Supreme Court dismisses appeal on defamation conviction, upholding specific reasoning and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a defamation conviction, ruling the lower court's reasoning was specific and comprehensive. The appellant argued for procedural defects in the indictment and logical gaps in the judgment's justification regarding the defendants' identities. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly identified the defendants and applied the relevant criminal statutes without violating legal principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173(1), 174(2), 320(2), 321(1)(d), (e), 4 of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(b) of the Code of Criminal Procedure: The indictment must contain the precise definition of the act, the penal code article, the official seal, and the prosecutor's signature; the judgment must provide specific and detailed reasoning regarding the established facts and the application of substantive criminal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1464 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1464/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεώργιου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καμπά, περί αναιρέσεως της 214/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΕΓΕΚ ΑΕ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ1 και 3) Ψ2 , που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2006.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα.
Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή.
Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι «το αντίτυπο» που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου εγγράφου, σύμφωνα και με την έννοια της λέξης «αντίτυπο» που χρησιμοποιείται στο νόμο.
Άλλωστε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ. ε΄ ΚΠΔ απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόχειρη τοιαύτη. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία, μετά την απόρριψή της με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, επειδή αυτό που επιδόθηκε στον ίδιο, αφενός μεν δεν έφερε την ιδιόχειρη υπογραφή του εισαγγελέα, αλλά την υπογραφή του αποτυπούμενη με μηχανικό μέσο, αφετέρου δε ότι σε αυτό δεν αναφερόταν και τα άρθρα 12, 51, 53, 57, 83, 84 και 85 του ΠΚ.
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αρκεί, για το κύρος του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο, η υπογραφή του εισαγγελέα και με μηχανικό μέσο, ενώ τα αναφερόμενα ως ελλείποντα άρθρα δεν είναι από εκείνα που τυποποιούν την πράξη ως έγκλημα και προβλέπουν την ποινή για αυτό, όπως εδώ την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρονται σε διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως ότι οι διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ εφαρμόζονται για πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 12), οι διατάξεις για τις κύριες ποινές (άρθρα 51, 53, 57 ΠΚ) και τέλος οι διατάξεις που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών, τις ελαφρυντικές περιστάσεις και τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής (άρθρα 83, 84 και 85 ΠΚ).
Τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας σωστά και με πλήρη αιτιολογία, ως αβάσιμη, την προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος. 3.
Η ποινική δίωξη για το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ασκείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 Π.Κ., μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 3 εδ. πρώτο του ν. 2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στον τελευταίο νόμο σύντμηση προθεσμιών αναφέρεται μόνο στις προθεσμίες που προβλέπονται στον ΚΠΔ και όχι στις προθεσμίες που προβλέπονται στο ΠΚ, όπως η τρίμηνη προθεσμία υποβολής της έγκλησης του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ισχύει και προκειμένου για τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου και διώκονται κατ' έγκληση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το δικάσαν Δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, ως εκ του ότι η έγκληση υποβλήθηκε μετά τη συμπλήρωση ενός και ημίσεως μηνός (στις 6-6-3003) από την τέλεση της πράξης (6-4-2003 και 20-4-2003), αλλά προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. 4.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος, μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε το έγκλημα συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο μόνο του ν.2243/1994 (που ισχύει από της 30-10-1994), όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, συντελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν.
Τέτοια, όμως, αιτιολογία απαιτείται στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο, όπως συμβαίνει στα πιο πάνω εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ειδικός δόλος.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον ΄Αρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 214/2006 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν κατά πλειοψηφία τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος Χ είναι Πρόεδρος του Δ.Σ της κατασκευαστικής εταιρείας ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε., οι δε δύο εγκαλούντες πολιτικώς ενάγοντες Ψ2 και Ψ1 είναι, αντίστοιχα, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της, επίσης κατασκευαστικής, εταιρείας ΑΕΓΕΚ ΑΕ. Και οι δύο παραπάνω εταιρείες συμμετείχαν πολλές φορές κατά το παρελθόν σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς για την ανάληψη δημοσίων έργων και μάλιστα ως «κοινοπραξία» είχαν αναλάβει την από κοινού εκτέλεση δημοσίων έργων κατόπιν σχετικών μειοδοτικών διαγωνισμών, στους οποίους είχαν επιλεγεί ως «κοινοπραξία» να αναλάβουν τα έργα αυτά.
Οι μετοχές αμφοτέρων των άνω εταιρειών διαπραγματεύονται στο ΧΑΑ, όπου είναι εισηγμένες, είναι δε γνωστοί στο ευρύ κοινό τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και οι δύο εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες ως «κεφαλές», αντίστοιχα, των εν λόγω εταιρειών. Σε προηγούμενο διαγωνισμό της ΔΕΗ για το έργο ΥΗΕ Μεσοχώρας, που συμμετείχαν τόσο οι άνω εταιρείες, όσο και άλλες εταιρείες, η εταιρεία του κατηγορουμένου ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.
επελέγη για την εκτέλεση τμήματος τους όλου έργου. Στον επίμαχο διαγωνισμό της ΔΕΗ για το έργο ΥΗΕ Ιλαρίωνα και στην πρώτη φάση αυτού για την προεπιλογή εταιρειών, εκ των ενδιαφερομένων για την εκτέλεσή του, συμμετείχαν, επίσης, μεταξύ και άλλων εταιρειών, τόσο η εταιρεία του κατηγορουμένου ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε., όσο και η εταιρεία των δύο εγκαλούντων ΑΕΓΕΚ, η τελευταία από κοινού με την εταιρεία ΜΕΤΩΝ Α.Ε., ως «κοινοπραξία», και υπέβαλαν σχετικές προσφορές.
Μετά την αξιολόγηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΔΕΗ των φακέλων - προσφορών που υπεβλήθησαν (συνολικά δέκα), προεπελέγησαν έξι (6) μεταξύ των οποίων και η κοινοπραξία ΑΕΓΕΚ – ΜΕΤΩΝ, ενώ αποκλείσθηκαν τέσσερις, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία του κατηγορουμένου ΜΗΧΑΝΙΚΗ. Από τις προεπιλεγείσες εταιρείες που συμμετείχαν στην φάση β', των οικονομικών προσφορών, επελέγη τελικά, ως προσφέρουσα το μικρότερο τίμημα, η κοινοπραξία ΑΕΓΕΚ - ΜΕΤΩΝ.
Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, του οποίου η εταιρεία ΜΗΧΑΝΙΚΗ είχε αποκλεισθεί από τον παραπάνω διαγωνισμό, όπως προαναφέρθηκε, με την από 4.4.2003 ανοικτή επιστολή της εταιρείας του, που υπέγραψε ο ίδιος με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Δ.Σ αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε με δαπάνες της εταιρείας του στο φύλλο της Κυριακάτικης έκδοσης της ημερήσιας εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 6.4.2003 που εκδίδεται στην Αθήνα και διαθέτει αναγνωστικό κοινό πανελληνίως, επιστολή που απευθύνεται προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ της ΔΕΗ και κοινοποιείται προς τον Υπουργό Ανάπτυξης και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ισχυρίσθηκε ότι στον επίμαχο διαγωνισμό του υδροηλεκτρικού έργου του Ιλαρίωνα μεθοδεύτηκε ο αποκλεισμός της εταιρείας ΜΗΧΑΝΙΚΗ, ότι έγινε προσπάθεια εξαπάτησης της ΔΕΗ με συμπαιγνία των επιλεγέντων στο διαγωνισμό, ότι το ποσό της απάτης (ζημία της ΔΕΗ) υπερβαίνει τα ένδεκα (11) δισεκατομμύρια δραχμές...
κλπ., καταλήγοντας με τη δημοσιευθείσα ως άνω στις 6.4.2003 στον ΤΥΠΟ επιστολή της εταιρείας του «ευελπιστούμε ότι το Δ.Σ της ΔΕΗ θα δώσει ένα μάθημα ηθικής τάξης και θα στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στους «απατεώνες». Με τα παραπάνω γεγονότα - ισχυρισμούς, που ισχυρίσθηκε και διέδωσε δια του ΤΥΠΟΥ στις 6.4.2003 ενώπιον του αναγνωστικού κοινού της ως άνω εφημερίδας, «φωτογράφιζε» σαφώς, μεταξύ και άλλων, τους δύο εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες, η εταιρεία των οποίων σε κοινοπρακτική μορφή ήταν στις προεπιλεγείσες και τελικώς επελέγη για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου της ΔΕΗ (ΥΗΕ Ιλαρίωνα) και άφηνε σαφείς αιχμές κατ' αυτών ότι κέρδισαν το διαγωνισμό με συμπαιγνία, χαρακτηρίζοντάς τους «απατεώνες», χωρίς μεν να τους κατονομάζει ρητά, τουθ' όπερ δεν ήταν απαραίτητο, αφού ως προεπιλεγέντες και τελικώς επιλεγέντες (η εταιρεία τους) ήταν γνωστοί, αλλά να τους «φωτογραφίζει» σαφώς.
Τα ανωτέρω που ισχυρίσθηκε και διέδωσε δια του ΤΥΠΟΥ στις 6.4.2003 ατομικά και ως Πρόεδρος του Δ.Σ της εταιρείας ΜΗΧΑΝ/ΚΗ για τους δύο εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ, αντίστοιχα, ενώπιον τρίτων (αναγνωστικού κοινού της παραπάνω εφημερίδας) ήταν ψευδή, όσον αφορά στους εκκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων, την οποία και πράγματι έβλαψαν.
Τελούσε δε ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναληθείας τους αναφορικά με τους δύο εγκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες, με τους οποίους στο παρελθόν είχε συνεργασθεί, λόγω του ότι οι εταιρείες τους είχαν κάνει «κοινοπραξία» και γνώριζε ότι είναι έντιμοι επιχειρηματίες, γνωστοί στο χώρο των κατασκευών δημοσίων έργων, αφού στην Ελλάδα οι εταιρείες είναι γνωστές με τα ονόματα των ιδρυτών τους, παρ' όλα αυτά, όμως, γνωρίζοντας την αναλήθειά τους, τα ισχυρίσθηκε και τα διέδωσε δια του ΤΥΠΟΥ.
Τα αληθή γεγονότα που προέκυψαν από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό είναι ότι για την κατασκευή του ΥΗΕ Ιλαρίωνα διεξήχθη μειοδοτικός διαγωνισμός σε δύο φάσεις, που προκήρυξε η ΔΕΗ, ότι η α' φάση προέβλεπε την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την προεπιλογή υποψηφίων αναδόχων, που θα ικανοποιούσαν τα απαιτούμενα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια εμπειρίας κατασκευής αναλόγων έργων, δηλαδή ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να έχει εκτελέσει ή να εκτελεί τουλάχιστον ένα φράγμα λιθόρριπτο ή και χωμάτινο, μεγάλες κατασκευές από σκυρόδεμα και υπόγεια έργα.
Στην πρόσκληση περιγράφεται το έργο και αναφέρονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, ορίζεται δε ότι σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είναι κοινοπραξία ή όμιλος επιχειρήσεων θα πρέπει τουλάχιστον δύο μέλη και ξεχωριστά το καθένα να κατέχουν την παραπάνω εμπειρία και να συμμετέχουν στην κοινοπραξία με αθροιστικό ποσοστό όχι μικρότερο του 70%.
Ορίζεται, επίσης, ότι εάν η εμπειρία των μελών προέρχεται από έργο, που έχουν εκτελέσει ή εκτελούν κοινοπρακτικά με άλλες εταιρείες, θα πρέπει η συμμετοχή κάθε μέλους στην κοινοπραξία να μην είναι μικρότερη από 30%. Στην α' φάση, όπως προαναφέρθηκε, εκδήλωσαν ενδιαφέρον 10 επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία του κατηγορουμένου ΜΗΧΑΝΙΚΗ, μετά δε την αξιολόγηση των φακέλων ποοεπελέγησαν 6 εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία των δύο εγκαλούντων ΑΕΓΕΚ σε κοινοπραξία με την εταιρεία ΜΕΤΩΝ (με ποσοστά 70% και 30% αντίστοιχα κάθε μία), που με συμμετοχή 50% κάθε μία είχαν κατασκευάσει φράγμα όγκου 5.000.000 μ3, μεγάλο αριθμό σηράγγων μεγάλου μήκους και μεγάλες κατασκευές από σκυρόδεμα πολύ μεγάλου συνολικού όγκου.
Η εταιρεία του κατηγορουμένου είχε κατασκευάσει φράγμα όγκου 1.700.000 μ3 με ποσοστό συμμετοχής στην κοινοπραξία κατασκευής του έργου 33,4% και επίσης μεγάλο αριθμό σηράγγων με μεγάλο συνολικό μήκος και με ποσοστό συμμετοχής 100%, καθώς και μεγάλες κατασκευές από σκυρόδεμα μεγάλου συνολικού όγκου και με το ίδιο ποσοστό συμμετοχής.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία η Επιτροπή έκρινε ότι η εταιρεία του κατηγορουμένου δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία στην κατασκευή φράγματος αναλόγου τεχνικού και οικονομικού μεγέθους με το δημοπρατούμενο και με την αιτιολογία αυτή απέκλεισε την εταιρεία του κατηγορουμένου από τη β' φάση του διαγωνισμού (οικονομικών προσφορών).
Στη β' φάση, μετά την αποσφράγιση των φακέλων η Επιτροπή συνέταξε τον πίνακα μειοδοσίας, μειοδότρια δε αναδείχθηκε η κοινοπραξία ΑΕΓΕΚ - ΜΕΤΩΝ με έκπτωση 13,37%, επί του προϋπολογισμού μελέτης, που στη συνέχεια, μετά από κλήση της ΔΕΗ να βελτιώσει τη προσφορά της, έγινε (η έκπτωση) 20% επί του προϋπολογισμού μελέτης.
Στο μεταξύ, μετά τη γνωστοποίηση των οικονομικών προσφορών η εταιρεία του κατηγορουμένου με επιστολή της προσέφερε έκπτωση 23,37%, την οποία αύξησε σε 34%. Η προσφορά όμως αυτή δεν είχε αντικείμενο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, αφού η τελευταία είχε ήδη αποκλεισθεί στην α' φάση, ήτοι στη φάση της προεπιλογής.
Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζε ο κατηγορούμενος και ειδικότερα γνώριζε ότι η εταιρεία των εγκαλούντων, μια μεγάλη εταιρεία με πολλά και μεγάλα έργα στο ενεργητικό της, είχε όλα τα απαιτούμενα ποιοτικά και ποσοτικά προσόντα και εμπειρία για να συμμετάσχει στον εν λόγω διαγωνισμό κοινοπρακτούσα με την εταιρεία ΜΕΤΩΝ, να είναι στις ποοεπιλεγείσες και να κηρυχθεί τελικά μειοδότρια σε κοινοπραξία με την εταιρεία ΜΕΤΩΝ.
Παρ' όλα αυτά ψευδώς ανέφερε για «συμπαιγνία» στον εν λόγω διαγωνισμό, δηλαδή για «υπόγεια» συνεννόηση και συναπόφαση των δύο εγκαλούντων με άλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι ήταν μεταξύ των προεπιλεγέντων, ώστε να αποκλεισθεί από το διαγωνισμό η δική του εταιρεία, χαρακτηρίζοντάς τους ως «απατεώνες», δηλαδή επιχειρηματίες που ακολουθούν υπόγειες διαδρομές και παράνομα μέσα.
«Φωτογράφιζε» δε σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, τους δύο εγκαλούντες, μεταξύ και άλλων επιχειρηματιών. Αν δεν ήθελε να τους «φωτογραφίσει» θα τους εξαιρούσε με σχετική αναφορά του στο ίδιο δημοσίευμα ή με νεώτερη επιστολή του που θα δημοσίευε στον ΤΥΠΟ. Μάλιστα του δόθηκε τέτοια ευκαιρία όταν οι δύο εγκαλούντες και η εταιρεία τους δημοσίευσαν δια του ΤΥΠΟΥ απάντηση - διαμαρτυρία στην προαναφερόμενη επιστολή του κατηγορουμένου που είχε δημοσιευθεί.
Θα μπορούσε δια του ΤΥΠΟΥ να διευκρινίσει ποίους εννοούσε και να μη συμπεριλάβει σ' αυτούς τους δύο εγκαλούντες. Όμως δεν το έπραξε. Αποδείχθηκε, επομένως, κατά πλειοψηφία, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά τη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του ΤΥΠΟΥ, που έλαβε χώρα στις 6.4.2003 και πρέπει να κηρυχθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό, στο οποίο το δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται. 6.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης τις σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στη διάταξη του άρθρου 363, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 362 ΠΚ, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα με σαφήνεια γίνεται δεκτό από την απόφαση ότι τα δυσφημιστικά γεγονότα που ισχυρίσθηκε δια του τύπου ο αναιρεσείων αναφερόταν στην ιδιότητα των εγκαλούντων ως εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρείας ΑΕΓΕΚ, το γεγονός δε ότι η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε το αναφερόμενο στο σκεπτικό έργο μαζί με την εταιρεία ΜΕΤΩΝ ΑΕ ως κοινοπραξία δεν δημιουργεί ούτε ασάφεια ούτε αντίφαση ως προς τα πρόσωπα των εγκαλούντων, αφού με πληρότητα και μετά από εκτίμηση των εκτιθέμενων περιστατικών καταλήγει η απόφαση στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το δημοσίευμα αφορούσε και αυτούς, έστω και αν δεν τους κατονόμαζε και ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι και εκπρόσωποι της κοινοπραξίας.
Δεν ήταν δε απαραίτητο να διευκρινίζεται στην απόφαση αν τα ίδια δυσφημιστικά περιστατικά, που ήταν ψευδή για τους εγκαλούντες, ήταν αληθή για τους άλλους που είχαν συμμετάσχει στον επίμαχο διαγωνισμό και είχαν προεπιλεγεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη αντιφάσεων ή λογικών κενών εξετάζεται στα πλαίσια της αιτιολογίας, με βάση την οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, και όχι μεταξύ αυτής της αιτιολογίας και των απαλλακτικών για άλλες, έστω και μερικότερες πράξεις, αιτιολογιών της ίδιας απόφασης και κατά συνέπεια αβάσιμα αιτιάται την απόφαση ο αναιρεσείων ότι από τις καταδικαστικές παραδοχές της σε σχέση με την αθωωτική διάταξη για άλλο φερόμενο ως συκοφαντικό δημοσίευμα δημιουργούνται λογικά κενά.
Επομένως, οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τους σχετικούς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ λόγους αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμοι, όπως και οι λόγοι αυτοί.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 127/2006 αίτηση του Χ , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 214/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ