Legislator Case Law & Legislation
1464/2008 AI generated

1464/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1464/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 13-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

1464/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1464 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1464/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Θεσσαλιώτιδας", που εδρεύει στο Νέο Μοναστήριο Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαντζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγέλου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 13-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 966 και 967 του ΑΚ, εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινής χρήσεως πράγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι πλατείες, οι οποίες αποτελούν προεκτάσεις ή συνέχειες οδών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 968 του ίδιου Κώδικα, τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο.

Τον χαρακτήρα της κοινόχρηστης πλατείας σε ένα ακίνητο μπορεί να προσδώσει και η κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα (Β. Δ/τος 29.10/6.12.1949 ) κύρωση της οριστικής διανομής ακινήτων για την αποκατάσταση γηγενών ή προσφύγων. Ειδικότερα οι προβλεπόμενες με τη διανομή αυτή πλατείες περιέρχονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 και 164 παρ. 1 εδ.

α` του Αγροτικού Κώδικα (αντίστοιχα άρθρο 173, σε συνδυασμό με άρθρο 198, του παλαιού Αγροτικού Κώδικα - π.δ. 31.8/19.9.1935), στην Κοινότητα στην περιφέρεια της οποίας βρίσκονται. Η κυριότητα και η νομή τους περιέρχεται στην οικεία κοινότητα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα, από τη μεταγραφή της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία επικυρώνεται η οριστική διανομή (ΑΕΔ 31/1990).

Ενόψει τούτων, ο ισχυριζόμενος ότι κάποιο ακίνητο αποτελεί κοινόχρηστη πλατεία, πρέπει να προσδιορίζει, για να είναι ο ισχυρισμός του ορισμένος, το νόμιμο τρόπο με τον οποίο απέκτησε την ιδιότητα αυτή. Προκειμένου δε για Κοινότητα, όταν ισχυρίζεται ότι είναι κυρία κοινόχρηστης πλατείας, περιλαμβανόμενης σε εποικισμένη, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, περιοχή, απαιτείται να αναφέρει όχι μόνο ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή των αγροτικών ακίνητων της περιοχής, αλλά και ότι μεταγράφηκε η σχετική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία κυρώθηκε η οριστική διανομή, αφού μόνο από τη μεταγραφή αυτήν οι πλατείες, που προβλέπονται στα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής, περιέρχονται κατά κυριότητα στην Κοινότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων Δήμος, με την ένδικη από 11-2-2002 αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και για τη θεμελίωση της κύριας βάσης αυτής, εξέθεσε, ότι κατά την οριστική διανομή, έτους 1956, αγροκτήματος της περιοχής του, που κυρώθηκε νόμιμα, είχε περιέλθει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 164 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, στην πρώην Κοινότητα Μοναστηρίου Φθιώτιδας, την οποία διαδέχθηκε αυτός κατά τις διατάξεις του ν.2539/1997, η επίδικη κοινόχρηστη έκταση, εμβαδού 500 τ.μ., ως αναγκαίος για πλατεία του οικισμού Νέου Μοναστηρίου κοινόχρηστος χώρος.

Ότι, στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ.7078/1975 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε στην ως άνω Κοινότητα η κυριότητα και νομή της επίδικης έκτασης, ως τμήμα μεγαλύτερης κοινόχρηστης έκτασης, εμβαδού 3.000 τ.μ. Ότι ακολούθως, με το υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Δομοκού Αγορής Χριστίνας Πολύζου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Κοινότητα Νέου Μοναστηρίου συνέστησε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δωρεά επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία εκείνο αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. 1000886/51α /001/1998 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξης, και ότι η γενόμενη με το συμβόλαιο αυτό δικαιοπραξία της δωρεάς και μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου είναι άκυρη, εφόσον το ακίνητο αυτό αποτελούσε κοινόχρηστη έκταση (πλατεία), και ως εκ τούτου ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής.

Κατόπιν του ιστορικού αυτού ζήτησε ο αναιρεσείων με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κοινόχρηστη έκταση που ανήκει στην κυριότητά του, ως διάδοχο της πρώην Κοινότητας Νέου Μοναστηρίου, και ότι η γενόμενη με το παραπάνω συμβόλαιο δωρεά και μεταβίβαση του επιδίκου στο εναγόμενο είναι άκυρη.

Η αγωγή έχοντας, κατά την κύρια βάση αυτής, το παραπάνω περιεχόμενο είναι αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της, ότι η γενόμενη κατά το έτος 1956 οριστική διανομή ακινήτων της περιοχής του αγροκτήματος Νέου Μοναστηρίου, επικυρώθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου, δηλαδή δεν προσδιορίζεται στην αγωγή στοιχείο, το οποίο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 31 και 164 παρ. 1 εδ.

α` και 4 του Αγροτικού Κώδικα, είναι αναγκαίο για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την πρώην Κοινότητα Νέου Μοναστηρίου, της οποίας διάδοχος από το νόμο τυγχάνει ο αναιρεσείων. Επομένως, το Εφετείο, που, με την ίδια αιτιολογία έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή, κατά την παραπάνω κύρια βάση της, είναι αόριστη και άκυρη ως δικόγραφο, δεν αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αγροτ.

Κώδικα για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, ο δε περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2007 αίτηση του Δήμου Θεσσαλιώτιδας Ν. Φθιώτιδας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 118/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ