο οδόστρωμα κατευθύνθηκε προς τη δεξιά πλευρά της λεωφόρου όπου ακινητοποίησε το όχημά του και αφού κατέβηκε από αυτό, πλησίασε στο σημείο του ατυχήματος όπου παρέμεινε έως την έλευση της Τροχαίας, στην σχετική έκθεση αυτοψίας της οποίας αναγράφεται ως ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος.
Στον ίδιο χρόνο ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Γ. αντιλαμβανόμενος να φρενάρουν και να σταματούν τα αυτοκίνητα που διερχόταν από τα αριστερά του διότι, όπως ο ίδιος κατάλαβε, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είχε συμβεί τροχαίο ατύχημα και ότι κάτω στο οδόστρωμα βρισκόταν πεσμένος άνθρωπος και εντεύθεν τον κίνδυνο να τον παρασύρουν άλλα αυτοκίνητα σε περίπτωση που συνέχιζαν την ευθεία πορεία τους, διέσχισε κάθετα τη λεωφόρο και τοποθέτησε κάθετα το ταξί που οδηγούσε στις αριστερές λωρίδες κυκλοφορίας ώστε να προστατεύσει το σώμα του ανθρώπου, το οποίο βρισκόταν πεσμένο στο οδόστρωμα.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την κίνηση του τελευταίου οδηγού και συγκεκριμένα περί ώρα 18:30 η Ε. Ε. κάλεσε από το τηλέφωνό της και ενημέρωσε για το ατύχημα την Άμεση Δράση ζητώντας να επιληφθεί η Τροχαία για τροχαίο στη Λεωφόρο Συγγρού και ακολούθως κλήθηκε από την Αστυνομική Αρχή το ΕΚΑΒ, ασθενοφόρο του οποίου παρέλαβε τον τραυματισθέντα οδηγό της μοτοσυκλέτας και τον μετέφερε στο νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Εξαιτίας του τροχαίου αυτού ατυχήματος ο οδηγός της μοτοσυκλέτας A. L. τραυματίσθηκε θανάσιμα, καθώς μεταξύ άλλων υπέστη ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής την οποία διενήργησε και υπογράφει ο Ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Ν.
Κ., συντριπτικά κατάγματα των οστών του θόλου και της βάσης του κρανίου, καθολική υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου τραυματικής αιτιολογίας, καθώς και θλάσεις κατά τις διατομές και πολτοποίηση κατά τόπους του εγκεφάλου, ήτοι "βαρείες κακώσεις κεφαλής", εκ των οποίων ως μόνη ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος.
Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, προκύπτουν από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, ενώ η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί των συνθηκών αυτών και την συμπεριφορά των εμπλεκομένων διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες της λογικής και τις συνήθειες που επικρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες προκαλείται το προαναφερόμενο ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων.
Ιδιαίτερα ενισχύεται από την αξιολόγηση και εκτίμηση της συνταχθείσας στο πλαίσιο της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανακρίσεως, από 27.02.2013, έκθεση αυτοψίας την οποία συνέταξαν τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Τροχαίας Καλλιθέας Αττικής, τα επιληφθέντα όργανα της οποίας μετέβησαν στο σημείο του ατυχήματος περί ώρα 18:36 της αυτής ημέρας, ήτοι δεκαέξι (16) λεπτά της ώρας μετά το ατύχημα, στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι επικρατούσες στο σημείο οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς και οι υλικές ζημίες της μοτοσυκλέτας στην αριστερή και δεξιά πλευρά της, σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες φωτογραφίες της και τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, αλλά και το συνοδεύον την έκθεση αυτή, με την ίδια χρονολογία, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, η πιθανή αρχική πορεία της μοτοσυκλέτας και η τελική θέση που αυτή είχε καταλάβει στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας μετά το ατύχημα, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
δημοσίας χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί) σε κάθετη θέση στις αριστερές λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου, καθώς και τα λοιπά ευρήματα και συγκεκριμένα: α) χαραγή συνολικού μήκους σαράντα οκτώ (48) μέτρων προερχόμενη από τη μοτοσυκλέτα, εκ των οποίων τα τέσσερα (4) μέτρα βρέθηκαν επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας και τα υπόλοιπα εκτείνονται λοξώς δεξιά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας έως την τελική θέση της μοτοσυκλέτας στο οδόστρωμα της αυτής λωρίδας κυκλοφορίας, β) η τελική θέση του σώματος του οδηγού της μοτοσυκλέτας εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σε απόσταση 18 μέτρων πριν από το τέλος των χαραγών και πιο μπροστά από τη μοτοσυκλέτα, γ) σκουφάκι χρώματος μαύρου στο οδόστρωμα πλησίον της κεντρικής νησίδας μετά τις πρώτες χαραγές που έφερε το λογότυπο "DHL" και δ) λίμνη αίματος περί το μέσον της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, τα οποία συναξιολογούνται και συνεκτιμώνται σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και της μοτοσυκλέτας στην κατάσταση που αυτή βρέθηκε μετά το ατύχημα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και σε συνάρτηση με την υπ' αριθμόν ....2013 "πραγματογνωμοσύνη-ανάλυση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος" του Ι.
Δ., υποστρατήγου της ΕΛΛΑΣ ε.α., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας από το Τμήμα Τροχαίας Καλλιθέας Αττικής, ενώ, όπως καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, δεν εντοπίσθηκαν στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπεδήσεως της μοτοσυκλέτας ή ίχνη τροχοπεδήσεως και πλάγιας ολίσθησης κάποιου άλλου οχήματος, νερά ή λάδια και θραύσματα υάλων και πλαστικών εξαρτημάτων οποιουδήποτε οχήματος ή χρώμα άλλου οχήματος επί της μοτοσυκλέτας.
Όπως δε προκύπτει από το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2013 έγγραφο για "παροχή στοιχείων" με τις συνημμένες σε αυτό "καρτέλες κλήσης βοηθού" του Θαλάμου Επιχειρήσεων Παρακολούθησης και Ελέγχου Κυκλοφορίας της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής προς το Τμήμα Τροχαίας Καλλιθέας Αττικής στο σημείο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα δεν υπάρχει σύστημα καταγραφής κάμερας διαχειρίσεως της κυκλοφορίας της Τροχαίας Αττικής που τυχόν θα περιείχε δεδομένα βιντεοσκόπησης (οπτικές καταγραφές) με τις χωροχρονικές συνθήκες του ατυχήματος.
Από τα ευρήματα αυτά, τα οποία απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και αναγράφονται στην έκθεση αυτοψίας, προκύπτει και η ιδιαιτέρως αυξημένη ταχύτητα της μοτοσυκλέτας κατά την στιγμή της εκτροπής της προς τα αριστερά με κατεύθυνση προς την κεντρική διαχωριστική νησίδα, της προσκρούσεως και της σύρσεώς της επ' αυτής επί τέσσερα (4) μέτρα, της εκτροπής της προς τα εμπρός και δεξιά και της σύρσεώς της στο οδόστρωμα για ακόμη 44 μέτρα και για 48 μέτρα συνολικά από την πρόσκρουση στην κεντρική διαχωριστική νησίδα, που είχαν ως αποτέλεσμα την εκτίναξη του οδηγού της στο ασφάλτινο οδόστρωμα και τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Η πιο πάνω, συντασσόμενη κατά τα άρθρα 148 επ. και 180 του ΚΠΔ από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή, έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον την έκθεση αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος ως δημόσια έγγραφα συνταχθέντα αμέσως μετά το ατύχημα από τον αρμόδιο να ενεργεί προανάκριση δημόσιο/αστυνομικό υπάλληλο, έχουν, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 455 του ΚΠολΔ, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, για όσα στοιχεία και περιστατικά βεβαιώνει κατά το άρθρο 440 του ΚΠολΔ ο δημόσιος υπάλληλος που τα συνέταξε ότι έγιναν πριν, κατά και μετά το ατύχημα (την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους), ώστε να μην μπορούν να αμφισβητηθούν, παρά μόνο με την προσβολή αυτών των δημοσίων εγγράφων ως πλαστών, κάτι, όμως, που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Τα παραπάνω όχι μόνο δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντιθέτως, επιβεβαιώνονται: α) από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την Τροχαία πραγματογνώμονος Ι. Δ., στην οποία, όπως ο ίδιος διαπίστωσε από επιτόπια παρατήρηση, ανάλυση, αξιολόγηση και ερμηνεία των φωτογραφιών της μοτοσυκλέτας, αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι τα συστήματα διεύθυνσης και τροχοπέδησης και φωτισμού της μοτοσυκλέτας λειτουργούσαν κανονικά πριν από το ατύχημα, ότι τα ελαστικά της ήταν σε καλή κατάσταση χωρίς να έχουν υποστεί ρήξη πριν από το ατύχημα, ότι οι υλικές ζημίες που είχε υποστεί εκ του ατυχήματος στην δεξιά και στην αριστερή πλευρά της προέρχονταν από την πρόσκρουσή της στη διαχωριστική νησίδα και το σύρσιμό της στο οδόστρωμα και ότι δεν διαπιστώθηκαν ζημίες επί της μοτοσυκλέτας που να προέρχονται από σύγκρουση σε άλλο όχημα με την ταχύτητά της να υπολογίζεται με βάση το είδος και το μέγεθος των υλικών ζημιών της και τη μέθοδο EES (:Equinalent Energy Speed=ταχύτητα ισοδύναμη με ενέργεια) σε 85 χιλιόμετρα την ώρα (+_5χ/ω), αλλά και β) από τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Ε.
Γ. και Ε. Ε., οι οποίοι ενόρκως καταθέτουν αμφότεροι, κατηγορηματικά και με σαφήνεια, ότι δεν είδαν πως ακριβώς έγινε το ένδικο ατύχημα. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο θανών, ο οποίος δεν προείδε το παράνομο αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς του διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, κατ' αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες της επιμελούς οδήγησης, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε μέσος συνετός οδηγός μοτοσυκλέτας ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του ΑΚ). Ειδικότερα, διότι, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 2, 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του ν. 2696/1999 περί "Κυρώσεως του ΚΟΚ", η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα, αν και ήταν υποχρεωμένος να οδηγεί με σύνεση έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα και ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως τους πιθανούς κινδύνους της οδού, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές, αλλά, αντιθέτως, από ανεπιτηδειότητα, έλλειψη συνέσεως και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα οδηγούσε την πιο πάνω μοτοσυκλέτα με την παραπάνω αυξημένη ταχύτητα, που άγγιζε οπωσδήποτε το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα και ήταν πάντως ανώτερη από εκείνη που επέβαλαν οι προαναφερθείσες περιστάσεις αφού ήταν ήδη σούρουπο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και ο ίδιος εργαζόταν από τις 09:00 με το ωράριό του να λήγει στις 18:00 και το ατύχημα να λαμβάνει χώρα στις 18:20, με αποτέλεσμα να απωλέσει πλήρως τον έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε να εκτραπεί διαγωνίως προς τα αριστερά της πορείας του και διασχίζοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας να προσκρούσει βίαια επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας και στη συνέχεια να εκτραπεί προς τα εμπρός και δεξιά και να καταπέσει στο ασφάλτινο οδόστρωμα, παρότι αυτό ήταν ξηρό με συνθήκες καλοκαιρίας, οι συνθήκες κυκλοφορίας, που ήταν ομαλές γενικώς, και η κατάσταση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε δεν ευνοούσαν παντάπασι την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος.
Στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε και αμελής συμπεριφορά τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα του πρώτου εναγομένου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψαν ασφαλή στοιχεία, ικανά να θεμελιώνουν οποιαδήποτε εμπλοκή του ιδίου ως οδηγού και του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο ένδικο ατύχημα.
Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων, κατά τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος κινούμενος με ταχύτητα ανώτερη από το επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων με κατεύθυνση προς Νέα Σμύρνη, ενήργησε αιφνιδίως απότομο ελιγμό προς τα δεξιά έχοντας πρόθεση να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και δίχως να υπολογίσει την απόσταση από τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών που κινούνταν μπροστά και δεξιά του συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσυκλέτας και ότι εκ του γεγονότος τούτου η μοτοσυκλέτα εξωθήθηκε σε αριστερή παρέκκλιση και πρόσκρουση με το έρεισμα και τις προστατευτικές μπάρες της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας της λεωφόρου με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του, αφού, δεν αποδείχθηκε από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν ότι η πορεία της μοτοσυκλέτας εμποδίστηκε από τον απότομο, ανέλεγκτο και αιφνίδιο ελιγμό άλλου οχήματος και δη του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε επαφή του εν λόγω αυτοκινήτου με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών, η οποία εκτράπηκε της πορείας της προς τα αριστερά από αποκλειστικά δική του απροσεξία και αμελή οδήγηση με την παραπάνω ιδιαιτέρως αυξημένη ταχύτητα χωρίς την συνδρομή οποιουδήποτε εξωγενούς αιτίου.
Οι βλάβες, εξάλλου, τις οποίες υπέστη η μοτοσυκλέτα, όπως αυτές απεικονίζονται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες της και όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας, εντοπίζονται αποκλειστικά στη δεξιά και στην αριστερή πλευρά της. Οι βλάβες αυτές δεν είναι μεγάλης έκτασης και είναι εμφανές, όπως άλλωστε βεβαιώνει και ο διορισθείς πραγματογνώμονας της Τροχαίας Ι.
Δ., ότι προήλθαν από την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας αρχικά με την αριστερή πλευρά της πάνω στη κεντρική διαχωριστική νησίδα και στη συνέχεια με την δεξιά πλευρά της στο οδόστρωμα, οπότε είναι συμβατές μεν με την προαναφερθείσα εκτροπή της προς τα αριστερά από την αρχική της κατεύθυνση, το σύρσιμό της επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας και ακολούθως επί του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, ασύμβατες όμως με την εκτιθέμενη στην αγωγή πρόσκρουση αυτοκινήτου κινούμενου με ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων την ώρα στο οπίσθιο τμήμα της, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Διότι, αν τούτο ήταν αληθές και η μοτοσυκλέτα "εξωθήθηκε σε αριστερή παρέκκλιση" και εκτράπηκε της πορείας της από μια τέτοια σφοδρή πρόσκρουση αυτοκινήτου στο οπίσθιο τμήμα της με ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων την ώρα, θα υπήρχαν σημαντικές στρεβλώσεις και σοβαρές υλικές ζημίες στο οπίσθιο μέρος της που θα είχαν ως συνέπεια την ολική καταστροφή της, πέρα του ότι δεν εντοπίσθηκαν στο σημείο του ατυχήματος ίχνη τροχοπεδήσεως, διάσπαρτα θραύσματα, νερά και λάδια στο οδόστρωμα, ούτε χρώμα άλλου οχήματος επί της μοτοσυκλέτας, ή θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων από οποιοδήποτε όχημα, όπως θα συνέβαινε αν είχαν έρθει σε επαφή το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών και υπήρχε πρόσκρουση επ' αυτής και μάλιστα σφοδρή του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, οπότε ο τελευταίος θα είχε τροχοπεδήσει.
Ίχνη, όμως, τροχοπεδήσεως από οποιοδήποτε όχημα δεν αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα ούτε αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας η διαπίστωση ευθύνης οδηγού άλλου οχήματος, αφού σε περίπτωση που το ατύχημα οφειλόταν και σε άλλο όχημα, τούτο αφενός θα είχε αναγραφεί στην έκθεση αυτοψίας από το αρμόδιο όργανο της Τροχαίας, και αφετέρου θα υπήρχε σχετική απεικόνιση στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και τρίτον θα είχε επισημανθεί στην έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος Ι.
Δ., στην οποία, αντιθέτως, καταγράφεται, όπως ο ίδιος διαπίστωσε, ότι "δεν διαπιστώθηκαν ζημίες που να προέρχονται από σύγκρουση με άλλο όχημα" και από τις παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτει ότι δεν υπήρξε επαφή της μοτοσυκλέτας με άλλο όχημα. Ούτε αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη στρέβλωση της οπίσθιας πινακίδας της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο θανών, παραχωρηθείσα σε αυτόν από την εργοδότιδα εταιρεία ταχυμεταφοράς για διανομή και ευρισκόμενη επί καθημερινής βάσεως και επί πολλές ώρες ημερησίως σε κυκλοφορία και εντεύθεν σε συναφείς κινδύνους για πρόκληση σύνηθων φθορών, προήλθε από πρόσκρουση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου επ' αυτής, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Επομένως, δεν αποδεικνύεται και εξ αυτού του λόγου οποιαδήποτε συμμετοχή ή εμπλοκή του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στο ένδικο ατύχημα, καθ' ην στιγμή μάλιστα που από τις φωτογραφίες της μοτοσυκλέτας δεν προκύπτει, αναμφίβολα, ότι η στρέβλωση αυτή ήταν πρόσφατης προέλευσης ώστε να διαπιστωθεί με ασφάλεια η κρίση ότι προέκυψε από κρούση άλλου οχήματος επ' αυτής.
Ο ισχυρισμός, επομένως, των εναγόντων περί εμπλοκής του πρώτου εναγομένου ως οδηγού του αυτοκινήτου που ήρθε σε επαφή με τη μοτοσυκλέτα και προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, που συνιστά και την ιστορική βάση της αγωγής τους, δεν δημιουργεί στο Δικαστήριο, την απαιτούμενη για την αποδοχή του, δικανική πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητάς του.
Τούτο, πέρα από τα παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες στις από 05.09.2013 ένορκες εξετάσεις τους μετά το ατύχημα, αλλά και με τις βάση αυτές εγκλήσεις τους κατά παντός υπευθύνου για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, δεν κατήγγειλαν κανέναν συγκεκριμένα για κάποια αμελή συμπεριφορά σε σχέση με το ένδικο ατύχημα, αλλά, αντιθέτως, στράφηκαν αρχικά -ασκώντας συναφή αγωγή- κατά της εργοδότιδας εταιρείας του θανόντος με την επωνυμία "DHL", που είναι η ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας, αποδίδοντας τότε γενικά και αόριστα το ένδικο ατύχημα σε αιφνίδια βλάβη του συστήματος οδήγησης της μοτοσυκλέτας, όπως τούτο αναφέρεται στην υπ' αριθμόν 53/2016 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, και δεν απέδωσαν τότε, όταν δηλαδή οι συνθήκες του ατυχήματος ήταν λίαν πρόσφατες, καμία ευθύνη για το ατύχημα στον πρώτο εναγόμενο.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Κ. Ψ. στα πρακτικά της εκκαλουμένης ούτε και από την συνταχθείσα με επιμέλεια του ιδίου και του Ν. Κ. "ανάλυση τροχαίου ατυχήματος" ως πραγματογνωμόνων της εταιρείας με την επωνυμία "autoexperience", οι οποίοι στο συμπέρασμα της εκθέσεώς τους αναφέρουν ήκιστα πειστικά και όψιμα, προς θεμελίωση των ισχυρισμών των εναγόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος, ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών "εξετράπη της πορείας της και ανετράπη μετά από επαφή-σύγκρουση με έτερο όχημα διότι:
όπως αναλύσαμε στις σελίδες 24 έως 26, η εκτροπή της μοτοσυκλέτας προς τα αριστερά της πορείας της, δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς επαφή με άλλο όχημα στο πίσω τμήμα της" και ότι "αυτό επιβεβαιώνεται από το μηχανισμό της σύγκρουσης, από την αποτύπωση ιχνών στην πινακίδα κυκλοφορίας και τη στρέβλωσή της με φορά από αριστερά προς τα δεξιά (σελ.9)", αφού το συμπέρασμα αυτό:
α) δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από την έκθεση αυτοψίας, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, από την πιο πάνω έκθεση του διορισθέντος από την Τροχαία πραγματογνώμονος Ι. Δ. και από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων και συνεπώς είναι αστήρικτο, β) είναι υποθετικό στηριζόμενο μόνο σε εκτιμήσεις και όχι επί πραγματικών γεγονότων κατά τον χρόνο του ατυχήματος και, επιπλέον, γ) κρίνεται και επισφαλές δοθέντος ότι εξήχθη μετά την παρέλευση τριών και πλέον ετών από τον χρόνο του ατυχήματος, μετά από απλή, κατά το χρόνο αυτό, επιτόπια θεώρηση του τόπου όπου αυτό συνέβη και με εκτίμηση των φωτογραφιών που έλαβαν οι πραγματογνώμονες κατά τις αυτοψίες που διενήργησαν και των φωτογραφιών και των λοιπών εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το υλικό κάμερας διαχείρισης της κυκλοφορίας (CA036) της Τροχαίας που περιέχει δεδομένα βιντεοσκόπησης που βρίσκεται όμως τοποθετημένη σε απόσταση 85 μέτρων από την τελευταία εμφάνιση στο οδόστρωμα της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο θανών, ενώ η εκτροπή της προς τα αριστερά, η πρόσκρουσή της στην κεντρική διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και η ακόλουθη πορεία της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας συνέβη μετά από 335 μέτρα από τη στιγμή που η μοτοσυκλέτα χάνεται από την κάμερα και τα διερχόμενα οχήματα δεν διακρίνονται πλέον από αυτήν (σελ. 16, 21 και 22 της εκθέσεως).
Συνεπώς η χρονική στιγμή της εκτροπής της μοτοσυκλέτας, της πρόσκρουσής της στην διαχωριστική νησίδα και της σύρσεώς της στο οδόστρωμα δεν έχει καταγραφεί από την παραπάνω κάμερα της Τροχαίας, όπως εξάλλου κατέθεσε και ο ίδιος μάρτυρας αποδείξεως Κ. Ψ. αναφέροντας σχετικά ότι "η στιγμή του συμβάντος δεν φαίνεται, γιατί εξαφανίζονται απ' την κάμερα, περνάνε, και μετά γίνεται το ατύχημα πιο κάτω, προς την παραλιακή".
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση, η εμπλοκή του πρώτου εναγομένου στο ένδικο ατύχημα, ως οδηγού του οχήματος που φέρεται να προσέκρουσε επί της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο θανών, προέκυψε από τις φωτογραφίες (εικόνες) που εξήχθησαν από τα δεδομένα βιντεοσκόπησης από την πιο πάνω κάμερα διαχείρισης της κυκλοφορίας της Τροχαίας, όπως αυτές επισυνάπτονται την προαναφερθείσα "ανάλυση τροχαίου ατυχήματος".
Στις φωτογραφίες αυτές απεικονίζεται η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών να κινείται επί της λεωφόρου Συγγρού πριν από το σημείο που συνέβη το ατύχημα κινούμενη ανάμεσα σε δύο άλλα οχήματα στο διαχωριστικό όριο της αριστερής και της διπλανής από αυτήν λωρίδας κυκλοφορίας, από τα οποία οι πιο πάνω πραγματογνώμονες θεωρούν ότι εκείνο του πρώτου εναγομένου που κινούνταν επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας, χωρίς όμως να προκύπτει από τα δεδομένα βιντεοσκόπησης η μετέπειτα πορεία των εν λόγω αυτοκινήτων αφού στις εικόνες αυτές στο συγκεκριμένο σημείο δεν ξαναεμφανίζονται τα τρία πιο πάνω οχήματα, ήτοι τα δύο αυτοκίνητα και η μοτοσυκλέτα, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί συμπερασματικά με βεβαιότητα και ασφάλεια αν κάποιο από τα αυτοκίνητα αυτά και ειδικότερα αν το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου ήλθε σε επαφή με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών.
Το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας που έγινε στον θανόντα αναφέρεται ως αιτία του θανάτου του "βαρείες κακώσεις κεφαλής" και ότι η καρδία του βρέθηκε "άνευ κακώσεων ή παθολογοανατομικών αλλοιώσεων" δεν προσκρούει στα όσα αναφέρει στην από 27.02.2013 προανακριτική του κατάθεση ο πρώτος εναγόμενος δοθέντος ότι ο τελευταίος δεν υποστηρίζει μετά βεβαιότητας ότι ο θανών απώλεσε τις αισθήσεις του, αλλά, όπως καταγράφεται μεταξύ άλλων στην πιο πάνω κατάθεσή του, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κατά την είσοδό του στην "τέρμα αριστερή λωρίδα φαινόταν "σαν να είχε σβήσει", δηλαδή σαν να είχε χάσει τις αισθήσεις του".
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, η απώλεια των αισθήσεων, που δεν είναι μονοσήμαντης αιτιολογίας, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη την ύπαρξη προβλήματος καρδιακής φύσεως και του κυκλοφορικού συστήματος εν γένει, αφού αυτή θα μπορούσε να οφείλεται, αληθής υποτιθέμενη, και σε άλλες αιτιολογίες και παράγοντες, πχ. κόπωση, όπως αναφέρεται και στην υπ' αριθμόν 53/2016 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών όπου σημειώνεται ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας εργαζόταν από ώρα 09:00 εκείνης της ημέρας, το ωράριό του είχε λήξει στις 18:00 και το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 18:20 και ότι ο ίδιος δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές δοθέντος ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας η υπ' αριθμόν ...
ελληνική άδεια οδηγήσεως που κατείχε είναι πλαστή. Σημειώνεται, ότι με την πιο πάνω διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμόν 53/2016 προσφυγή την οποία είχαν ασκήσει οι δύο πρώτοι ενάγοντες κατά της υπ' αριθμόν ΕΓ 80-15/84/83Δ/2015 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία είχαν απορριφθεί -κατά το άρθρο 47 του ΚΠΔ- ως νομικά αβάσιμες οι εγκλήσεις των δύο πρώτων εναγόντων κατά παντός υπευθύνου που περιέχονταν στις 05.09.2013 ένορκες καταθέσεις τους, ενώ με την υπ' αριθμόν 188/2017 Διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμόν 109/2017 προσφυγή του πρώτου ενάγοντος κατά της υπ' αριθμόν ΕΓ102-17/133/5Δ/2017 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί -κατά το άρθρο 47 του ΚΠΔ- η από 01.02.2017 έγκληση του πρώτου ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια εις βάρος του γιου του A.
L., στην οποία μάλιστα καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι "ο εξετασθείς μάρτυρας Ε. Γ., ο οδηγός του ταξί που σταμάτησε και αυτός όπως και ο Β. (:εδώ πρώτος εναγόμενος) στον τόπο του ατυχήματος, αναφέρει ότι το όχημα του Β., μάρκας MERCEDES SMART, ήταν χρώματος μπλε και όχι ανοιχτόχρωμο όπως τα οχήματα που ακολουθούσαν τη μοτοσυκλέτα και απεικονίζονται στις εικόνες από την κάμερα της Τροχαίας και πράγματι σε αυτές εμφανίζεται ένα αυτοκίνητο μπλε, μάλλον SMART, να είναι σταθμευμένο στα δεξιά του ρεύματος προς Φάληρο λίγο μετά το σημείο του ατυχήματος, γεγονός που ενισχύει την κρίση περί μη εμπλοκής του μηνυομένου (εδώ πρώτου εναγομένου) στο συγκεκριμένο ατύχημα".
Εφόσον, επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων, δεν δικαιούνται οι τελευταίοι να αξιώνουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από αυτόν (πρώτο εναγόμενο) και εντεύθεν και από την δεύτερη εναγομένη που ασφάλιζε το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και έπρεπε η υπό κρίσιν αγωγή τους να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και με συνοπτικότερη έστω και διαφορετική εν μέρει αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται και αντικαθίσταται εν μέρει με την προαναφερθείσα έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του ήταν μόνο ο συγγενής των εναγόντων χωρίς να αποδεικνύεται εμπλοκή του πρώτου εναγομένου στο ατύχημα αυτό και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή των τελευταίων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως, όλοι οι λόγοι της εφέσεως, συναφείς με την υπαιτιότητα και την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εν γένει, με τους οποίους αποδίδονται στην εκκαλουμένη οι πλημμέλειες αυτές, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, κρίνοντας ότι ορθώς με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ'ουσία αβάσιμη η αγωγή τους, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, οικείος των αναιρεσειόντων.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 εδ β και 914 ΑΚ, και των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ 1 και 2, 20 παρ. 2 και 21 παρ.1 του Ν. 2696/1999 [ΚΟΚ], τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του οδηγού Γ.
Β., στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Πλέον συγκεκριμένα, για τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή, ότι στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε και αμελής συμπεριφορά του.
Ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κινούμενος με ταχύτητα ανώτερη από το επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, με κατεύθυνση την Νέα Σμύρνη, ενήργησε αιφνιδίως ελιγμό προς τα δεξιά έχοντας πρόθεση να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορία και ότι δίχως να υπολογίσει την απόσταση από τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανών που κινούνταν μπροστά και δεξιά του, συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών και ότι εκ του γεγονότος τούτου η μοτοσικλέτα εξωθήθηκε σε αριστερή παρέκκλιση και πρόσκρουση με το έρεισμα και τις προστατευτικές μπάρες της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας της λεωφόρου με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η πορεία της μοτοσικλέτας εμποδίστηκε από τον απότομο, ανέλεγκτο και αιφνίδιο ελιγμό άλλου οχήματος και δη του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε επαφή του εν λόγω αυτοκινήτου με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανών, η οποία εκτράπηκε της πορείας του προς τα αριστερά από αποκλειστικά δική του απροσεξία και αμελή οδήγηση με ιδιαιτέρως αυξημένη ταχύτητα χωρίς την συνδρομή οποιουδήποτε εξωγενούς αιτίου.
Επιπλέον δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, βλέποντας την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας και την πτώση του οδηγού της στο οδόστρωμα, κατευθύνθηκε προς τη δεξιά πλευρά της λεωφόρου, όπου ακινητοποίησε το όχημα του και αφού κατέβηκε από αυτό, πλησίασε στο σημείο του ατυχήματος όπου παρέμεινε έως την έλευση της Τροχαίας.
Ενώ πλέον ειδικότερα, όσον αφορά την αμελή συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και της προκλήσεως του ατυχήματος, διέλαβε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο θανάσιμα τραυματισθείς στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με την παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ.1 και 2, 20 παρ.2 και 21 παρ.1 του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός και συγκεκριμένα διότι από ανεπιτηδειότητα, έλλειψη συνέσεως και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα, οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του με αυξημένη ταχύτητα που άγγιζε οπωσδήποτε το ανώτερο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα και ήταν ανώτερη από εκείνη που επέβαλαν οι περιστάσεις, αφού ήταν σούρουπο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και ο ίδιος εργαζόταν από τις 09.00 με το ωράριο του να λήγει στις 18.00 και το ατύχημα έλαβε χώρα στις 18.20, με αποτέλεσμα να απωλέσει πλήρως τον έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, να εκτραπεί διαγωνίως προς τα αριστερά της πορείας του και διασχίζοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας να προσκρούσει βίαια επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας, αφήνοντας επ' αυτής χαραγή μήκους τεσσάρων μέτρων και στη συνέχεια, λόγω της πρόσκρουσης αυτής, να εκτραπεί προς τα εμπρός και δεξιά και να καταπέσει στο ασφάλτινο οδόστρωμα συρόμενη η μηχανή σε απόσταση 44 ακόμη μέτρων, μέχρι την τελική της θέση στο οδόστρωμα, αφήνοντας επ' αυτού αντίστοιχες χαραγιές, ενώ το σώμα του οδηγού κατέληξε στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με μέτωπο προς την άσφαλτο μετά από 26 μέτρα από την εκτροπή της από την κεντρική διαχωριστική νησίδα, με αποτέλεσμα το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του.
Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε, ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ως άνω παραβάσεων και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της μοτοσικλέτας οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα στην αιτιολογία της, διότι:
ενώ δέχεται ότι ο θανών κινούνταν με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα : α) γίνεται αντιφατική αναφορά στην ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η οποία αρχικά προσδιορίζεται σε 85 - 90 χιλιόμετρα την ώρα, εν συνεχεία προσδιορίζεται ότι άγγιζε το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, β) γίνεται αντιφατική αναφορά στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά το ατύχημα, καθώς αρχικά αναφέρεται, ότι ήταν νύχτα (σούρουπο), με επαρκή τεχνητό φωτισμό, με την ορατότητα των οδηγών των οχημάτων να μην περιορίζεται από εξωτερικά φυσικά ή τεχνητά εμπόδια καθώς προηγούνταν ευθεία μεγάλου μήκους, με την κατάσταση της λεωφόρου να είναι καλή και το οδόστρωμά της ασφάλτινο και ξηρό με συνθήκες καλοκαιρίας και με αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων ενώ στην συνέχεια αναφέρεται μόνο ότι ήταν ήδη σούρουπο με αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων.
Και ότι με το συνδυασμό των δύο ως άνω στοιχείων (ταχύτητα και συνθήκες) τα οποία ωστόσο αναφέρονται αντιφατικά, το Εφετείο δέχεται ότι ο θανών οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα. Και ότι εάν ο θανών οδηγούσε με 85 χλμ/ω, ήτοι με 5 χλμ/ω μικρότερη ταχύτητα από το όριο ταχύτητα και εάν πράγματι οι συνθήκες της οδού ήταν ομαλές (επαρκής τεχνικός φωτισμός, ευθεία, ορατότητα, ξηρό και σε καλή κατάσταση οδόστρωμα, αυξημένη κυκλοφορία με συνήθη για τις συνθήκες της οδού τρόπο) τότε δεν αιτιολογείται με κανένα τρόπο η κρίση ότι ο θανών κινούνταν με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα.
γ) Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι ο θανών κινούνταν στην δεύτερη από αριστερά λωρίδα, ωστόσο δέχεται ότι στο βιντεοσκοπημένο υλικό η μοτοσικλέτα εμφανίζεται να κινείται ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη από αριστερά λωρίδα εν τέλει όμως δέχεται ότι η μοτοσικλέτα εξετράπη από την δεύτερη από αριστερά λωρίδα και εξετράπη διασχίζοντας εν μέρει την δεύτερη από αριστερά λωρίδα και ολόκληρη την αριστερή λωρίδα.
Ότι ο αντιφατικός τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η θέση της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος καθιστά αναιτιολόγητη της κρίση της προσβαλλομένης για την εκτροπή της μοτοσικλέτας και για την πορεία που ακολούθησε, όταν πια ανατράπηκε. Ότι επίσης η προσβαλλομένη τοποθετεί επίσης σε εσφαλμένη θέση τα οχήματα της Ε.
Ε. του Θ. και του Ε. Γ. του Β. δ)Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, ότι ο θανών με τη μοτοσικλέτα εξετράπη από την δεύτερη από αριστερά λωρίδα και διέσχισε εκτρεπόμενος εν μέρει την δεύτερη από αριστερά λωρίδα και ολόκληρη την αριστερή λωρίδα, επειδή οδηγούσε σαν να έχει λιποθυμήσει. Ότι η αιτιολογία είναι αντιφατική καθώς, όταν κάποιος οδηγεί "σαν να έχει χάσει τις αισθήσεις του" ανατρέπεται αμέσως και είναι αδύνατο να εκτρέπεται προς τα αριστερά διασχίζοντας 1,5 λωρίδες μίας λεωφόρου.
Ότι κατά συνέπεια η αιτιολογία είναι αντιφατική, καθώς είναι εν τέλει αδύνατο ο θανών να εξετράπη επειδή οδηγούσε "σαν να έχασε τις αισθήσεις του". Ότι ο αντιφατικός τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η θέση της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος καθιστά αναιτιολόγητη της κρίση της προσβαλλομένης για την εκτροπή της μοτοσικλέτας και για την πορεία που ακολούθησε όταν πια ανατράπηκε ε) Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, ότι ο θανών "αν και ήταν υποχρεωμένος να οδηγεί με σύνεση έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα και ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τους πιθανούς κινδύνους της οδού, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές...", ωστόσο δεν προσδιορίζει κανένα κίνδυνο της οδού για τον οποίο ο θανών έπρεπε να είναι σε θέση να τον αντιληφθεί εγκαίρως.
Ότι αντίθετα δέχεται, ότι θανών εξετράπη, επειδή οδηγούσε "σαν να έχασε τις αισθήσεις του", ενδεχομένως λόγω κόπωσης που ενδεχομένως οφείλεται στο ότι είχε αμέσως πριν εργασθεί για 9 ώρες, καίτοι ούτε η εννιάωρη εργασία αποδείχθηκε, ούτε η κόπωση. Ότι ωστόσο η εννιάωρη εργασία και η εξ' αυτής κόπωση που προκαλεί σε νεαρό απολύτως υγιή άνθρωπο, δεν μπορεί να επαρκεί ως αιτιολογία για μη τεταμένη προσοχή και για έλλειψη συνέσεως.
ε) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι η πινακίδα της μοτοσικλέτας φαίνεται πράγματι στρεβλωμένη στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Δ. αλλά ότι η στρέβλωση αυτή, αφενός εξετάστηκε από τον πραγματογνώμονα Δ. και κρίθηκε ότι δεν συνδέεται με το ένδικο συμβάν και ότι προϋπήρχε.
Ότι ωστόσο ο Δ. ουδέποτε αναφέρθηκε και ουδέποτε σχολίασε την στρέβλωση της πίσω πινακίδας, παρά μόνο ανέφερε και σχολίασε τις προκληθείσες κατά το συμβάν βλάβες στην δεξιά και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας. Ότι η προσβαλλομένη βασίζει την κρίση της, ότι οι στρεβλώσεις στην πινακίδα της μοτοσυκλέτας προϋπήρχαν αναφερόμενη μόνο στο γεγονός, ότι ο Δ.
αναφέρει στην έκθεσή του ότι "δεν διαπιστώθηκαν ζημιές που να προέρχονται από σύγκρουση με άλλο όχημα". Ότι ωστόσο η αιτιολογία είναι απολύτως αντιφατική, αφού ο Δ. δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πινακίδα της μοτοσικλέτας και δεν διαπίστωσε ζημιές από άλλο όχημα όσο αφορά τις βλάβες στην δεξιά και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας και όχι όσο αφορά τις στρεβλώσεις της πινακίδας.
στ) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι η πινακίδα της μοτοσικλέτας παρουσίαζε στρέβλωση που προϋπήρχε του ένδικου συμβάντος, αιτιολογώντας την κρίση της με την σκέψη, ότι μία επαγγελματική μοτοσικλέτα είναι σύνηθες να παρουσιάζει στρέβλωση στην πινακίδα, καθώς θα έχει εμπλακεί σε συμβάντα με επαφές με άλλα αυτοκίνητα, ωστόσο η αιτιολογία αυτή αντιφάσκει με το γεγονός ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανών δεν έχει εμπλακεί σε άλλα τροχαία ατυχήματα, που να περιλαμβάνουν νωτομετωπική σύγκρουση ζ) Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι δεν έλαβε χώρα σύγκρουση μεταξύ οχημάτων καθώς δεν βρέθηκαν θραύσματα και πλαστικά επί της οδού.
Ότι ωστόσο η πραγματογνωμοσύνη Ψ. - Κ. αναφέρεται σε επαφή και όχι σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, επαφή που δεν θα μπορούσε να προκαλέσει Θραύσματα και πλαστικά. Ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι αντιφατική καθώς αποκλείει την περίπτωση "επαφής" καταρρίπτοντας όμως την περίπτωση "σύγκρουσης".
Ότι τέλος τα δύο οχήματα ήρθαν σε επαφή και όχι σύγκρουση, καθώς κινούνταν με παρόμοια ταχύτητα και κατά συνέπεια στις περιπτώσεις οχημάτων που κινούνται με παρόμοια ταχύτητα και έρχονται σε επαφή νωτομετωπικά, δεν μπορούν να προκύψουν θραύσματα και πλαστικά. Ότι η παράλειψη αναφοράς ή η αντιφατική αιτιολογία περί της ταχύτητας της μοτοσικλέτας του θανόντος, περί της ακριβούς θέσεως της μοτοσικλέτας του θανόντος, περί του κινδύνου επί του οποίου δεν αντέδρασε ως μέσος οδηγός, περί της αιτίας της εκτροπής που να συνάδει με το είδος και την έκταση της εκτροπής της μοτοσικλέτας, περί της δήθεν προϋπάρχουσας στρέβλωσης της πινακίδας της μοτοσικλέτας και περί τη μη σύγκρουσης (και όχι περί της μη επαφής), καθιστά αδύνατη περαιτέρω τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος για τις συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος, καθ' όσον δεν αιτιολογείται πώς είναι δυνατόν ο θανών, κινούμενος με νόμιμη ταχύτητα υπό ομαλές συνθήκες να εξετράπη προς τα αριστερά για μεγάλη απόσταση, ενώ κατά τα άλλα οδηγούσε "σαν να είχε χάσει τις αισθήσεις του" και να μην ήρθε σε νωτομετωπική επαφή με άλλο όχημα, καίτοι η πινακίδα της μοτοσικλέτας παρουσίαζε συναπτή με επαφή στρέβλωση, καίτοι επίσης η εκτροπή της μοτοσικλέτας έλαβε χώρα με τρόπο που μπορεί να αιτιολογηθεί μόνο λόγω επαφής με άλλο όχημα .
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως ευθείας και εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό [ ΑΠ 624/24 ΑΠ 1227/23].
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297,298,330, εδαφ.β, και 914 ΑΚ και των διατάξεων 12 παρ.1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ.2 και 21 παρ.1 του Κ.Ο.Κ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στον δεύτερο βαθμό, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που τελικά δέχθηκε. Ήτοι, δεν έλαβε υπόψη την από 06-03-2017 πραγματογνωμοσύνη των πραγματογνωμόνων Κ.
Ψ. και Ν. Κ., από την οποία προκύπτει ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ότι η πρόκληση του ατυχήματος αυτού οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και β] το αντίγραφο της σύμβασης πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου του θανόντα με την εταιρεία DHL EXPRESS ΕΛΛΑΣ[] Α.Ε, από το οποίο προκύπτει ότι το ωράριο του θανόντα ήταν 10.00 έως 18.00 και όχι 09.00 έως 18.00 που δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία συνδέει τις ώρες εργασίας του θανόντος με ενδεχόμενη κόπωσή του με συνέπεια και την εκ του λόγου αυτού εκτροπή-ανατροπή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε.
Από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων και η τεχνική έκθεση με τίτλο "Ανάλυση Τροχαίου ατυχήματος" των Ν. Κ. και Κ. Ψ., σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της και τις λοιπές αιτιολογίες της, στο συγκεκριμένο θέμα, δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα από τους ήδη αναιρεσείοντες, μετ' επικλήσεως, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας κατέληξε μετά από συνεκτίμηση των προαναφερομένων εγγράφων με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις σελίδες 22,23 και 24 αναφέρεται ειδικότερα και αξιολογεί την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, της οποίας τα συμπεράσματα αντικρούσει κρίνοντας αυτήν ως ήκιστα πειστική, θεωρώντας ότι τα συμπεράσματά της, κατά τα ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες επικαλούμενα, σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεν επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, είναι υποθετικά, στηριζόμενα μόνο σε εκτιμήσεις και όχι σε πραγματικά γεγονότα, είναι επισφαλή, αφού εξήχθησαν πέραν των τριών ετών από του ενδίκου ατυχήματος.
Ανεξαρτήτως και πέραν της ως άνω ουσιαστικής αβασιμότητος, ο λόγος αυτός υπό την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, εκ του αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-07-2021 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6317/815/30-07-2021 αίτηση για αναίρεση της 1350/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ