Legislator Case Law & Legislation
1464/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against doctors' dismissal due to lack of attorney representation and invalid constitutional arguments.

Case Number 1464/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for seven doctors who failed to prove their attorney of record at the hearing. The court found their constitutional arguments regarding employment status and public health measures unconvincing. Consequently, the appeal was dismissed, and the doctors were ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 § 3, 104, 105, 226 § 4, 576 § 1 & 577 of the Code of Civil Procedure; If an appellant fails to prove explicit attorney representation at the hearing, the proceedings are void and the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
attorney representation inadmissible appeal code of civil procedure explicit authorization legal costs supreme court procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 94 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 105 of the Code of Civil Procedure
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 37 of Law 4737/2020

Cited Case Law

AI generated
OloMAP 39/2005
OloMAP 9/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1464 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1464/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Ι., κατοίκου … , έως και 9)Α. Κ. του Ε., κατοίκου …. Οι 1ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (2ος, 3ος, 4η, 5η, 6η, 8η και 9η) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/05/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/12/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 § 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 § 4, 576 § 1 & 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της οποίας εμφανίζεται ως επιμελούμενος (ΟλομΑΠ 39/2005, ΟλομΑΠ 9/2003, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 334/2017).

Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΚΠολΔ 576 § 3, ΑΠ 1036/2020).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 9833Η'/25-2-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Άννας Κουτλίδου προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως επισπεύδουν όλοι (συν. 9) αναιρεσείοντες. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6η, 8η & 9η εξ αυτών, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 & 573 § 1).

Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των 2ου, 3ου, 4ης, 5ης, 6ης, 8ης & 9ης των αναιρεσειόντων σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτούς δικηγόρος είναι εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς, οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι των λοιπών, αφού έγινε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας.

Κατά το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 § 3 & 106 § 2 του Συντάγματος, ΟλομΑΠ 33/2002, 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 § 2 & 93 § 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (ΟλομΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.

Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται.

Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η παρεχόμενη από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ενόψει της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΟλομΑΠ 5/2013, ΟλομΑΠ 6/2011).

Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (ΟλομΑΠ 6/2018).

Ωστόσο, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δε προστατεύει την απλή προσδοκία διατηρήσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ευνοϊκής ρυθμίσεως, ούτε κωλύει το νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται " Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλομΑΠ 40/1998).

Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.

Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 410/2017).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1504/2018).

Στους λόγους δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλομΣτΕ 3177/2014).

Περαιτέρω, με το ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 άλλαξε ο σκοπός του ΕΟΠΥΥ και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.

Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης, ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.

ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. "Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.

υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.

υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4.

Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.

που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.

Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-5-2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, την οποία έστρεψαν κατά του αναιρεσιβλήτου και τρίτων, μη διαδίκων κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, εξέθεσαν ότι είναι γιατροί και οδοντίατροι που με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και του άρθρου 18 του ν. 2150/1993, παρείχαν τις υπηρεσίες τους αρχικά στο ΙΚΑ και στη συνέχεια στις μονάδες υγείας του εναγομένου Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ), ασκώντας παράλληλα επιτρεπτά εκ του νόμου και ελευθέριο επάγγελμα, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, τέθηκαν με την εκδοθείσα την 18-2-2014 διαπιστωτική πράξη του προέδρου του ΕΟΠΥΥ σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, ήτοι από 19-2-2014 μέχρι 18-3-2014, με ταυτόχρονη καταβολή σε αυτούς του 75% των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 ν. 4238/2014 και ότι, ενώ επιθυμούσαν τη συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης", εν τούτοις δεν υπέβαλαν τη σχετική αίτηση, γιατί θα έπρεπε προηγούμενα να διακόψουν την παράλληλη άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματός τους, πλην όμως, αυτή η προϋπόθεση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής τους σχέσης.

Ότι εν τέλει, λόγω της μη υποβολής της εκ μέρους τους αίτησης, στις 18-3-2014 απολύθηκαν αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 ν. 4238/2014. Ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και κατόπιν τούτων ζήτησαν [μεταξύ άλλων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει] να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση που τους συνέδεε με τον ΕΟΠΥΥ δεν λύθηκε και ότι είναι δεσμευτική για το νπδδ "4η Υγειονομική Περιφέρεια" και να υποχρεωθεί ο ΕΟΠΥΥ να καταβάλει σε αυτούς τη διαφορά του 25% του μισθού εκάστου, το οποίο τους οφείλει λόγω της θέσης τους σε διαθεσιμότητα για ένα μήνα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και κατ' έφεση του εναγομένου -αναιρεσείοντος, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, η αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά του εκκαλούντος -πρώτου εναγομένου [ήδη αναιρεσείοντος] υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, κατά την κύρια βάση της, δια της οποίας ζητείται να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση, που τους συνέδεε με το πρώτο εναγόμενο δεν λύθηκε, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και τούτο για τους εξής λόγους:

Οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν σε εκτέλεση υποχρεώσεων της χώρας, για τη δημοσιονομική προσαρμογή και με αυτές εξυπηρετούνται σκοποί που συνιστούν πρωτίστως σοβαρούς λόγου δημοσίου συμφέροντος στο χώρο της δημόσιας υγείας, προς το σκοπό της αναδιοργάνωσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, της αποτροπής του κατακερματισμού του συστήματος ΠΦΥ, της διασφάλισης της ορθολογικότερης διαχείρισης των δομών ΠΦΥ αλλά και της αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω βέβαια και της θέσπισης μέτρων που αποσκοπούν, εκτός των άλλων και στον έλεγχο των συνολικών δαπανών παροχής υπηρεσιών υγείας, σημειουμένου ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στο νομοθέτη ή στην εκτελεστική εξουσία και μόνον η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο του δικαστικού ελέγχου νομιμότητας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Ειδικότερα οι ρυθμίσεις των άρθρων 16 και 17 του ως άνω νόμου, δια των οποίων θεσπίσθηκε η μεταφορά του ιατρικού προσωπικού, που συνδέονταν με το πρώτο εναγόμενο με ειδικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστήθηκαν για το σκοπό αυτό στις ΔΥΠΕ, μετά την υποβολή αίτησης, εντός της συντόμου προθεσμίας των επτά ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας, και η ανάληψη υπηρεσίας, με απαιτούμενη από τις νέες διατάξεις διακοπή πλέον του ελευθέριου επαγγέλματος, που με το προηγούμενο νομικό καθεστώς μπορούσαν παράλληλα να ασκούν με την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών στο πρώτο εναγόμενο, ναι μεν έφεραν ανατροπή της προηγούμενης κατάστασης, πλην όμως οι εν λόγω ρυθμίσεις παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού της αναδιοργάνωσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, υπό το πρίσμα της ορθολογικότερης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε όλοι οι απασχολούμενοι στη ΠΦΥ ιατροί να παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, καθόσον η νέα ρύθμιση υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως των υπηρεσιών της δημόσιας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας.

Ως εκ τούτων, κατά τον δικαστικό έλεγχό της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και της αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, που αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό στο χώρο της δημόσιας υγείας, δεν είναι προδήλως απρόσφορες, ούτε υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο.

Εξάλλου με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν προσβάλλεται η οικονομική και η επαγγελματική ελευθερία των εναγόντων, καθόσον αυτοί έχουν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους με πλήρες μάλιστα ωράριο, αφού δεν θα απασχολούνται στη δημόσια υγεία, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στη δημόσια υγεία και μάλιστα με την κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, ήτοι με υψηλότερες αποδοχές, μόνον δε η τυχόν μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι πρότινος αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς στο πρώτο εναγόμενο δεν συνιστά παραβίαση των προστατευομένων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ συνιστά σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, προβλεπόμενη από νόμο και δικαιολογούμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος, σημειουμένου ότι οι ενάγοντες δεν απολάμβαναν μονιμότητας στο χώρο της δημοσίας υγείας, σε κάθε δε περίπτωση η εμβέλεια της προστασίας για τη διατήρηση ειδικού καθεστώτος εργασίας, που συνεπάγεται περιουσιακά πλεονεκτήματα, δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί στην κατάργηση αυτού.

Περαιτέρω, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει την διατήρηση της ισχύος άπαξ της ειδικής εργασιακής τους σχέσης με το πρώτο εναγόμενο, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας, που ομοίως προστατεύεται συνταγματικά, υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί κατά το Σύνταγμα πρόσκομμα για τη μεταβολή του και δεν οδηγεί την δράση του νομοθέτη σε παράλυση.

Να σημειωθεί δε ότι πράγματι ελλείπει από το νόμο μεταβατική περίοδος προσαρμογής των ήδη υπηρετούντων στο πρώτο εναγόμενο με ειδικές συμβάσεις ιατρών, όμως τούτο δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη, σε εκτέλεση των διεθνών υποχρεώσεων που ανέλαβε η χώρα, για άμεση μεταρρύθμιση των δομών της δημόσιας υγείας, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι το πρώτο εναγόμενο ήδη στερείται μονάδων υγείας και αντίστοιχων θέσεων εργασίας, όπου θα μπορούσε κατά τη μεταβατική περίοδο να απασχολήσει τους ενάγοντες, η δε οργανωτική μορφή των ΔΥΠΕ δεν δικαιολογεί ιατρούς με ειδικό καθεστώς εργασίας, αφού οι συσταθείσες δια του νόμου σ' αυτές οργανικές θέσεις αφορούν ιατρικό προσωπικό πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Ο δε αγωγικός ισχυρισμός, που επιστηρίζει την παραβίαση των συνταγματικών αρχών, ως προς το μεταβατικό καθεστώς που προκρίνουν οι ενάγοντες (δηλαδή να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους υπό το προηγούμενο καθεστώς μέχρι την συνταξιοδότησή τους ή την οικειοθελή αποχώρησή τους και το νέο καθεστώς να αφορά τους νεοπροσλαμβανόμενους), ...

αντιστρατεύεται στην ίδια τη δικαιοπολιτική φιλοσοφία του νόμου που είναι η αναβάθμιση της ΠΦΥ με την παροχή ιατρικής φροντίδας από γιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο χώρο της δημόσιας υγείας, το κυριότερο όμως η λύση που προκρίνουν, ως μεταβατικό καθεστώς, οι ενάγοντες αντιστρατεύεται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού στο χώρο της υγείας θα παρέχουν υπηρεσίες ιατροί με διαφορετικά εργασιακά καθεστώτα".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε τις ανωτέρω [αναφερόμενες και αναλυόμενες στη μείζονα σκέψη] Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Ειδικότερα, οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν προς το σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς το σκοπό αυτό.

Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιασδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.

Έτσι, για το λόγο αυτό και ενόψει ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά το ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών, είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.

Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για το σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός της σύντομης προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού που προαναφέρθηκε και υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας.

Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση.

Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου δύο λόγοι αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η απόλυσή τους αντίκειται στις ως άνω Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις (άρθρα 2 § 1, 5 § 1, 25 § 1 του Συντ. & 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) είναι αβάσιμοι.

Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι παρόντες αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου νπδδ, το οποίο εκπροσωπείται από πάρεδρο ΝΣΚ (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 (άρθρ. 37 ν. 4737/2020), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27-12-2018 και με αριθμό καταθέσεως 95/2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 244/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τους 2ο, 3ο, 4η, 5η, 6η, 8η & 9η των αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει την αίτηση αυτή μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων (ήτοι του 1ου Α. Α. και του 7ου Τ. Ν.) και του αναιρεσιβλήτου. Και

Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ