1464/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 814/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8023/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 6/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος της από 25-2-2006 αίτησης για αναίρεση της 8023/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1464/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την επαναφορά ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, όχι όμως και των επί των πρώτων αναλογούντων και παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.
Full text
Απόφαση 1464 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1464/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 814/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8023/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 6/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος της από 25-2-2006 αίτησης για αναίρεση της 8023/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί παραλείψεως από της προαγωγής υπαλλήλου του ΟΤΕ σύμφωνα με τον ΓΚΠ-ΟΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του α.ν. 301/1968, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ. 165/1973), ο οποίος υπερέχει καταφανώς, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλων συναδέλφων του, που προήχθησαν έναντι εκείνου, υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 επ. ΑΚ, από την οποία πηγάζουν απαιτήσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως του παραλειφθέντος υποκείμενες σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (άρθρ. 937 εδάφ. α' ΑΚ) δηλαδή από τότε που ο παραλειφθείς έλαβε κατά οιονδήποτε τρόπο γνώση της αποφάσεως για τη μη προαγωγή του, χωρίς να απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής και η γνώση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε να μπορεί ο ίδιος να διαπιστώσει ότι η παράλειψή του έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος του εργοδότη του, δοθέντος μάλιστα ότι κατά τον ισχύ νόμου έχοντα ΓΚΠ-ΟΤΕ δεν προβλέπεται γνωστοποίηση του λόγου της μη προαγωγής στους κριθέντες ως μη προακτέους στο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Εν προκειμένω από την επισκόπηση της ένδικης από 7-10-2002 αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος που υπηρετούσε με το βαθμό του Τομεάρχη Τ-ΤΛ στον αναιρεσείοντα Οργανισμό ισχυριζόμενος ότι παρανόμως παραλείφθηκε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις των ετών 1993, 1994 και 1995 ζήτησε την αναγνώριση της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος σε καταβολή αποζημιώσεως. 'Οπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ο τελευταίος πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέλαβε νομίμως στο Εφετείο ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της ζημίας του και του προς αποζημίωση υποχρέου από 28-3-1995 όταν συνεδρίασε το ΔΣ του αναιρεσείοντος για προαγωγές Τομεαρχών σε Υποδιευθυντές και ότι έκτοτε μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (9-10-2002) παρήλθε πενταετία.
Ο ισχυρισμός αυτός της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση των ενδίκων αξιώσεών του, αφού αυτές είχαν υποκύψει σε παραγραφή, όπως διατυπώθηκε, είναι επαρκώς ορισμένος, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως αόριστο με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρθηκε ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν σε γνώση του υπαλλήλου τα στοιχεία της παραλείψεώς του, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 εδάφ.
α' ΑΚ με το να αξιώσει για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι στην ουσία του ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ.14 (αληθώς όμως από τον αριθ.1) ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο ΄Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την επαναφορά ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, όχι όμως και των επί των πρώτων αναλογούντων και παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.
Α.Π. 11/2007). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ο.Τ.Ε. με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου την 23-3-2007, ήτοι πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αυτού όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα επ΄ αυτών, υπέβαλε παραδεκτώς αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της 8023/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 24.138,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, το οποίο εκουσίως κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης.
Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις, είναι νόμιμη. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 23-3-2006 απόδειξη προκύπτει ότι ο αναιρεσείων (Ο.Τ.Ε.) κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο (το κύριο όνομα του οποίου αναγράφεται στην απόδειξη ως ....... και όχι ως ......, χωρίς να αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, ότι δεν είναι αυτό που έλαβε το αναφερόμενο στην απόδειξη χρηματικό ποσό), α) 16.956 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) 6.182,71 ευρώ για νόμιμους τόκους και γ) 1.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη, ήτοι συνολικά 24.138,71 ευρώ για μετ΄ αφαίρεση κρατήσεων για χαρτόσημο, ΤΑΠ σύνταξης, ταμεία αρωγής, χαρτόσημο τόκων, Φ.Μ.Υ., φόρο και αμοιβή δικηγόρου ήτοι συνολικά 7.257,78 ευρώ, 16.880,93 ευρώ.
Το τελευταίο αυτό ποσό, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος και όχι το επιδικασθέν ποσό των 24.138,71 ευρώ, πρέπει να επιστρέψει αυτός μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο κατά παραδοχή του άνω αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ως εν μέρει βάσιμου κατ΄ ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8023/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται εν μέρει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα δέκα έξι χιλιάδες οχτακόσια ογδόντα και ενενήντα τρία λεπτά (16.880,93) ευρών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ