Supreme Court allows appeal against second instance judgment due to inadmissible set-off claim and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's judgment, which had rejected a set-off claim. The appellant argued that the respondent unjustly enriched herself by voluntarily paying amounts to regularize property rights, thereby increasing the value of her shares. The Court found the lower court erred in declaring the set-off claim inadmissible and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A set-off claim based on unjust enrichment is admissible if the defendant voluntarily paid amounts to regularize property rights, thereby increasing the value of their shares, and the lower court erred in declaring it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1464 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός1464/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαλαμά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. - Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11779/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4993/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2020 αίτησή της και τους από 5/7/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4993/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 11779/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 56.576,82 ευρώ, το οποίο η τελευταία δικαιούται, κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, από τα ωφελήματα που αποκόμισε η αναιρεσείουσα από την αποκλειστική χρήση των κοινών κληρονομιαίων ακινήτων.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5-7-2021 και στη συνέχεια επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 19-7-2021, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναιρέσεως λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ` αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού.
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων.
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα, είναι, κατ` αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 848/2022, ΑΠ 4/ 2022, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017).
Εξάλλου κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή, ως δικαίωμα, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως με την επαγωγή στους κληρονόμους του νομέα και χωρίς να αποκτήσουν τη φυσική εξουσία των ενσωμάτων αντικειμένων της κληρονομίας. Προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση αυτή είναι η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, όταν δε οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι υπάρχει μεταξύ τους με βάση τον κανόνα που θέτει το άρθρο 1884 ΑΚ σχέση κοινωνίας κατά ιδανικά μέρη ανάλογα με την κληρονομική μερίδα του καθενός.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1871, 1874, 1875, 1876, 1877, 962, 1101, 1102 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος έχει αυτοτελή αξίωση κατά του νομέα της κληρονομίας προς απόδοση των ωφελημάτων του πράγματος, όπως αυτά προσδιορίζονται από το άρθρο 962 ΑΚ. Ο καλόπιστος νομέας της κληρονομίας ευθύνεται για την απόδοση των ωφελημάτων μόνο εφόσον έγινε πλουσιότερος από αυτά και εφόσον ο πλουτισμός σώζεται κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής (ΑΠ 448/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 17 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκειται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", περιλαμβάνονται σ` αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει.
Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 635/2023, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 440/2000).
Στην παραγραφή της ΑΚ 250 υπόκειται και η αξίωση του κληρονόμου κατά του νομέα κληρονομίας για την απόδοση σε αυτόν των ωφελημάτων που εξήχθησαν από το παρακρατούμενο πράγμα της κληρονομίας κατά τα άρθρα 1874, 1876 και 1878 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και τον ταυτόσημο πρώτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 243, 250 αρ. 17, 251 και 253 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να απαιτήσει από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα-κοινωνό, που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, την μισθωτική αξία της εκτός χρήσεως μερίδας της για το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 31-12-2010 δεν έχει υποπέσει σε πενταετή παραγραφή και ότι, ως εκ τούτου, η επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, είναι αβάσιμη.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από το θάνατο του κληρονομουμένου, ήτοι από 1-2-2010 και μετά όλα τα ως άνω ακίνητα τα διαχειριζόταν αποκλειστικά η συγκληρονόμος-συγκοινωνός εναγομένη σύζυγος αυτού, ενώ η ενάγουσα, κόρη του κληρονομουμένου, ουδεμία ανάμειξη είχε στη διαχείριση αυτών.
Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα - εναγομένη κάνοντας χρήση των επικοίνων ακινήτων εξοικονόμησε τη μισθωτική τους αξία για το χρόνο από 1-2-2010 έως και 29-12-2016 κατά την οποία ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, οφείλει δε να αποδώσει στην ενάγουσα για τον άνω χρόνο αποκλειστικής τους χρήσης, το μέρος της μισθωτικής αυτής αξίας τους, που της αναλογεί, ήτοι κατά το ποσοστό του κληρονομικού της δικαιώματος, το οποίο ανέρχεται στα 3/8.
Η εν λόγω αξίωση της ενάγουσας κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-2011, μπορούσε δε να ασκηθεί μέχρι 31-12-2016. Με τον 2ο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεδομένου του χρόνου επίδοσης της αγωγής (29-12-2016), οι απαιτήσεις της ενάγουσας, που γεννήθηκαν έως και 31-12-2010 έχουν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή.
Ως και ανωτέρω αναφέρθη ο κληρονομούμενος απεβίωσε την 27.1.2010, η ενάγουσα κόρη του την 29.12.2016 άσκησε την κρινόμενη αγωγή και οι αγωγικές αξιώσεις της αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 30.12.2016. H παραγραφή των σχετικών αξιώσεων ξεκινά στο τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, ήτοι, το έτος λήγει 31.12.2010, άρα στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση της γίνεται δικαστικά επιδιώξιμη από την επομένη της λήξεως του έτους 2010, δηλαδή από 1-1-2011 και παραγράφεται μετά πενταετία, ήτοι την 31.12.2016.
Συνεπώς, η αξίωσή της δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή ως προς κανένα τμήμα του επίδικου χρονικού διαστήματος και ο σχετικός λόγος εφέσεως της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 243, 250 αρ. 17, 251 και 253 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της συγκληρονόμου της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας συγκοινωνού των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, των οποίων η τελευταία έκανε αποκλειστική χρήση, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 31-12-2010, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία άρχισε μόλις έληξε το έτος 2010, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δηλαδή από την 31-12-2010 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2015 που παρήλθε ο τελευταίος χρόνος της πενταετίας. Δεδομένου δε του ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 29-12-2016, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και συνεπώς η ένδικη αξίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 794, 904 επ., 1101-1107 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση κοινωνίας δικαιώματος, όπως συμβαίνει όταν η κυριότητα πράγματος ανήκει σε περισσότερους από κοινού (άρθρο 1113 ΑΚ), κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους υπόλοιπους κοινωνούς κατά την αναλογία της μερίδας του για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού.
Ο κοινωνός που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει αυτά που κατέβαλε επί πλέον της μερίδας του από τους υπόλοιπους κοινωνούς, κατά την αναλογία των μερίδων τους. Η υποχρέωση αυτή για τις δαπάνες αποτελεί το αντιστάθμισμα της συμμετοχής του κοινωνού στους καρπούς και τα ωφελήματα του κοινού πράγματος.
Η διάταξη αυτή καλύπτει και τα βάρη του κοινού πράγματος με την έννοια του άρθρου 965 ΑΚ (π.χ. φόροι, τέλη κ.λπ.), επειδή και τα βάρη του πράγματος αποτελούν με ευρύτερη έννοια έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στις εν λόγω δαπάνες που μπορούν να αναζητηθούν αυτές που προκαλούνται από την ατομική χρησιμοποίηση - εκμετάλλευση του κοινού πράγματος από έναν κοινωνό.
Η αναζήτηση των εξόδων γίνεται απ` ευθείας βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή μετά από απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που ελήφθησαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου και με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τα έξοδα έχουν καταβληθεί από τον κοινωνό, ο οποίος κατά συνέπεια αξιώνοντας την καταβολή τους, πρέπει να επικαλεσθεί, μεταξύ των άλλων και να αποδείξει ότι κατέβαλε τα έξοδα αυτά σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, τα έξοδα αυτά αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν, έστω, οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων και ειδικότερα, εάν μεν η αναζήτηση των εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί διοίκησης αλλοτρίων διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις:
α) ότι ο υποβληθείς στα έξοδα και τα βάρη αυτά ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της, β) ότι ο πρώτος είχε συνείδηση ότι διαχειρίζεται ξένη υπόθεση, γ) ότι πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη, δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη διεξαγωγή της υπόθεσης, εάν δε, η αναζήτηση των εν λόγω εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις:
α) ότι λόγω της καταβολής των ως άνω εξόδων ή βαρών επήλθε πράγματι πλουτισμός, β) ότι ο πλουτισμός αυτός έλαβε χώρα σε βάρος της περιουσίας αυτού που τα κατέβαλε και γ) ότι η συγκεκριμένη περιουσιακή μετακίνηση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία. Η αναζήτηση αυτή δύναται να επιδιωχθεί και με ανταγωγή ή και με ένσταση του εναγόμενου κοινωνού, για το ορισμένο και παραδεκτό της οποίας (ανταγωγής ή ένστασης), πρέπει να αναφέρονται σ` αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τη συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, διαφορετικά (η ανταγωγή ή η ένσταση) είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1884 και 1885 ΑΚ προκύπτει ότι, συντρεχόντων περισσοτέρων κληρονόμων, η κληρονομία καθίσταται κοινή κατά το λόγο της μερίδας εκάστου απ` αυτούς και οι απαιτήσεις καθώς και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με την κληρονομική τους μερίδα, ορίζοντας δε το άρθρο 2026 ΑΚ ότι οι αξιώσεις κατά της κληρονομίας ασκούνται κατά του κληρονόμου πρόδηλη έχει την έννοια ότι η άσκηση αυτή χωρεί κατά την έκταση η οποία αναλογεί στην κληρονομική μερίδα εκάστου συγκληρονόμου.
Η αυτοδίκαιη διαίρεση των απαιτήσεων και των χρεών της κληρονομίας γίνεται σε κάθε περίπτωση διαδοχής, δηλαδή της διαδοχής εκ διαθήκης, ή της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Ως "χρέη" της κληρονομίας, νοούνται οπωσδήποτε οι ενοχικές υποχρεώσεις της κληρονομίας, δηλαδή οι υπάρχουσες, κατά το χρόνο του θανάτου του προσώπου, απαιτήσεις κατ` αυτού των τρίτων (ΑΠ 1455/2014, ΑΠ 2091/2013, ΑΠ 122/2005).
Εφόσον δε πρόκειται για διαιρετή παροχή το επί πλέον της αναλογίας καταβληθέν ποσό από τον συγκληρονόμο αναζητείται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων και αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η κατ' άρθρα 487-488 ΑΚ αναγωγή προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής παθητικής ενοχής εις ολόκληρον. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 440, 441,442, 794 και 1106 εδ.
α` ΑΚ, τις απαιτήσεις του από την κοινωνία για δαπάνες στο κοινό πράγμα ο συγκύριος μπορεί να ασκήσει και κατ` ένσταση, κατά τη συζήτηση της αγωγής απόδοσης της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος εκ μέρους του, με την προβολή του δικαιώματος επίσχεσης του κοινού ή της ένστασης συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ενάγοντος.
Από τις συνδυασμένες δε διατάξεις των άρθρων 269, 527 αρ. 3, 529 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα (άρθρο 442 ΑΚ), υπό την έννοια, ότι πρέπει η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλομένων ουσιωδών περιστατικών του αντιστοίχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης περαιτέρω ουσιαστικής έρευνας.
Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη.
Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την μορφή κυρίου ή προσθέτου λόγου έφεσης. Εξάλλου, η ένσταση του συμψηφισμού, όπως και κάθε ένσταση, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση προβολής της ανεξαρτήτως συγκεκριμένου αιτήματος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 460/2020).
Για το ορισμένο δε της αγωγής (ένστασης) που αφορά χρηματικές απαιτήσεις πρέπει τα κονδύλια που συγκροτούν αυτές να καθορίζονται σαφώς και επακριβώς ώστε να μη καταλείπεται κάποια αμφιβολία ως προς το ύψος των αξιώσεων αυτών που ο ενάγων την επιδίκασή τους επιδιώκει. Απαιτείται, αν πρόκειται για περισσότερα κονδύλια, χωριστή μνεία για το καθένα, με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και το αντιστοιχούν ποσό, το οποίο εμφανίζεται ως αίτημα.
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο [άρθρο 561§2 ΚΠολΔ] (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 18/2018). Τέλος, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον ταυτόσημο δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 441, 442, 481, 487, 488, 1884, 1885 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού της ανταπαιτήσεώς της ποσού 46.508,20 ευρώ, το οποίο κατέβαλε προς εξόφληση των υποχρεώσεων του κληρονομουμένου έναντι της δανείστριας τράπεζας, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να την προτείνει και ότι σε κάθε περίπτωση η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και β) η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της ως άνω ενστάσεως από τη διοίκηση αλλοτρίων και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αόριστες.
Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με την έφεση της επανέφερε την προβληθείσα στον πρώτο βαθμό ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της για χρέη της κληρονομίας που κατέβαλε η ίδια και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 31-12-2016 και, επίσης, πρόβαλε παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου την ίδια ένσταση για χρέη της κληρονομίας που αφορούν το έτος 2017 (άρθρο 527 αρ. 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 442 ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι ο αποβιώσας στις 27-1-2010 σύζυγός της, Ε.
Κ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ίδια, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και από τις θυγατέρες του από πρώτο γάμο, ήτοι την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και την Γ. Κ. (που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, συνήψε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος:
α) την από 23.4.2009 (με αριθ. 4216982468) σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 80.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου αυτή κατέβαλε: Το 2010 ευρώ 5.964,52. Το 2011 ευρώ 7.206,18. Το 2012 ευρώ 2.585,21. Το 2013 ευρώ 5.122,99. Το 2015 ευρώ 1.473,58. Το 2016 ευρώ 3.078,79 και το 2017 ευρώ 3.262,46, ήτοι κατέβαλε συνολικά ευρώ 28.694,13 και συνεπώς η ενάγουσα της οφείλει το ποσό που αναλογεί στη κληρονομική της μερίδα, ύψους 10.760,29 ευρώ, β) την από 29.7.2009 (με αριθ. 4218779023) σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 56.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου κατέβαλε:
Το 2010 ευρώ 2.736,62. Το 2011 ευρώ 2.855,29. Το 2012 ευρώ 2.538,60. Το 2013 ευρώ 2.857,09. Το 2014 ευρώ 2.305,78. Το 2015 ευρώ 2.662,86. Το 2016 ευρώ 2.236,634 και το 2017 ευρώ 2.644,5, ήτοι συνολικά το ποσό των 20.837,38 ευρώ και συνεπώς η ενάγουσα της οφείλει το ποσό που αναλογεί στη κληρονομική της μερίδα, ύψους 7.814,02 ευρώ και γ) την από 29.7.2009 (με αριθ. 4218779040) σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 400.000 ευρώ για την εξόφληση του οποίου αυτή κατέβαλε:
Το 2010 ευρώ 19.915,20. Το 2011 ευρώ 15.885,89. Το 2012 ευρώ 10.096,53. Το 2013 ευρώ 4.522,99. Το 2014 ευρώ 4.95,31. Το 2015 ευρώ 3.569,82. Το 2016 ευρώ 7.891,58 και Το 2017 ευρώ 7.702,96, ήτοι συνολικά κατέβαλε το ποσό των 74.490,38 ευρώ και συνεπώς η ενάγουσα της οφείλει το ποσό που αναλογεί στη κληρονομική της μερίδα, ύψους 27.933,89 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε σε συμψηφισμό την ανταπαίτησή της έναντι της ενάγουσας από τα ανωτέρω δάνεια συνολικού ύψους 46.508,20 (10.760,29 + 7.814,02 + 27.933,89) ευρώ, στρεφόμενη αναγωγικά εναντίον της συγκληρονόμου της και αξιώνοντας το αναλογούν στη κληρονομική μερίδα της τελευταίας ποσό για χρέη της κληρονομίας, άλλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, επικαλούμενη ότι αυτοβούλως προέβη στην προσήκουσα εξόφληση της παραπάνω οφειλής που βαρύνει αποκλειστικά την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ενεργώντας προς το συμφέρον της, άλλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικαλούμενη ότι με τις ανωτέρω καταβολές αποσβέστηκε αντίστοιχη οφειλή της αναιρεσίβλητης έναντι της Τράπεζας και ως εκ τούτου αυτή πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση συμψηφισμού ως προς την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 481, 487, 488, 1884, 1885 ΑΚ είναι μη νόμιμη, διότι το αιτούμενο ποσό των 46.508,20 ευρώ που κατέβαλε η αναιρεσείουσα-συγκληρονόμος για την εξόφληση των χρεών της κληρονομίας αναζητείται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων και αδικαιολόγητου πλουτισμού και όχι αναγωγικά (άρθρα 487-488 ΑΚ), καθόσον πρόκειται περί διαιρετής παροχής.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το οικείο μέρος αυτών είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ως προς τις επικουρικές βάσεις της, η ως άνω ένσταση συμψηφισμού είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθεται σ' αυτήν ότι η αναιρεσείουσα προέβη αυτοβούλως στην εξόφληση οφειλής που βάρυνε αποκλειστικά την αναιρεσίβλητη, ότι κατέβαλε τα ποσά αυτά, τα οποία θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμα, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για υποχρέωση αποκλειστικά της αναιρεσίβλητης έναντι της δανείστριας Τράπεζας και ότι με τις ανωτέρω καταβολές αποσβέστηκε υποχρέωση αποκλειστικά της ίδιας της αναιρεσίβλητης έναντι της Τράπεζας και κατά το μέρος αυτό πλούτισε αδικαιολόγητα και αιτιωδώς η αναιρεσίβλητη, λόγω της περιουσιακής διαθέσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού κατά τις επικουρικές βάσεις της από τη διοίκηση αλλοτρίων και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αόριστη, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου οι δεύτερος αναιρετικός λόγος και δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
ΙΙΙ. Περαιτέρω με τον τρίτο αναιρετικό λόγο και τον ταυτόσημο πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 789, 794, 1103 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών της ποσού 1.346,14 ευρώ και 5.311,01 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία δαπάνησε για τη διατήρηση αυθαίρετων κτισμάτων και την εκτέλεση εργασιών σε κοινόχρηστους χώρους, κατά τη νομική της βάση ως αόριστη.
Με τον έκτο δε πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού ως προς το κονδύλιο των δαπανών ύψους 5.311,01 ευρώ. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με την έφεση της επανέφερε την προβληθείσα στον πρώτο βαθμό ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της για δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για τη συντήρηση, διοίκηση και διαχείριση των κοινών ακινήτων, ισχυριζόμενη ότι η ίδια έχουσα την πλειοψηφία των κοινών ακινήτων με 600 ψήφους επί συνόλου 1.000 ψήφων προέβη στη διενέργεια δαπανών συντήρησης, διοίκησης και διαχείρισης των ακινήτων, οι οποίες ήταν απολύτως επιβεβλημένες και εξαιρετικά επείγουσες και ειδικότερα α) υπέβαλε αίτημα τακτοποίησης των ημιυπαίθριων χώρων, καθόσον έληγε η ταχθείσα από τον ν. 3843/2010 προθεσμία και κατέβαλε το ποσό των 4.786,28 ευρώ εκ του οποίου το ποσό των 1.346,14 ευρώ αναλογεί στο ποσοστό της κληρονομικής μερίδας της αναιρεσίβλητης και β) προέβη σε δαπάνες αποπερατώσεως των κοινών ακινήτων, τα οποία παραδόθηκαν από τον εργολάβο μη αποπερατωμένα και με κακοτεχνίες και συγκεκριμένα προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήση των κατοικιών και των κοινόχρηστων χώρων προέβη σε εργασίες ανακατασκευής του πεζοδρομίου έμπροσθεν του οικοδομήματος, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί από τον εργολάβο χωρίς την τοποθέτηση πλακών επί ολοκλήρου του μήκους αυτού, αδιαβροχοποίησης της εξωτερικής όψης της περίφραξης του οικοδομήματος, λόγω της έντονης διάβρωσης που άρχισε να εμφανίζει, στην επένδυση των επιτοίχιων ζαρντινιέρων του κήπου για αποτροπή υγρασίας, στην κατασκευή δύο θυρών προς κάλυψη μετρητών ΔΕΗ και φυσικού αερίου, σε εργασίες για παύση της διάβρωσης που εμφανίστηκε στην οροφή του γκαράζ, για την αποκατάσταση κακοτεχνιών του κήπου με την τοποθέτηση ανάλογης ποσότητας χώματος, αγορά και φύτευση φυτών, δημιουργία γκαζόν και τοποθέτηση αυτόματου ποτιστικού, καθώς και στην επισκευή και ελαιοχρωματισμό του κλιμακοστασίου και της πυλωτής, της κεντρικής εισόδου του οικοδομήματος και των εξωτερικών τοίχων, που εφάπτονταν του τμήματος του κήπου πυλωτής.
Ότι για τις εργασίες αυτές, οι οποίες αναλυτικά περιγράφονται κατ' είδος και ποσό δαπάνης, η αναιρεσείουσα δαπάνησε το ποσό των 34.969,55 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 5.311,01 ευρώ αντιστοιχεί στη κληρονομική μερίδα της αναιρεσίβλητης. Υπό τα εκτεθέντα περιστατικά η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα πρόβαλε σε συμψηφισμό την εν λόγω ανταπαίτησή της έναντι της συγκληρονόμου της και συγκοινωνού των επίδικων ιδιοκτησιών ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη τις διατάξεις περί κοινωνίας άλλως επικουρικά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων άλλως περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση συμψηφισμού είναι επαρκώς ορισμένη, αφού αναφέρει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 789, 794 και 1103 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για δαπάνες συντηρήσεως και διοικήσεως των κοινών ακινήτων, οι οποίες έγιναν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των ποσοστών επί των κοινών ακινήτων και δη ψήφους 600 επί συνόλου 1.000 και επιπλέον γίνεται αναλυτική περιγραφή των εκτελεσθεισών εργασιών, της δαπάνης που απαιτήθηκε γι' αυτές, καθώς και της δαπάνης για την προμήθεια των υλικών. Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση συμψηφισμού, αναφορικά με τα κονδύλια των 1.346,14 και 5.311,01 ευρώ, αντίστοιχα α) ως νομικά αόριστη, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου οι ως άνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως και πέμπτος πρόσθετος λόγος είναι βάσιμοι και β) ως ποσοτικά αόριστη, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο έκτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.
IV. Περαιτέρω, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση συμψηφισμού κατά τις επικουρικές βάσεις της από τη διοίκηση αλλοτρίων και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασης συμψηφισμού στις επικουρικές βάσεις της διοίκησης αλλοτρίων άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού εκθέτει ότι προέβη αυτοβούλως και προς το συμφέρον και της αναιρεσίβλητης αφενός στην τακτοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων των κοινών ακινήτων, με αποτέλεσμα να τακτοποιηθούν πολεοδομικά οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της αναιρεσίβλητης, των οποίων είναι συγκυρία κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και αφετέρου στην αποπεράτωση των ημιτελών εργασιών και αποκατάσταση των ζημιών αυτών, δαπανώντας τα ποσά των 1.346,14 και 5.311,01 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία βαρύνουν την αναιρεσίβλητη, άλλως ότι η τελευταία πλούτισε κατά τα ποσά αυτά αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της και η ωφέλειά της αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή διάθεση εκ μέρους της, διότι λόγω της καταβολής των ως άνω ποσών πραγματοποιήθηκαν δαπάνες οι οποίες επαύξησαν την αξία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, ως προς τις επικουρικές βάσεις της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθεται σ' αυτήν ότι η αναιρεσείουσα προέβη αυτοβούλως και προς το συμφέρον της αναιρεσίβλητης στις ως άνω επιπλέον του ποσού που αναλογούσε στην ιδανική μερίδα της καταβολές, προκειμένου να τακτοποιηθούν πολεοδομικά και οριζόντιες ιδιοκτησίες της αναιρεσίβλητης και για την αποπεράτωση των ημιτελών εργασιών και την αποκατάσταση των ζημιών αυτών, γνωρίζοντας ότι οι δαπάνες αυτές βαρύνουν αποκλειστικά την αναιρεσίβλητη, ότι οι ανωτέρω δαπάνες επαύξησαν την αξία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών και κατά το μέρος αυτό η τελευταία πλούτισε αδικαιολόγητα και αιτιωδώς, λόγω της περιουσιακής διαθέσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση συμψηφισμού, αναφορικά με τα κονδύλια των 1.346,14 και 5.311,01 ευρώ, κατά τις επικουρικές βάσεις της από τη διοίκηση αλλοτρίων και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αόριστη, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο έβδομος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4993/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ