Legislator Case Law & Legislation
1464/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the ground was not properly raised before the Court of Appeal.

Case Number 1464/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred by failing to identify specific corporate organs that knew of a defect, but this claim was not formally proposed during the appeal proceedings. The court held that such arguments must be raised in the lower court or formally reintroduced with proper procedure at the appellate level to be considered.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground not properly raised before the court of first instance or the appellate court in accordance with the prescribed procedure is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal grounds Code of Civil Procedure proper procedure corporate representation reintroduction of claims court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 18 and 22 of Law 2190/1920
Articles 68, 71 and 214 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1464 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1464/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Bolton Hellas AEBE" (εφεξής Bolton), η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη-Διονύσιου Φιλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Γ. Τ. του Ε., 3 Ε. Τ. του Χ., και 4 Κ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Λίλα Περιμένη και Παντελή Φλωρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν τον λόγο δήλωσαν στο δικαστήριο ότι ο αναιρεσίβλητος Γ. Τ., απεβίωσε την 12-12-2012, όπως προκύπτει από την .../13-12-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δήμου Νίκαιας, επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Μ. χήρα Γ. Τ., το γένος Χ. Τ., )Β. Τ. του Γ., )Ε. Τ. του Γ. και ) Ε.- Π. Τ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια των ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων τους και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2007 αγωγή όλων των ήδη αναιρεσιβλήτων με αριθ.καταθ.8466/2007, την από 2-10-2007 αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων με αριθ.καταθ.8465/2007 και τις από 14-11-2007 και με αριθ.καταθ. 10098/2007 και 10099/2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1072/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω διάδικοι με τις από 21-7-2009 και 20-5-2009 αιτήσεις τους αντίστοιχα. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω αιτήσεις εκδόθηκε η 1011/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναιρεί την 130/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 399/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 9-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων δήλωσαν προς το δικαστήριο ότι ο αναιρεσίβλητος Γ. Τ. απεβίωσε την 12-12-2012 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα από τους ίδιους και κατατεθείσα στο δικαστήριο υπ' αριθ. .../13-12-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δήμου Νικαίας, παράλληλα δε δήλωσαν ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Μ. χήρα Γ. Τ., το γένος Χ. Τ., ) Β. Τ. του Γ., γ) Ε. Τ. του Γ. και ) Ε. - Π. Τ. του Γ.. Επομένως εγκύρως συνεχίζεται η βιαίως διακοπείσα δίκη κατά τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 288 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που,, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές τo πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 585 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση ή εάν δεν παραχωρήθηκε στο μισθωτή ολικά ή μερικά, ανεμπόδιστη η συμφωνημένη χρήση ή του αφαιρέθηκε αργότερα η χρήση που του παραχωρήθηκε, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός άλλων, να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.

Το προς καταγγελία της μίσθωσης ως άνω δικαίωμα του μισθωτή θεμελιώνεται με μόνη την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος τούτου, ανεξαρτήτως εάν ο μισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς αυτό. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξ άλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ ΑΠ 50/2005).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576, 579, 580 και 586 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται ν' ασκήσει εκτός άλλων το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, τα οποία ο ίδιος γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.

Το δικαίωμα δε αυτό του μισθωτή αποκλείεται έστω και εάν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα του (ΑΠ 995/2006). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τη καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει ότι το καθιερούμενο με αυτές δικαίωμα του μισθωτή (για την περίπτωση υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο που εμποδίζει μερικά ή ολοκληρωτικά την συμφωνημένη χρήση), προϋποθέτει την πραγματική στέρηση ή παρεμπόδιση της χρήσεως συνεπεία του πραγματικού ελαττώματος στο πρόσωπο του μισθωτή (ΑΠ 1702/2011, 912/2000).

Η ύπαρξη όμως της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης για τη γένεση των πιο πάνω νομίμων αξιώσεων στο πρόσωπο του μισθωτή (καταγγελίας, μειώσεως, ή μη καταβολής του μισθώματος) δεν αναιρεί κατά νομική συνεκδοχή την προαναφερθείσα από τον νόμο καθιερούμενη αποστέρηση από το μισθωτή των ίδιων αξιώσεων όταν ο τελευταίος ήδη κατά το χρονικό σημείο καταρτίσεως της ένδικης μισθώσεως γνώριζε ή εκ βαρείας αμελείας αγνοούσε την ύπαρξη των ίδιων πραγματικών ελαττωμάτων, διότι η μεν πραγματική παρακώλυση του μισθωτή αφετηριάζει το χρόνο ενασκήσεως από αυτής των αντίστοιχων αξιώσεών του, η δε γνώση των ίδιων ελαττωμάτων στο πρόσωπο του μισθωτή ήδη από του χρόνου καταρτίσεως της μίσθωσης αναιρεί ολοκληρωτικά τη γένεση των αντίστοιχων αξιώσεών του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: " Με βάση το από 1.4.1978 ιδιωτικό συμφωνητικό οι Ν. Ε. Τ., Γ. Ε. Τ. (δύο πρώτοι ενάγοντες- εναγόμενοι) και ο Χ. Ε. Τ. εκμίσθωσαν στην εταιρεία "ΤΡΙΠΛΕΞ ΑΕΒΕ" ένα ακίνητο ιδιοκτησίας τους και συγκεκριμένα τον ισόγειο όροφο, συνολικής επιφάνειας 3.000 τ.μ., μίας οικοδομής που βρίσκεται στην οδό …αρ… του …και που αποτελείται από τρεις συνεχόμενες ιδιοκτησίες.

Από τις ιδιοκτησίες αυτές, η πρώτη, εμβαδού 1.100 τ.μ., ανήκε τότε κατά κυριότητα στον Χ. Ε. Τ., η δεύτερη, εμβαδού 1.000 τ.μ., στον Ν. Ε. Τ. και η τρίτη, εμβαδού 900 τ.μ. στον Γ. Ε. Τ. Ο εν λόγω ισόγειος όροφος διαθέτει δύο w.c. με νιπτήρα, τέσσερις βρύσες και ένα w.c. με ντους, πλήρη ηλεκτρική εγκατάσταση με 54 λυχνίες φθορίου, με διακόπτες και πρίζες σ' ολόκληρη την επιφάνεια του, καθώς και πλήρη εγκατάσταση βιομηχανικού ηλεκτρικού ρεύματος με ασφαλειοδιακόπτες.

Με το ως άνω μισθωτήριο ορίστηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί ως ενιαίος χώρος "αποθήκης εμπορευμάτων της μισθώτριας" για χρονική διάρκεια πέντε ετών (από 1.4.1978 μέχρι 31.3.1983), αλλά στη συνέχεια η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου. Η μισθώτρια εταιρία συγχωνεύτηκε ακολούθως με απορρόφηση από την εταιρεία "Minerva Chemical Hellas ΑΒΕΕ" και η εταιρεία που προέκυψε από τη συγχώνευση έλαβε την επωνυμία "ΤΡΙΠΛΕΞ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ" (.../9.10.1994 πράξη της Συμ/φου Αθηνών Δ.

Παπά). Οι εκμισθωτές, θεωρώντας ότι η εγκατάσταση της νέας εταιρείας στο μίσθιο αποτελούσε συμβατικά ανεπίτρεπτη παραχώρηση της χρήσεως τούτου σε τρίτο, κατήγγειλαν τη μίσθωση και άσκησαν αγωγή απόδοσης του μισθίου, πέτυχαν δε την έκδοση της 157/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη και με την οποία διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως.

Ενόψει αυτής της εξέλιξης και κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων, καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων, ως άνω, εκμισθωτών και της εταιρίας "ΤΡΙΠΛΕΞ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", δυνάμει του από 25.7.1997 ιδιωτικού μισθωτηρίου εγγράφου, νέα μίσθωση για το ίδιο μίσθιο ακίνητο και για τη αυτή χρήση (ως αποθήκη εμπορευμάτων της εταιρείας και ως χώρος παραγωγής και συσκευασίας αυτών).

Η μίσθωση συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια έξι ετών (από 1.9.1997 μέχρι 31.8.2003) αλλά η διάρκεια της παρατάθηκε υποχρεωτικά σε δωδεκαετή ( μέχρι 31.8.2009) δυνάμει του άρθρου 5 § 1 π.δ. 34/1995. Είναι προφανές, όπως ορθά και με την αυτή αιτιολογία κρίθηκε από την εκκαλουμένη, καθώς και από την 130/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, (η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, κατά το μέρος αυτό δεν αναιρέθηκε), ότι με το από 25.7.1997 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό καταρτίστηκε νέα μίσθωση και δεν πρόκειται περί ανανεώσεως της παλαιάς, η οποία, όπως βεβαιώθηκε με την παραπάνω 157/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, λύθηκε με καταγγελία.

Επομένως, για τη νέα αυτή μίσθωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί συμβάσεων μισθώσεως αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 608 § 2 και 609 ΑΚ, που παρέχουν στους συμβαλλόμενους δικαίωμα καταγγελίας χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 3.300.000 δραχμών, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (3,6%), ενώ για τα επόμενα μισθωτικά έτη συμφωνήθηκε σταδιακή ετήσια αναπροσαρμογή του κατά ποσοστό 8% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου ποσού από 1η Σεπτεμβρίου εκάστου μισθωτικού έτους, ο όρος δε αυτός θα ίσχυε ακόμη και στην περίπτωση αναγκαστικής παρατάσεως του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως.

Έτσι, κατά μήνα Αύγουστο 2007, το μηνιαίο μίσθωμα είχε διαμορφωθεί σε 19359,35€, ενώ από 1ης Σεπτεμβρίου 2007 αναπροσαρμόστηκε σε 20.908,09€ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (752,69€). Επίσης η μισθώτρια κατέβαλε στους εκμισθωτές ως εγγύηση το ποσό των 6.600.000 δραχμών (δύο μηνιαία μισθώματα), που συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται σταδιακά ετησίως, ώστε να αντιστοιχεί πάντοτε στο ισόποσο δύο μηνιαίων μισθωμάτων.

Έτσι, το ποσό της εγγυήσεως είχε διαμορφωθεί κατά το μήνα Αύγουστο 2007 στο ποσό των 38.748,70 €, ενώ από 1ης Σεπτεμβρίου 2007 αναπροσαρμόστηκε σε 41.816,18€. Στη συνέχεια ο εκμισθωτής Χ. Τ. παραχώρησε το δικαίωμα επικαρπίας του τμήματος του μισθίου, εμβαδού 1.100 τ.μ. που ανήκε σ' αυτόν, στους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων - εναγομένων Ε.

Τ. και Κ. Τ., κατ' ισομοιρία, παρακρατώντας ο ίδιος την ψιλή κυριότητα, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../2002 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, με το οποίο παράλληλα εκχώρησε στους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων -εναγομένων τη μισθωτική σχέση, που απορρέει από το από 25.7.1997 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό.

Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν τόσο τη μεταβίβαση της επικαρπίας όσο και την εκχώρηση της μισθωτικής σχέσεως, την οποία μάλιστα ανήγγειλαν με την επίδοση της από 10.4.2002 εξώδικης δηλώσεως στη μισθώτρια εταιρεία την 15η Απριλίου 2002 (βλ. την .../15.4.2002 έκθεση επίδοσης της Δικ/κης Επ/τριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …).

Ακολούθησε το από 22.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, κατά τροποποίηση της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, οι τέσσερις εκμισθωτές συμφώνησαν με την εναγόμενη - ενάγουσα εταιρεία "Bolton Hellas AEBE" την υπεισέλευση της τελευταίας στη μισθωτική σχέση ως μισθώτριας, αφού αυτή αποτελούσε τη μετεξέλιξη της παλαιάς μισθώτριας εταιρείας, που είχε μετονομαστεί ως άνω.

Παρακολουθηματική της παραπάνω μισθώσεως είναι η αντίστοιχη τοιαύτη, που καταρτίστηκε με το από 25.7.1997 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό, με το οποίο οι δυο ενάγοντες-εναγόμενοι Ν. Τ. και Γ. Τ. εκμίσθωσαν στην εναγομένη-ενάγουσα εταιρεία έναν ακάλυπτο χώρο, εμβαδού 402,80 τ.μ., που ανήκει σ' αυτούς κατ' ισομοιρία και εκτείνεται έμπροσθεν του κτιρίου, όπου το παραπάνω κύριο μίσθιο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων της μισθώτριας και διακινήσεως των εμπορευμάτων της.

Η μίσθωση αυτή συμφωνήθηκε να έχει ομοίως διάρκεια έξι ετών (από 1.9.1997 μέχρι 31.8.2003), αλλά η διάρκεια της παρατάθηκε υποχρεωτικά σε δωδεκαετή (μέχρι 31.8.2009) δυνάμει του άρθρου 5 § 1 Π.Δ. 34/1995. Το ετήσιο μίσθωμα ορίσθηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 2.000.000 δραχμών πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (3,6%), συμφωνήθηκε δε ότι θα είναι καταβλητέο την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού έτους, ενώ για τα επόμενα μισθωτικά έτη συμφωνήθηκε σταδιακή ετήσια αναπροσαρμογή του κατά ποσοστό 8% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου ποσού από 1ης Σεπτεμβρίου εκάστου μισθωτικού έτους, ο όρος δε αυτός θα ίσχυε και για την περίπτωση αναγκαστικής παρατάσεως του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως.

Έτσι, για το έτος 2007, το μίσθωμα είχε διαμορφωθεί σε 11.732,96€, ενώ από 1ης Σεπτεμβρίου 2007 αναπροσαρμόσθηκε σε 12.671,60€ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (456,20€). Είναι γεγονός ότι στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, που αναφέρονται στο κύριο μίσθιο, δεν προσδιορίζεται ρητά η χρήση τούτου και ως αποθήκης τροφίμων, αλλά χρησιμοποιείται ο γενικότερος όρος "αποθήκη εμπορευμάτων της εταιρίας και χώρος παραγωγής και συσκευασίας αυτών".

Ερμηνευόμενος, ωστόσο, ο όρος αυτός σύμφωνα με τις διαγραφόμενες στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. αρχές, κατά τις οποίες πρέπει να αναζητείται η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς άγονη προσήλωση στις λέξεις και υπό το πρίσμα της επιβαλλόμενης στις συναλλαγές καλής πίστεως, δεν οδηγεί σε αποκλεισμό της δυνατότητας να αποθηκευθούν τρόφιμα, αν αυτά εμπίπτουν στον κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας της μισθώτριας, η οποία ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας έχει την εμπορία ειδών περιποίησης του ανθρώπινου σώματος, ειδών εκ χάρτου, ειδών στιλβώσεως πατωμάτων και επίπλων, υγρών καθαρισμού κουζίνας και λουτρού καθώς και λοιπών χημικών προϊόντων, σημαντικό όμως μερίδιο στην εμπορική της δραστηριότητα κατέχει και η διακίνηση του εισαγόμενου από το εξωτερικό, συσκευασμένου σε κονσέρβες, τόνου RIO MARE, που επίσης αποθηκευόταν στο μίσθιο.

Το τελευταίο τούτο γεγονός γνώριζαν οι εκμισθωτές, αφού διατηρούσαν επιχείρηση μηχανουργείου σε χώρο έναντι τούτου και ελάμβαναν γνώση των ασκούμενων σ' αυτό δραστηριοτήτων. Η επιχείρηση που ασκούσε η μισθώτρια στο μίσθιο καλυπτόταν αρχικά από την με αριθμό πρωτοκόλλου .../3.3.1983 άδεια λειτουργίας "αποθήκης τροφίμων και ποτών χονδρικού εμπορίου" της Β' Αστυνομικής Υποδιευθύνσεως Πειραιώς, η οποία είχε δεκαετή διάρκεια.

Μετά ωστόσο τη λήξη της ισχύος της αδείας αυτής, η μισθώτρια δεν μερίμνησε για την ανανέωση της. Και έτσι, τον Αύγουστο του έτους 1999, σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο διαπιστώθηκε η έλλειψη αδείας και υποδείχθηκε σ' αυτήν, να εφοδιαστεί με νέα άδεια λειτουργίας, η οποία έπρεπε πλέον να εκδοθεί από τη Νομαρχία Πειραιώς, δεδομένου ότι είχαν στο μεταξύ μεταβληθεί οι προϋποθέσεις εκδόσεως της.

Στη σχετική διαδικασία, που ακολούθησε κατόπιν αιτήσεως της μισθώτριας, συνοδευόμενης με τα αναγκαία δικαιολογητικά, το μίσθιο κρίθηκε ακατάλληλο ως "αποθήκη τροφίμων χονδρικού εμπορίου", διότι δεν είχε, από πολεοδομικής απόψεως, δυνατότητα χρήσεως ως "καταστήματος" (χώρος κυρίας χρήσεως), όπως προέβλεπε η Υ.Δ.Α1β/8577/1983 σε συνδυασμό με τις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους.

Ακολούθησε προσπάθεια της μισθώτριας, σε συνεργασία με τους εκμισθωτές, προς τους οποίους ανακοινώθηκε το πρόβλημα, προκειμένου να επιτευχθεί η αλλαγή χρήσεως του μισθίου από "αποθήκη" σε "κατάστημα", χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, διότι στην περιοχή του μισθίου, με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις, δεν ήταν δυνατή η επιδιωχθείσα μεταβολή.

Διατάχθηκε έτσι από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Ρέντη η σφράγιση του μισθίου, προς αποτροπή της οποίας η μισθώτρια μετέφερε κατά μήνα Αύγουστο 2007 τις αποθηκευμένες σ' αυτό ποσότητες τόνου RIO MARE σε άλλο χώρο, αφού το αίτημα της στο Διοικητικό Δικαστήριο Πειραιώς για προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί σφραγίσεως με προσωρινή διαταγή είχε απορριφθεί, ενώ η απόφαση (1141/9.10.2007) του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία χορηγήθηκε πράγματι η εν λόγω προσωρινή διαταγή δημοσιεύθηκε σε χρόνο, που την καθιστούσε πλέον ανεπίκαιρη.

Προηγουμένως είχε κινηθεί η διαδικασία δικαστικής προσφυγής κατά της αρνήσεως της Νομαρχίας Πειραιώς να προβεί στην έκδοση της αιτηθείσας για το μίσθιο άδειας λειτουργίας καταστήματος, η προσφυγή όμως απορρίφθηκε με τη με αριθμ. 602/31.2.2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Έπειτα από όλες τις παραπάνω εξελίξεις, η μισθώτρια, ισχυριζόμενη ότι η αδυναμία λήψεως άδειας λειτουργίας καταστήματος συνιστά πραγματικό ελάττωμα και σπουδαίο λόγο λύσεως της μισθώσεως, προέβη στην καταγγελία της για το κύριο μίσθιο με τις από 7.9.2007 και 12.10.2007 εξώδικες δηλώσεις της, γνωστοποιώντας στους εκμισθωτές την πρόθεση της να τους αποδώσει το μίσθιο μέχρι το τέλος .Οκτωβρίου 2007, ενώ με τη νεότερη, από 18.10.2007, εξώδικη δήλωση της τους κάλεσε να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου, χωρίς όμως θετική ανταπόκριση εκ μέρους τους.

Όμοια καταγγελία της μισθώτριας έγινε με την από 7.9.2007 εξώδικη δήλωση της και για τον μισθωμένο ακάλυπτο χώρο, αφού η μίσθωση τούτου ήταν παρακολουθηματική της μισθώσεως του κύριου χώρου, από την ύπαρξη της οποίας εξαρτιόταν και η δική της ισχύς. Σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, ότι η εμπορία του τόνου RIO MARE αποτελεί σημαντικό τμήμα της εμπορικής δραστηριότητας της μισθώτριας εταιρίας, στην ύπαρξη δε και της δυνατότητας εξυπηρετήσεως αυτής της δραστηριότητας απέβλεψε η μισθώτρια με τη μίσθωση του συγκεκριμένου μισθίου, ενώ, όπως επίσης σημειώθηκε ανωτέρω, οι εκμισθωτές ήσαν εν γνώσει αυτής της δραστηριότητας (διακινήσεως του τόνου RIO MARE), που αρχικά και για σημαντικό χρονικό διάστημα καλυπτόταν από την προαναφερθείσα άδεια "αποθήκη τροφίμων και ποτών χονδρικού εμπορίου".

Η εκ των υστέρων βεβαιωθείσα από τις αρμόδιες αρχές αδυναμία λήψεως τέτοιας άδειας για το μίσθιο αποτελεί ασφαλώς, σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη σύμβαση μισθώσεως, πραγματικό ελάττωμα που δικαιολογεί - κατ' αρχήν - την για σπουδαίο λόγο καταγγελία της μισθώσεως εκ μέρους της μισθώτριας κατ' άρθρο 585 ΑΚ.

Όπως ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία περαιτέρω αποδείχθηκε, κατά τη συνομολόγηση των επίδικων μισθώσεων (25.7.1997) η μισθώτρια εγνώριζε και, σε κάθε περίπτωση, από βαριά αμέλεια αγνοούσε το παραπάνω πραγματικό ελάττωμα. Η κρίση δε τούτη στηρίζεται ιδίως στα εξής περιστατικά: Α) Η μισθία αποθήκη κατασκευάστηκε το 1970, βάσει αδείας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, σε περιοχή εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και ήταν εξαρχής προορισμένη να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη.

Τούτο ήταν γνωστό στη μισθώτρια, αφού όπως εκτέθηκε πιο πάνω, ως αποθήκη τη χρησιμοποιούσε από το έτος 1978 βάσει προγενέστερης μίσθωσης. Β) Όπως σημειώθηκε επίσης πιο πάνω, η επιχείρηση της μισθώτριας λειτουργούσε αρχικά βάσει αδείας, η οποία έληξε το 1993. Προηγουμένως ωστόσο και συγκεκριμένα από 8.9.1983, δηλαδή μετά την έκδοση και πριν από τη λήξη της ισχύος της αδείας αυτής, άρχισε να ισχύει η Υγ.

Διάταξη Α1β/8577/1983, με το άρθρο 45 της οποίας, όπως αυτό ερμηνεύτηκε με σχετικές εγκυκλίους, οι αποθήκες τροφίμων ή ποτών χονδρικού εμπορίου ιδρύονται και λειτουργούν, όπως όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, δηλαδή σε χώρους κυρίας χρήσεως που προορίζονται για κατάστημα σύμφωνα με τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις.

Η επίδικη όμως αποθήκη, όπως προαναφέρθηκε, είχε εξαρχής κατασκευαστεί για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη και συνεπώς δεν πληρούσε την ως άνω προϋπόθεση και δεν ήταν πλέον κατάλληλη για την αποθήκευση τροφίμων ή ποτών (βλ. σχετ. και την 602/2006 απόφαση του Τριμ. Διοικ. Πρωτ. Πειραιώς). Γ) Την έλλειψη της παραπάνω προϋπόθεσης η μισθώτρια, λόγω της πολύχρονης -καθώς δεν αμφισβητείται- ενασχόλησης της με την εμπορία τροφίμων και συναφών ειδών, εγνώριζε και γι' αυτόν προφανώς το λόγο, ενώ η προαναφερόμενη άδεια είχε λήξει από το 1993, γεγονός που αυτή επίσης γνώριζε (βλ.

σχετική ομολογία της στη σελ.13 της εφέσεως), δεν επιδίωξε έκτοτε την ανανέωση της ή την έκδοση νέας αδείας, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιεί την επίδικη αποθήκη και να αποθηκεύει σ' αυτήν τρόφιμα (τον τόνο RIO MARE) χωρίς άδεια μέχρι το 1999, όποτε σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο διαπιστώθηκε η εν λόγω έλλειψη και υποδείχθηκε σ' αυτήν να εφοδιαστεί με την κατά νόμο άδεια.

Έτσι, η μισθώτρια αναγκάστηκε να κινήσει τη διαδικασία μετατροπής της χρήσης του μισθίου, αλλά η προσπάθεια της απέβη άκαρπη, η προσφυγή δε που άσκησε κατά της σχετικής αρνήσεως της Διοίκησης, όπως επίσης προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε με την 602/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό, ότι είναι νόμιμος και βάσιμος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός - ένσταση των εκμισθωτών, ότι δηλαδή το προαναφερόμενο πραγματικό ελάττωμα της μίσθιας αποθήκης υπήρχε από τότε που άρχισε να ισχύει η παραπάνω υγειονομική διάταξη (Σεπτέμβριο 1983) και ότι κατά το χρόνο που συνομολογήθηκε η επίδικη μίσθωση (25.7.1997) η μισθώτρια το εγνώριζε, οι αντίθετοι δε ισχυρισμοί της τελευταίας, ότι δηλαδή το ελάττωμα ανεφάνη για πρώτη φορά το 2007 (οπότε διατάχθηκε αρμοδίως η σφράγιση του μισθίου) άλλως το 2000 (οπότε το μίσθιο κρίθηκε για πρώτη φορά ακατάλληλο για αποθήκευση του τόνου RIO MARE) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Αβάσιμος είναι επίσης ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - μισθώτριας, ότι ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός των εφεσίβλητων - εκμισθωτών είναι απαράδεκτος για το λόγο ότι δεν είναι ορισμένος και επιπλέον δεν προτάθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προφορικώς. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις των εκμισθωτών καθώς και από προτάσεις που αυτοί υπέβαλαν στο Δικαστήριο τούτο κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα 130/2009 απόφαση του, τον υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό οι εκμισθωτές είχαν προβάλει πρωτοδίκως με σαφήνεια και τον είχαν επαναφέρει και στο Δικαστήριο τούτο με τις ως άνω προτάσεις τους με ρητή μάλιστα επίκληση των εφαρμοστέων εδώ άρθρων 579 και 586 ΑΚ (βλ.

ιδίως σελ.24 επ, 33, 42 επ. των τελευταίων αυτών προτάσεων). Σε κάθε, άλλωστε, περίπτωση τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος αναφέρεται σε κεφάλαιο της εκκαλουμένης που πλήττεται με την έφεση, μπορούσαν οι εκμισθωτές εφεσίβλητοι να προβάλουν παραδεκτώς για πρώτη φορά στον δεύτερο βαθμό σύμφωνα με το άρθρο 527 § 1 Κ.Πολ.Δ., αφού συντελεί στην απόκρουση της έφεσης και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης.

Ενόψει τούτων και όσων σημειώθηκαν στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, αφού αποδείχθηκε ότι κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης η μισθώτρια εγνώριζε και πάντως από βαριά αμέλεια αγνοούσε το επίμαχο πραγματικό ελάττωμα, δεν είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τις επίδικες μισθώσεις.

Επομένως, η γενόμενη απ' αυτήν καταγγελία των μισθώσεων είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση τους. Με τα δεδομένα αυτά, οι ένδικες αγωγές των εκμισθωτών είναι βάσιμες, η δε εναγομένη μισθώτρια οφείλει πράγματι στους ενάγοντες -εκμισθωτές τα αιτούμενα απ' αυτούς μισθώματα και διαφορά εγγυοδοσίας, δηλαδή 108.303,90 ευρώ για μισθώματα της αποθήκης, 13.127,70 ευρώ για μίσθωμα του ακάλυπτου χώρου και 3.097,48 ευρώ για διαφορά της εγγυοδοσίας, όπως ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη, κατά της οποίας ως προς το ύψος των απαιτήσεων αυτών δεν προβάλλεται με την έφεση κάποια αιτίαση.

Αντίθετα, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, οι αγωγές της μισθώτριας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες στην ουσία. Επομένως, η εκκαλουμένη, εφόσον, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, στις ίδιες κρίσεις κατέληξε, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, οι αντίθετοι δε ισχυρισμοί της εκκαλούσας-μισθώτριας, οι οποίοι συγκροτούν τον ερευνώμενο δεύτερο λόγο της έφεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Σημειώνεται ότι ο τρίτος και τελευταίος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η εκκαλουμένη άφησε αδίκαστο το αίτημα των αγωγών της για μείωση του μισθώματος και ο οποίος απορρίφθηκε με την 130/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως αβάσιμος στην ουσία, δεν ερευνάται ξανά, διότι ως προς την κρίση της αυτή η παραπάνω απόφαση δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης της μισθώτριας και δεν αναιρέθηκε.

Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την περιεχόμενη στην παρούσα (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν." To Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις ύστερα από αντικατάσταση παραδεκτή κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ, των αιτιολογιών τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κατ' αποτέλεσμα κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές για καταβολή μισθωμάτων αφού κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της αναιρεσείουσας της ένδικης μίσθωσης και απορρίφθηκαν οι αγωγές της αναιρεσείουσας μισθώτριας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 576, 579, 580 και 585, 586, 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια ήδη από του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης μίσθωσης (25-7-1997) γνώριζε την κατάσταση της μισθωθείσας αποθήκης και το πολεοδομικό καθεστώς της ότι είχε ανεγερθεί με βάση άδειας του 1970, εκτός σχεδίου που απέκλειε το χαρακτηρισμό της ως χώρου αποθήκευσης τροφίμων λόγω υγειονομικού ενδιαφέροντος, γνωρίζοντας λόγω της μακροχρόνιας ασχολίας της με τα εμπορεύματα που εμπορεύεται ότι η μισθωθείσα αποθήκη δεν ήταν κατάλληλη για την αποθήκευση εμπορευμάτων τροφίμων και για τον εφοδιασμό της με την αναγκαία άδεια λειτουργίας από την αρμόδια διοικητική αρχή ήδη από το 1983 πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της γνώσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας μισθώτριας της ύπαρξης του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματός της ήδη πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης και δικαιολογούν την παραδοχή των αντίστοιχου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψης της έφεσης και των αγωγών της αναιρεσείουσας όπως και την παραδοχή των αγωγών των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δίκαιου των άρθρων 576, 579, 580, 585, 586 και 281 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. Ειδικότερα, με βάση και τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, η βασική παραδοχή της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 399/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε αμέσως ανωτέρω κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για τη γνώση της αναιρεσείουσας πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης στις 25-7-1997 και αναδρομικά ήδη από το Σεπτέμβριο 1983 που άρχισε να ισχύει η Υγειονομική Διάταξη Α1β/8577/1983, δεν αντιφάσκει ούτε αναιρείται από την παραδοχή της ίδιας απόφασης, ότι η αδυναμία λήψεως από την αναιρεσείουσα από την αρμόδια Διοικητική Αρχή της άδειας αποθήκης τροφίμων και ποτών χονδρικού εμπορίου για το ένδικο μίσθιο βεβαιώθηκε εκ των υστέρων και ιδιαίτερα μετά την υπ' αριθ. 602/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της αρνήσεως της Νομαρχίας Πειραιώς να προβεί στην έκδοση της αιτηθείσας άδειας λειτουργίας, εφ' όσον η τελευταία προσβαλλόμενη ως αντιφατική παραδοχή αναφέρεται αποκλειστικά στον αφετηριασμό κατά συνεκδοχή του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης (κατ' αρχήν) και όχι στον αποκλεισμό της ασκήσεως του ίδιου δικαιώματος από τη διαγνωσθείσα με την κύρια αιτιολογία γνώση της ύπαρξης του ένδικου πραγματικού ελαττώματος ήδη πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης (25-7-1997) και αναδρομικά ήδη από το Σεπτέμβριο 1983.

Εξ άλλου, οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της γνώσης δηλαδή εκ μέρους της αναιρεσείουσας, του ένδικου πραγματικού ελαττώματος της αδυναμίας χορηγήσεως άδειας λειτουργίας για το ένδικο μίσθιο έστω και μέσω Πολεοδομικής αλλαγής χρήσεως πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

α) ότι αγνοούσε την ύπαρξη του πιο πάνω ελαττώματος κατά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, β) ότι η πραγματική παρακώλυση της χρήσεως επήλθε για πρώτη φορά το 2007 όταν διατάχτηκε η σφράγιση του μισθίου άλλως το 2000 όταν το μίσθιο κρίθηκε για πρώτη φορά κατάλληλο για την αποθήκευση του τόννου RIO MAREκαι γ) ότι η προαναφερθείσα Υγειονομική διάταξη δεν αφορά εκμισθώσεις αποθηκών είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. O λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγους έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του με την έννοια του πράγματος ισχυρισμούς-γεγονότα που δεν είχαν παραπεμφθεί σ' αυτό κατ' άρθρο 580 και 581 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. με την αναιρετική υπ'αριθ.1011/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα, ότι το Εφετείο διερεύνησε το κύρος της ένδικης καταγγελίας της και την ισχύ της υπ' αριθ.

Α1β/8577 Υγειονομικής Διατάξεως του 1983. Από την απόφαση εκείνη ως διαδικαστικό έγγραφο προκύπτει, ότι έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος του από 21-5-2009 αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών με τον οποίο αποδιδόταν στην προσβαλλόμενη τότε Εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των τότε αναιρεσειόντων, που προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκαν προσηκόντως με τις έγγραφες προτάσεις τους, για την κατ' άρθρ. 527 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

απόκρουση της έφεσης της μισθώτριας εταιρείας, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 576, 579, 580, 586 και 281 του Α.Κ., ότι "η αναιρεσίβλητη μισθώτρια γνώριζε από του χρόνου κατάρτισης της νέας ένδικης μίσθωσης στις 25-7-1997 την κατάσταση της μισθωθείσας αποθήκης και το πολεοδομικό καθεστώς της, ότι είχε ανεγερθεί με βάση άδεια του 1970 εκτός σχεδίου, που απέκλειε το χαρακτηρισμό της ως χώρου αποθήκευσης τροφίμων λόγω υγειονομικού ενδιαφέροντος, ότι ουδέποτε είχε γνωστοποιήσει σ' αυτούς το πρόβλημα που υπήρχε σχετικά με τη λήξη της αρχικής άδειας το 1993, όταν και τότε βρισκόταν στη χρήση του μισθίου δυνάμει προηγηθείσης άλλης μισθώσεως και ότι τελώντας σε γνώση της ανυπαρξίας άδειας λειτουργίας της μισθίας αποθήκης ως καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος προχώρησε στη σύναψη της νέας από 25-7-1997 συμβάσεως μισθώσεως και στη συνέχεια στην από 22-11-2004 τροποποίηση, γνωρίζοντας λόγω της μακροχρόνιας ασχολίας της, με τα προϊόντα που εμπορεύεται ότι η μισθωθείσα αποθήκη δεν ήταν κατάλληλη για την αποθήκευση εμπορευμάτων τροφίμων και για τον εφοδιασμό της με την αναγκαία άδεια λειτουργίας από την αρμόδια διοικητική αρχή, ώστε δε δικαιούται στην άσκηση της ένδικης καταγγελίας και σε κάθε περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών".

Ενόψει του πιο πάνω αναιρετικού πορίσματος μεταβιβάστηκε κατά παραπομπή στο Εφετείο, στο οποίο και εισήχθη για εκδίκαση, η έρευνα του αντίστοιχου καταλυτικού ισχυρισμού των τότε αναιρεσειόντων και τώρα αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών. Η ουσιαστική δε αυτή έρευνα των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών που συγκροτούσαν τον παραπεμφθέντα ισχυρισμό δεν ήταν χρονικά άσχετος με την προαναφερθείσα υγειονομική διάταξη του έτους 1983, αλλά ούτε και με την προηγηθείσα καταγγελία της αναιρεσείουσας μισθώτριας λόγω της ύπαρξης του ένδικου πραγματικού ελαττώματος και τη βεβαίωσή του από τις αρμόδιες αρχές με τις πιο πάνω συνθήκες είτε από το 2000 είτε από το 2007, εφόσον το κύρος της καταγγελίας αυτής τελούσε απόλυτα υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως ή όχι του αντίστοιχου ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων εκμισθωτών για τη γνώση της αναιρεσείουσας μισθώτριας του ένδικου πραγματικού ελαττώματος με τις πιο πάνω συνθήκες.

Εξ' άλλου, η έρευνα με τις πιο πάνω συνθήκες από την προσβαλλόμενη της ισχύος και των προϋποθέσεων εφαρμογής της πιο πάνω υγειονομικής διατάξεως του έτους 1983 δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αποτελούσε επιχείρημα του Δικαστηρίου συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων ιδιαίτερα δε των αποφάσεων των Διοικητικών Δικαστηρίων που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη και ασχολήθηκαν με την ίδια Υγειονομική διάταξη, αλλά και της ομολογίας της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνεται στην κριθείσα έφεσή της, ότι γνώριζε πως η άδεια λειτουργίας που διέθετε είχε λήξει από το 1993, δηλ.

πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης την 25-7-1997. Επομένως ο αντίστοιχος πρώτος αναιρετικός λόγος ως και προς τα δύο μέρη του από τον αριθ.8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος. Κατά συνεκδοχή δε προς τις πιο πάνω παραδοχές κρίνεται αβάσιμος και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.11β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τη συναγωγή τεκμηρίων αμφισβητούμενη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας υγειονομικής διάταξης του έτους 1983, αλλά και σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους που δεν προσκομίσθηκαν, εφ' όσον οι πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη συναγωγή του αντίστοιχου αποδεικτικού πορίσματος μέσω επιχειρημάτων συναγομένων από προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, στηρίζεται κατά τις ίδιες παραδοχές στις προηγηθείσες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων.

IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π.1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2005, Α.Π.1055/2005), αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. διαδικασία (ΑΠ 1933/2006). Εν όψει αυτών πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 780/2004).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 139/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία γνώριζε με τις πιο πάνω συνθήκες διαχρονικά την ύπαρξη του ένδικου πραγματικού ελαττώματος παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του ν.2190/1920 και 68, 71 και 214 Α.Κ., γιατί δεν προσδιόρισε στην απόφασή του ποιά ήταν εκείνα τα όργανα της αναιρεσείουσας που γνώριζαν με τις πιο πάνω συνθήκες το πραγματικό ελάττωμα.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζομένου επισήμου αντιγράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε νόμιμα με τις προτάσεις αυτές ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι δεν είχαν λάβει γνώση τα συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα που διαχρονικά την εκπροσωπούσαν εν όψει του ότι επί νομικού προσώπου όπως στην προκειμένη περίπτωση για την συμβατική δέσμευσή του αρκεί η ανάλογη "χρήση" του όρου "νομίμως εκπροσωπουμένης" και μόνον εφ' όσον ρητά αμφισβητηθεί εκ μέρους του νομικού προσώπου η αντιπροσωπευτική εξουσία του οργάνου του του χρόνου που φέρεται ότι έλαβε χώρα η σχετική δήλωση που φέρεται, ότι εδέσμευσε το νομικό πρόσωπο, τότε και μόνον υποχρεούται ο αντίδικος του νομικού προσώπου να επικαλεσθεί ονομαστικά το φυσικό πρόσωπου που εξεδήλωσε την δεσμευτική για το νομικό πρόσωπο βούλησή του.

Επομένως, εφ' όσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα, συγχρόνως δε ν' απορριφθεί και ο συναφής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν ήταν δυνατόν στο Εφετείο να προβλέψει και να προβάλλει τον ίδιο ισχυρισμό.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.) λόγω της ήττας της, όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 399/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ