Supreme Court allows appeal against bank settlement, finding insufficient reasoning on causation and legal limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the First Instance Court's partial settlement awarding damages to a depositor. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the causal link between the bank's misleading conduct and the depositor's loss, as well as the application of statutory limits on capital reduction. Consequently, the appeal was allowed, the settlement was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code; Article 169(3) of Law 4099/2012; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A settlement awarding damages is annulled if the appellate court finds the lower court's reasoning inadequate regarding the causal link between the defendant's conduct and the plaintiff's loss or the application of mandatory legal restrictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1463 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1463/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Τσιμπανούλη και Νικόλαο Κλαμαρή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαζιράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/1/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 37/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτό και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 24.215 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος διά των προστηθέντων υπαλλήλων του. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη.
Οι ως άνω προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.
Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφή πταίσματος και ως μορφής παρανομίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη "γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).
Περαιτέρω προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας κατ' άρθρα 914 επ. ΑΚ είναι, μεταξύ άλλων και η αιτιώδης συνάφεια, η οποία εννοείται ως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος (της ζημίας), υπάρχει δε όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο πράγματι και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για την θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει όμως από την γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Τέλος στις διατάξεις του Ν. 1667 της 5/6.12.1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α` 196) ορίζονται τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί. Κατά την παράγραφο 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει: α , β......, γ , δ , ε , στ , ζ) Την μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργείας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (Α` 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περίπτωση ζ` προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α' 81/5.4.2013.
Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/ 1986), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013, ορίζει ότι "Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στον συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους.
Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 1667/1986, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 4583/2018 (ΦΕΚ A 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός.
Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου του Ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.
Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με την ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2.
Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως:... "θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ` προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013) (παρ. 2).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 ΦΕΚ Α` 107/ 5.5.2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2013/36/ΕΕ, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με την μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον, α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ.
τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου Ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/ 2014).
Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ.
στ` και θ` του Ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξόφλησής τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις).
Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.
Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση (ΑΠ 1565/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288, 822 και 830 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 1, 4, 7 και 9, άρθρου 3, άρθρου 4 παρ. 3 και 4 και άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί", του άρθρου 27 παρ. 5 ν. 3601/2007 σε συνδ.
με άρθρο 149 ν. 4261/2014 "Πιστωτικά Ιδρύματα", δεχόμενο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, που ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση των καταστατικών του οργάνων, ζήτησαν από τον αναιρεσίβλητο να συμβληθεί στη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή ονόματος της "Χρυσής Κατάθεσης", αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μειώσεως της αξίας και αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών μερίδων του που αναλάμβανε με αυτή και έτσι ο αναιρεσίβλητος παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθεί να ισχύει, ότι η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος συνιστά ζημιογόνα από πρόθεση συμπεριφορά που αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων και στην απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σχέση εμπιστοσύνης που ιδρύεται μεταξύ συνεταίρου και συνεταιρισμού και δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση του αναιρεσίβλητου, εξαιτίας της αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών μερίδων του.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το εν-διαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος είναι αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία "ΠΙΣΤΩ-ΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", που συνεστήθη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'/196), με την από 18.8.1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του που συνέταξαν και υπέγραψαν το υπό την ίδια ημερομηνία καταστατικό του και το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στις 20.8.1993 στο Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου Χανίων με αριθμό 1/1993.
Ο εν λόγω συνεταιρισμός έλαβε, με τη με αριθμό ....1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος και έκτοτε και μέχρι σήμερα λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού.
Ο ενάγων είναι απόφοιτος Λυκείου, διαζευγμένος και πατέρας δύο (2) ενηλίκων ήδη τέκνων, εργάζεται ως τραπεζοκόμος στο Ναυτικό Νοσοκομείο Χανίων και διαμένει με τη μητέρα του στην πόλη των Χανίων. Από το έτος 2002 ο ενάγων διατηρούσε τις αποταμιεύσεις από την εργασία του, ύψους 25.000 περίπου ευρώ, σε προθεσμιακή κατάθεση στη συνεταιριστική τράπεζα του εναγόμενου.
Στις 22.03.2013 ο ενάγων, ηλικίας τότε, ως γεννηθείς το έτος 1965, σαράντα οκτώ (48) ετών, μετέβη σε υποκατάστημα της πόλης των Χανίων του εναγόμενου προκειμένου να ανανεώσει την προθεσμιακή του κατάθεση, όταν και οι εκεί εργαζόμενοι-υπάλληλοι του εναγόμενου Γ. Π. και Α. Μ. του πρότειναν να τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του σε ένα επενδυτικό-καταθετικό προϊόν με την ονομασία "Χρυσή Επένδυση" που προσφερόταν κατ' εκείνο το χρόνο από τον εναγόμενο.
Ο τελευταίος διαφήμιζε το εν λόγω προϊόν στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο αλλά και σε σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο ως ένα είδος κατάθεσης που απευθυνόταν σε αποταμιευτές και παρείχε ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών (βλ.
φωτοαντίγραφο ενημερωτικού φυλλαδίου του εναγόμενου με τον τίτλο "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" καθώς και εκτυπωμένες πληροφοριακές αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο ... του εναγόμενου). Ο ενάγων έδειξε ενδιαφέρον για το εν λόγω προϊόν και, αφού έλαβε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους του εναγόμενου ρητές διαβεβαιώσεις περί της ισχύος όλων των προαναφερόμενων πλεονεκτημάτων του προϊόντος "Χρυσή Επένδυση" και ότι επρόκειτο για ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης με συμφέρον επιτόκιο, συνήψε την ίδια ημέρα (22.03.2013) στο εν λόγω υποκατάστημα με τους προαναφερόμενους εκπροσώπους του εναγόμενου τη με αριθμό .../13 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" του τελευταίου.
Σε εκτέλεση αυτής την ίδια ημέρα ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο ως κεφάλαιο της επένδυσης το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 2.530 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο δέκα τοις εκατό (10%) του επενδυόμενου κεφαλαίου, κατατέθηκε επ' ονόματί του στον με αριθμό ... και τίτλο "Χρυσή Κατάθεση" ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της τράπεζας του εναγόμενου και ποσό 22.470 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ενενήντα τοις εκατό (90%) του επενδυόμενου κεφαλαίου, επενδύθηκε σε συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου και συγκεκριμένα αγοράσθηκαν κατά κυριότητα από τον ενάγοντα εξακόσιες σαράντα δύο (642) συνεταιριστικές μερίδες του τελευταίου, αξίας εκάστης τριάντα πέντε (35) ευρώ που ήταν η τότε τρέχουσα τιμή διάθεσης αυτών από τον εναγόμενο και εκδόθηκε από τον τελευταίο ο σχετικός επ' ονόματι του ενάγοντος τίτλος.
Η επίδικη σύμβαση περιείχε κατά λέξη τους ακόλουθους κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος αυτών, όρους: "1. Ο συνεταίρος τοποθετεί σήμερα στο επενδυτικό πρόγραμμα κεφάλαιο ύψους 25.000 Ευρώ, του οποίου, κατά προσέγγιση, το 90% αντιστοιχεί στην τρέχουσα τιμή διάθεσης από την Τράπεζα των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπως περιγράφεται κατωτέρω.
Συγκεκριμένα: 1.1. Ο συνεταίρος εντάσσει στο άνω Επενδυτικό Πρόγραμμα 642 συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας, τις οποίες έχει στο όνομά του και οφείλει να διατηρήσει στο όνομά του καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της παρούσας σύμβασης, εκτός αν ασκήσει το δικαίωμα που περιγράφεται στην παράγραφο 2.2 της παρούσας. 1.2.
Ο συνεταίρος οφείλει πριν ή συγχρόνως με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης να καταθέσει σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα με τον τίτλο "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" και αριθμό ... το ποσό των ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑ (2.530) ευρώ. Η κατάθεση αυτή θα αποκαλείται στη συνέχεια "χρυσή κατάθεση". [...]. Το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος.
Ο υπολογισμός των τόκων της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα πέντε (365) ημερών από ημέρα σε ημέρα. Ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα γίνεται δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). 1.3. Συμφωνείται ότι οι τόκοι της άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων, αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την Τράπεζα στον με αριθμό ...
λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. ... λογαριασμό του συνεταίρου σ' αυτή. [...]. 2.1. Συμφωνείται ότι ημερομηνία έναρξης του προγράμματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης στο λογαριασμό "Χρυσή Κατάθεση" του ποσού που αναφέρεται ανωτέρω.
Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την Τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών. Η Τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος.
2.2 Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και, παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας. Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. [...]. Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση.
3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (ϊ) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλεισμένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.
Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11).
4. Η Τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω Πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε € 25.000, θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης), τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την Τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της ...) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος.
Συγκεκριμένα: Α) [...]. Αν ο συνεταίρος διατηρήσει το πρόγραμμα για περισσότερα έτη, για τον υπολογισμό θα λαμβάνονται υπόψη τα δημοσιευμένα επιτόκια έτους, χωριστά για κάθε έτος διάρκειας του προγράμματος, όπως ίσχυαν κάθε φορά κατά την ημερομηνία της ετήσιας επετείου έναρξης του προγράμματος. Β) Οι συντελεστές με τους οποίους θα πολλαπλασιάζεται το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων, όπως ορίζεται ανωτέρω, είναι οι εξής:
α) [...] β) [...] γ) 1,25 από την πρώτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, δ) 1,30 από τη δεύτερη επέτειο ..., ε) 1,35 από την τρίτη επέτειο ..., στ) 1,40 από την τέταρτη επέτειο ... και ζ) 1,45 από την πέμπτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος και για την υπόλοιπη διάρκεια του προγράμματος. [...}. 5. Η Τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά. [...] α) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι ίση ή μικρότερη της πραγματικής απόδοσης, στο συνεταίρο θα καταβληθεί το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, β) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μεγαλύτερο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης θα λάβει το ποσό που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, γ) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής ...
και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες ... είναι μικρότερο ή ίσο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης δεν θα λάβει ποσό του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες ..., διότι το ποσό αυτό έχει ήδη συμπεριληφθεί στην καταβλητέα διαφορά απόδοσης και έχει καταβληθεί σε αυτόν.
Το μέρισμα καταβάλλεται κατόπιν έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των Συνεταίρων της τράπεζας όπως ο νόμος και το καταστατικό ορίζουν". Από τους προεκτεθέντες όρους της επίμαχης σύμβασης προκύπτει ότι το εν λόγω πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" είχε ως βασική και υποχρεωτική για όλη τη διάρκεια του προγράμματος προϋπόθεση (όροι 1 και 2.2.) τη διαίρεση του επενδυόμενου κεφαλαίου σε δύο μέρη, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστά ενενήντα και δέκα τοις εκατό (90% - 10%) αυτού, με το πρώτο και μεγαλύτερο (90%) των οποίων ο επενδυτής-καταθέτης αγόραζε στο όνομα του και με βάση την τρέχουσα τιμή διάθεσης αυτών συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου (όρος 1), ενώ το υπόλοιπο, εκ ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%), μέρος του κεφαλαίου αποτελούσε το αντικείμενο έντοκης κατάθεσης με προνομιακό επιτόκιο είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), που αποκαλείτο "χρυσή κατάθεση" (όρος 1.2).
Η απόδοση της όλης επένδυσης διαμορφωνόταν από το άθροισμα α) των μερισμάτων των συνεταιριστικών μερίδων, β) της διαφοράς της υπεραξίας των μερίδων από την έναρξη του προγράμματος έως το κλείσιμο αυτού και γ) των τόκων της χρυσής κατάθεσης και ήταν πάντοτε καταβλητέα σε χρήμα (όροι 4 και 5). Ο εναγόμενος εγγυάτο συμβατικώς να καταβάλλει στον επενδυτή-καταθέτη ως ελάχιστη απόδοση της επένδυσης χρηματικό ποσό ίσο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον ίδιο επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης ανάλογου ύψους κεφαλαίου και διάρκειας (όρος 4), πολλαπλασιαζόμενο με αριθμητικό συντελεστή που επιβράβευε την παραμονή στο πρόγραμμα και οριζόταν σε 1,25 για το δεύτερο έτος και προσαυξανόταν κατά 0,05 για κάθε επόμενο μέχρι τη συμπλήρωση έξι ετών παραμονής στο πρόγραμμα (όροι 4Α και 4Β).
Επειδή δε η εγγυημένη εκ μέρους του εναγόμενου ελάχιστη απόδοση αφορούσε το σύνολο της επένδυσης (συνεταιριστικές μερίδες και κατάθεση) και όχι μόνο το ποσό της "χρυσής κατάθεσης" (όρος 4) και το υψηλό επιτόκιο προσφερόταν (αναγκαίως) μόνο στο νομισματικό σκέλος της επένδυσης, ήτοι στη χρυσή κατάθεση (όρος 1.2), που αποτελούσε μόλις το 10% της επένδυσης, το επιτόκιο αυτό είχε για το λόγο αυτό ορισθεί δεκαπλάσιο (25%), ώστε εμμέσως να αποδίδονται στον επενδυτή-καταθέτη τόκοι για το σύνολο της επένδυσης και οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 2,5% επί του όλου κεφαλαίου της επένδυσης.
Σε περίπτωση δε που η πραγματική απόδοση του προγράμματος (άθροισμα μερισμάτων, διαφοράς υπεραξίας μερίδων και τόκων χρυσής κατάθεσης) υπολείπετο της εγγυημένης (ήτοι των τόκων που θα απέδιδε η προθεσμιακή κατάθεση του ίδιου κεφαλαίου), ο εναγόμενος δεσμεύετο συμβατικά να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη τη χρηματική διαφορά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση την πλεονάζουσα διαφορά καρπωνόταν ο τελευταίος (όρος 5).
Τέλος, το πρόγραμμα αυτό ήταν αορίστου χρόνου με ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια ενενήντα (90) ημερών (όρος 2.1), μετά την παρέλευση της οποίας ο επενδυτής- καταθέτης δικαιούτο να προβεί οποτεδήποτε είτε σε ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης είτε/και σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων (όρος 2.2.) καθώς και να αιτηθεί και να επιτύχει το κλείσιμο του προ-γράμματος (όρος 2.1), κατά το οποίο ήταν αποδοτέα σε αυτόν η μέχρι τότε επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω απόδοση (όροι 4 και 5) μαζί με το επενδυθέν κεφάλαιο (όρος 3).
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος, παρά τη χρήση γι' αυτό του όρου "επένδυση", προσιδιάζουν σε έντοκη προθεσμιακή κατάθεση ή, έστω, σε κατάθεση όψεως και όχι σε επένδυση για την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με την ένδικη σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει κατά τη λήξη του προγράμματος στον ενάγοντα το επενδυθέν κεφάλαιο και συγκεκριμένα το ποσό που ο τελευταίος είχε καταβάλει για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων και ότι η αξία των τελευταίων είναι μεταβλητή και άρα συναρτάτο άμεσα με την οικονομική πορεία της τράπεζάς του και άρα αυτή (αξία) μπορούσε να μειωθεί ή και να απωλεσθεί και τον κίνδυνο αυτό είχε αναλάβει ο εναγόμενος, ό-πως και οι λοιποί συνεταίροι, με την κτήση των συνεταιριστικών μερίδων του.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους: Με τον με αριθμό 3 όρο της ένδικης σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" ορίσθηκε ότι "κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ... τα ακόλουθα κονδύλια (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων, (ii) την τρέχουσα υπεραξία αυτών ... (ιιι) ...
και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής ...". Εξάλλου, η συνεταιριστική μερίδα έχει περιεχόμενο διττής φύσεως, καθώς περιγράφει, αφενός το ελάχιστο ποσό συμμετοχής κάθε συνεταίρου στο σχηματισμό του κεφαλαίου του συνεταιρισμού, αφετέρου την εταιρική συμμετοχή στο συνεταιρισμό, δηλαδή, την έννομη σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με το συνεταιρισμό.
Η συνεταιριστική μερίδα με την έννοια του ορισμένου χρηματικού ποσού που εισφέρει ο συνεταίρος παριστά το ελάχιστο ποσό συμμετοχής του στον συνεταιρισμό. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας, ως τίτλου παραστατικού του χρηματικού ποσού που εισέφερε ο συνεταίρος, είναι η αξία του τίτλου κατά την έκδοση (αξία κτήσεως), όπως, άλλωστε, αυτή (ονομαστική αξία) λογίζεται στους παραστατικούς αξίας τίτλους (μετοχές, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κ.α.).
Δοθέντος δε ότι με τον προαναφερόμενο όρο οριζόταν ότι ο ενάγων κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων του, ήτοι το ποσό που κατέβαλε για την κτήση τους, καθώς και το κεφάλαιο της χρυσής κατάθεσης, σαφώς προκύπτει ότι με τον εν λόγω όρο ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου του.
Ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω όρο ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων είναι εκείνη που οριζόταν με το άρθρο 10 του καταστατικού του, δεν βρίσκει έρεισμα στον επίμαχο όρο, αφού σε αυτόν δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή στο καταστατικό του εναγόμενου για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής.
Ενισχυτική της κρίσης του Δικαστηρίου περί του ότι ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας είναι η αξία κτήσεώς της είναι η διάταξη του άρθρου 76 του ν. 4583/2018, με την οποία τροποποιήθηκαν διατάξεις του ν. 1667/1986 περί αστικών συνεταιρισμών. Με τη διάταξη αυτή αποσαφηνίζεται η έννοια της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας και αυτή ορίζεται ως ίση με το δεδομένο χρηματικό ποσό που εισέφερε το μέλος, όπως τούτο ρητά διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου.
Εξάλλου, αν ο εναγόμενος δεν είχε τη βούληση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος την καταβληθείσα από τον τελευταίο αξία κτήσης των συνεταιριστικών του μερίδων αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, με τον ενάγοντα.
Ούτε βεβαίως ο ίδιος θα διαφήμιζε, κατά τα προεκτεθέντα, το εν λόγω προϊόν ως "είδος κατάθεσης, απευθυνόμενο σε αποταμιευτές για τη φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο". Και τούτο διότι εάν το κεφάλαιο του ενδίκου προγράμματος δεν ήταν εξασφαλισμένο και υπόκειτο στον κίνδυνο να απομειωθεί ή να απωλεσθεί συνεπεία ζημιογόνων διαχειριστικών χρήσεων της τράπεζας του εναγόμενου τότε σε αυτή την περίπτωση το εν λόγω πρόγραμμα όχι μόνο δεν θα ετύγχανε της επιδοκιμασίας του κοινού επί μία δεκαετία, όπως πράγματι συνέβη, αλλά ουδείς θα δεχόταν να επενδύσει το κεφάλαιό του σε μία επένδυση από την οποία θα κινδύνευε να απωλέσει έως και το 90% του κεφαλαίου του έναντι της προσδοκίας να κερδίσει το 3% αυτού, όταν ευχερώς μπορούσε να αποκομίσει μετά βεβαιότητας το κέρδος αυτό (3%) με τη σύναψη μιας προθεσμιακής κατάθεσης με τον εναγόμενο ή με οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, διατηρώντας ακέραιο το κεφάλαιό του (100%) και επιπλέον εγγυημένο από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων δυνάμει του ν. 3746/2009.
Ο ισχυρισμός του εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο όρο της ένδικης σύμβασης, αφού σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται για κίνδυνο υπαξίας, μείωσης ή απώλειας της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, τουναντίον κατ' επανάληψη γίνεται αναφορά μόνο για εγγυημένη και πραγματική απόδοση, καταβλητέα διαφορά απόδοσης, υπεραξία και μερίσματα των μερίδων (που προϋποθέτουν κερδοφόρες διαχειριστικές χρήσεις) και για τόκους του κεφαλαίου, ήτοι για βέβαιες και όχι απλώς πιθανές ή προσδοκώμενες αποδόσεις της επένδυσης, οι οποίες προϋποθέτουν την ακεραιότητα του επενδυθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο, άλλωστε, αυτές (αποδόσεις) υπολογίζονταν και επιβεβαιώνουν έτσι ότι με την ένδικη σύμβαση ο ενάγων δεν ανέλαβε οιονδήποτε κίνδυνο μείωσης ή απώλειας αυτού.
Συμπερασματικά, το ένδικο πρόγραμμα, παρά την ιδιομορφία της επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους του επενδυόμενου κεφαλαίου σε συνεταιριστικές μερίδες, συνιστούσε εν τοις πράγμασι έντοκη προθεσμιακή κατάθεση και θεμέλιό του ήταν η υπόσχεση για εγγυημένη απόδοση προθεσμιακού επιτοκίου, η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το επενδυόμενο κεφάλαιο και, επομένως, με απομειωμένο ή ανύπαρκτο κεφάλαιο δεν μπορούσε καν να γίνει λόγος για απόδοση και να λειτουργήσει το πρόγραμμα.
Επομένως, ο σχετικός τρίτος (3ος) λόγος της έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν ήταν υποχρεωμένος από την ένδικη σύμβαση να προβεί άμεσα στη ρευστοποίηση των ενταγμένων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος μετά την παρέλευση της ελάχιστης διάρκειας του προγράμματος (90 ημερών) και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του τελευταίου, καθόσον η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων γινόταν πάντοτε υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 10 και 11 του τότε ισχύοντος καταστατικού αυτού και, σε κάθε περίπτωση, εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών του οργάνων.
Ο λόγος αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: Με το με αριθμό 3 όρο της ένδικης σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι "Κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: ... .
Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11)". Από τον όρο αυτό σαφώς προκύπτει ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ρευστοποιήσει άμεσα και χωρίς άλλη διαδικασία όλες τις ενταγμένες σε αυτό συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντος, πλην της (μίας) υποχρεωτικής μερίδας αυτού, για τη ρευστοποίηση της οποίας έπρεπε με βάση το καταστατικό του εναγόμενου να παρέλθει διετία από την κτήση της.
Η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία επιβαλλόταν σύμφωνα με τον όρο αυτό να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου, με τον οποίο η παραπομπή στην καταστατική διαδικασία ορίζεται ρητά μόνο για τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και όχι για την εξεταζόμενη περίπτωση ρευστοποίησης μερίδων συγχρόνως με τη λήξη του προγράμματος.
Η διαφοροποίηση δε αυτή ήταν απολύτως συμβατή και συνεπής με τον κατά τα ανωτέρω προνομιούχο χαρακτήρα των ενταγμένων στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" συνεταιριστικών μερίδων, ενόψει του ότι οι κύριοι αυτών, όπως ο ενάγων, δεν ήταν μόνο απλοί συνεταίροι του εναγόμενου αλλά συγχρόνως και επενδυτές- καταθέτες σημαντικών ποσών που συνδέονταν με αυτόν με την ειδική σχέση του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση".
Επομένως, ο σχετικός (3ος) λόγος έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο πρόγραμμα, λόγω κυρίως της δυνατότητάς του να αποφέρει υπό προϋποθέσεις στον επενδυτή-καταθέτη απόδοση μεγαλύτερη της εγγυημένης, είχε απήχηση στο κοινό και σημαντικός αριθμός αποταμιευτών, όπως ο ενάγων, εντάχθηκαν σε αυτό. Όμως, το πρόγραμμα αυτό ("Χρυσή Επένδυση") ήταν επωφελές προεχόντως για τον εναγόμενο, διότι με τα κεφάλαια που αντλούσε με αυτό όχι μόνο εξασφάλιζε χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος και ενίσχυε τη ρευστότητά του, αλλά συγχρόνως, με τον όρο της υποχρεωτικής μετατροπής του μεγαλύτερου μέρους των κεφαλαίων (90%) αυτών σε συνεταιριστικές μερίδες, αύξανε τα μέλη του και διέθετε έτσι περισσότερες συνεταιριστικές μερίδες, αυξάνοντας το συνεταιριστικό κεφάλαιο, ήτοι την περιουσία του, που αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο όλων των συνεταιριστικών τραπεζών.
Πέραν αυτού, το τμήμα του κεφαλαίου (90%) της "Χρυσής Επένδυσης" που είχε μετατραπεί σε συνεταιριστικές μερίδες ταξινομείτο λογιστικά από τον εναγόμενο, όπως ο ίδιος ομολογεί, στην κατηγορία των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου I της με αριθμό με αριθμό 2630/ 29.10.2010 (ΦΕΚ Β' 1714) Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και έτσι με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ενίσχυε την κεφαλαιακή του βάση και συγχρόνως ικανοποιούσε, ως πιστωτικό ίδρυμα, τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που απαιτούνταν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 3601/2007.
Σημειώνεται ότι με την προαναφερόμενη ΠΔ/ΤΕ ορίζεται ότι στα "κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων" των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται (υπό "1. Καταβλημένο Κεφάλαιο") "το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών σύμφωνα με το ν. 1667/ 1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις".
Το ιδιαίτερο αυτό όφελος για τον εναγόμενο προκύπτει εναργώς αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στην περίπτωση που ολόκληρα τα κεφάλαια της "Χρυσής Επένδυσης" είχαν τη μορφή κατάθεσης, όπως τέτοιο αποτελούσε το τοποθετημένο στη "Χρυσή Κατάθεση" δέκα τοις εκατό (10%) αυτών, τότε όχι μόνο δεν θα αυξανόταν το συνεταιριστικό κεφάλαιο, αλλά, επιπλέον, οι καταθέσεις αυτές, ως αποδοτέες στους καταθέτες, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια και θα ταξινομούνταν στις υποχρεώσεις (δανειακές) του εναγόμενου [βλ.
στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων στην Ενότητα Α της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω ΠΔ/ΤΕ 2630/29.10.2010, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί άρθρου μόνον της ΠΔΤΕ 2661/3.7.2012 (ΦΕΚ Β 2130/12.7.2012)], ήτοι στο παθητικό του ισολογισμού του και ο τελευταίος θα έπρεπε για την κεφαλαιακή του επάρκεια να τις αντικαταστήσει με δικά του κεφάλαια ίσης αξίας.
Όμως, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, του οποίου η έναρξη ισχύος ορίσθηκε για την 1η Ιανουάριου 2014 και με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις ως προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κανονισμού αυτού τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2. Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα α) του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στο άρθρο 26 και β) του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στα άρθρα 51 και 61 (άρθρο 25).
Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29 (άρθρο 27). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ. 1 Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...], στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων i) εκ-καθάρισης του ιδρύματος, ii) προαιρετικής επαναγοράς των μέσων ..., εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77, ζ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος ..., η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές (ήτοι, την πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιοσδήποτε μορφής, άρθρο 4 αριθ. 110): i) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και oι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, ii) οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από τα διανεμητέα στοιχεία, iii) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, iν) το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, v) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, vi) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος, [...] ιβ) τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2, τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από συνεταιριστικές εταιρείες, όπως ο εναγόμενος, αυτά είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται, πέραν των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 28, οι κατωτέρω προϋποθέσεις που αφορούν την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων:
α) εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων, β) σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους, γ) η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι οι ενταγμένες στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" συνεταιριστικές μερίδες, ενόψει του ότι ήταν, κατά τα προπαρατιθέμενα, αποδοτέες στην ονομαστική τους αξία, μπορούσαν να ρευστοποιηθούν εν μέρει και παρείχαν εγγυημένη απόδοση ανεξάρτητα από την επίτευξη κερδών, δεν πληρούσαν τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 1 περ.
στ), ζ), η) στοιχ. i ) και ii), ν), νi) και ιβ) καθώς και εκείνες του άρθρου 29 παρ. 2 περ. α), β) και γ) και, επομένως, από την 1.1.2014 δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Άμεση και αναγκαία συνέπεια της εξέλιξης αυτής ήταν ότι τα κεφάλαια των ενταγμένων στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" συνεταιριστικών μερίδων, όπως εν προκειμένω του ενάγοντος, από την προαναφερόμενη ημερομηνία (1.1.2014) δεν θα γίνονταν αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια και ο εναγόμενος, προκειμένου να μην αντιμετωπίσει προβλήματα ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων και ληφθούν εις βάρος του αναγκαστικά μέτρα εξυγίανσης, ύστατο των οποίων είναι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 περ.
γ, 27 και 62 επ. του τότε ισχύοντος ν. 3601/2007, έπρεπε να εξεύρει ισάξια των εν λόγω μερίδων ίδια κεφάλαια, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του ανωτέρω Κανονισμού 575/2013. Λαμβανομένου δε υπ' όψιν ότι μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (άρθρο 26 του Κανονισμού) αποτελούν κυρίως οι κοινές μετοχές και τα αποθεματικά και ότι τα τελευταία προϋποθέτουν την ύπαρξη καθαρών κερδών (άρθρα 44 του ν. 2190/1920 και 62 του ν. 3601/2007), πρόδηλο είναι ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει σε αύξηση του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, καθόσον η επίτευξη κερδών και η δι' αυτών ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν λόγω της τότε σοβούσας οικονομικής κρίσης διόλου πιθανή.
Ο εναγόμενος κατ' αρχάς προέβη άμεσα σε τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού του που ρύθμιζαν την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων και συγκεκριμένα με την από 30.6.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1455/2013 Πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, όρισε (άρθρο 10 παρ. 4α) ότι εφεξής η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γινόταν κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του.
Για το ζήτημα αυτό προβλεπόταν ήδη, με την παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/ 2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250), ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ... συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/ 1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος".
Ωστόσο, οι ανωτέρω εκ του καταστατικού και του νόμου περιορισμοί στην εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων δεν καθιστούσαν δίχως άλλο τις ενταγμένες στη "Χρυσή Επένδυση" μερίδες ίδια κεφάλαια, αφού οι τελευταίες δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, ασύμβατες με τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού μόνο ως προς την ε-ξόφλησή τους αλλά και ως προς τις διανομές και, συνεπώς δεν μπορούσαν και εξ αυτού του λόγου να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτών οι εν λόγω περιορισμοί.
Επιπροσθέτως, η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών αντιτίθετο στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 περ. ν), νi) και 29 παρ. 2 περ. γ του Κανονισμού 575/2013, αφού στοιχειοθετούσε αθέτηση της αναληφθείσας με τη σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" υποχρέωσης του εναγόμενου να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτή συνεταιριστικές μερίδες και να προβαίνει σε διανομές (μερισμάτων, υπεραξίας, τόκων) στους κατόχους αυτών.
Τελικά ο εναγόμενος, που όπως συνάγεται δεν διέθετε επαρκή κεφαλαιακή βάση, επέλεξε, αντί της ως άνω επιβεβλημένης από τις περιστάσεις αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαί-ου, να διατηρήσει μεν τις ενταγμένες στη "Χρυσή Επένδυση" συνεταιριστικές μερίδες, αλλά να εξαλείψει από τις οικείες συμβάσεις όλους τους όρους που καθιστούσαν τις μερίδες μη αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια, δηλαδή, τους όρους περί εξόφλησης των μερίδων, στην ονομαστική τους αξία και περί εγγυημένης απόδοσης.
Επειδή, όμως, οι όροι αυτοί αποτελούσαν, κατά τα προπαρατιθέμενα, τα θεμέλια της "Χρυσής Επένδυσης" και συγχρόνως συνιστούσαν τα πλεονεκτήματα και τους μοναδικούς λόγους για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοί του, όπως ο ενάγων, την είχαν επιλέξει, ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους τελευταίους και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με αποτέλεσμα την κεφαλαιακή του ανεπάρκεια, την οποία επιδίωκε να αποφύγει.
Αποφάσισε δε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών- καταθετών της "Χρυσής Επένδυσης" και, έτσι, επινόησε και δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα, που το ονόμασε "Αποδίδω" και το οποίο ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "Χρυσής Επένδυσης" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προ-γράμματος της "Χρυσής Επένδυσης", αποσιωπώντας ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος της "Χρυσής Επένδυσης" που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες.
Συγκεκριμένα, στην ένδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι κατόπιν τηλεφωνικής πρόκλησης των υπαλλήλων του εναγόμενου, ο ενάγων προσήλθε στις 18.11.2013 στο υποκατάστημα Χανίων αυτού, όπου οι υπάλληλοι του εναγόμενου Γ. Π. και Χ. Κ. τον ενημέρωσαν ότι έπρεπε να υπογράψει ένα νέο έντυπο, με το οποίο αλλάζει μόνο το όνομα του καταθετικού λογαριασμού της "Χρυσής Επένδυσης" από "χρυσή κατάθεση" σε "αποδίδω" και ότι κατά τα λοιπά το πρόγραμμα της "Χρυσής Επένδυσης" παραμένει αμετάβλητο, αποσιωπώντας σκοπίμως ότι με την κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω" εντάσσονταν στο πρόγραμμα αυτό οι συνεταιριστικές μερίδες της "Χρυσής Επένδυσης" και έτσι αποδεσμεύονταν από τους προνομιακούς όρους της τελευταίας.
Πεισθείς από τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγόμενου, ο ενάγων, καθ' υπόδειξη αυτών, υπέγραψε αμέσως την ίδια ημέρα τη σύμβαση με τον τίτλο "Διακοπή επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" - Λύση σύμβασης", στην οποία σημειωτέον δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά σε συνεταιριστικές μερίδες καθώς και τη "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ "ΑΠΟΔΙΔΩ"" και επιπλέον προέβη στην αγορά δύο (2) συνεταιριστικών μερίδων, αξίας εκάστης 35 ευρώ και συνολικά 70 ευρώ.
Έτσι στο πρόγραμμα αυτό (Αποδίδω) εντάχθηκαν οι προαναφερόμενες 644 (= 642 + 2) συνεταιριστικές μερίδες και επιπλέον 5 μερίδες που ο ενάγων είχε αποκτήσει το 2010 μετά από διάσπαση της μίας (1) συνεταιριστικής μερίδας που κατείχε σε πέντε (5), ήτοι εντάχθηκαν συνολικά 649 συνεταιριστικές μερίδες. Η σύμβαση "Αποδίδω" περιείχε κατά λέξη τους ακόλουθους, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος αυτών, όρους: "1.
Ο συνεταίρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό Λογαριασμό "Αποδίδω", οι όροι του οποίου διέπονται από την παρούσα σύμβαση και τους όρους του ενημερωτικού φυλλαδίου Λογαριασμού Κατάθεσης "Αποδίδω" [...] 2. Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "Αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3.
Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης εκάστης κατάθεσης. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. 3.
Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας. Η αξία αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον ή στους Λογαριασμούς Κατάθεσης "Αποδίδω [...] 4. (...) Ο λογαριασμός είναι έντοκος.
Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας ...), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής.
Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.
Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί.
Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. [...] Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο- θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα".
Από τους προαναφερόμενους όρους του προγράμματος "Αποδίδω" προκύπτει ότι αυτό ήταν τεχνηέντως διαμορφωμένο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά όπως ακριβώς και το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" ώστε να μη δύναται ευχερώς ο ενάγων να αντιληφθεί ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και να παραπλανηθεί έτσι ως προς την ισχύ του προγράμματος της "Χρυσής Επένδυσης".
Ειδικότερα, το πρόγραμμα "Αποδίδω" προϋπέθετε και αυτό την υποχρεωτική κατανομή του όλου κεφαλαίου της κατάθεσης κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση, όπως ακριβώς και η "Χρυσή Επένδυση" και η απόδοσή του ισούτο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον εναγόμενο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση, ανάλογου της όλης κατάθεσης ποσού (βλ.
όρο 4 περί επιτοκίου δεκαπλάσιου ποσού), προσαυξανόμενο μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς ειδικούς συντελεστές επιβράβευσης της διάρκειας του προγράμματος, κατά πιστή αντιγραφή της "Χρυσής Επένδυσης". Από το πρόγραμμα, όμως, αυτό παραλείπονταν οι προεκτεθέντες όροι της Χρυσής Επένδυσης" που εξασφάλιζαν στον ενάγοντα την εν μέρει ή εν όλω ρευστοποίηση και απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων στην ονομαστική τους αξία οποτεδήποτε και έτσι αυτές εντασσόμενες στο πρόγραμμα "Αποδίδω" είχαν εφεξής τη μεταχείριση των κοινών συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι μπορούσε να μειωθεί ή και να μηδενισθεί η αξία τους και η δυνατότητα ρευστοποίησής τους ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη βούληση του εναγόμενου, όπως οριζόταν στο καταστατικό του.
Από τα προαναφερόμενα όμοια βασικά χαρακτηριστικά των δύο προγραμμάτων και κυρίως από τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγόμενου, που, κατόπιν οδηγιών των καταστατικών οργάνων αυτού, ζήτησαν από τον ενάγοντα να συμβληθεί στη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μία τυπική αλλαγή ονόματος της "χρυσής κατάθεσης" και αποσιωπώ-ντας δολίως τους κινδύνους μείωσης της αξίας και αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων του που αναλάμβανε με αυτή ο ενάγων, ο τελευταίος παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση πιστεύοντας ότι οι όροι του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθούν να ισχύουν και αγόρασε μάλιστα την ίδια ημέρα δύο (2) επιπλέον συνεταιριστικές μερίδες του εναγόμενου.
Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "Χρυσής Επένδυσης" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "Αποδίδω", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το πρόγραμμα "Αποδίδω" παρουσιάσθηκε από τον εναγόμενο το πρώτον το μήνα Νοέμβριο του 2013, ήτοι κατά το χρόνο που ο τελευταίος αναζητούσε λύση για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων του, και προωθήθηκε μόνο στους επενδυτές-καταθέτες της "Χρυσής Επένδυσης", ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου για το δόλο του εναγόμενου, αφού δεν είναι λογικό όλοι σχεδόν οι υπάλληλοι του εναγόμενου που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα "Αποδίδω" να επέδειξαν την ίδια αμελή συμπεριφορά χωρίς σχετικές οδηγίες του εναγόμενου.
Με τη σύναψη δε της σύμβασης "Αποδίδω", ο εναγόμενος πέτυχε τον ανωτέρω σκοπό του, αφού με αυτήν, σε συνδυασμό με τον με αριθμό 10 όρο του καταστατικού του που του παρείχε τη δυνατότητα να μην εξοφλεί τις συνεταιριστικές μερίδες και άρα αποκτούσε δικαίωμα ελέγχου αυτών, οι συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντος, αλλά και άλλων επενδυτών-καταθετών της "Χρυσής Επένδυσης", πληρούσαν πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού 575/2013 και ο εναγόμενος μπορούσε πλέον να ταξινομεί λογιστικά αυτές ως ίδια κεφάλαια.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι από το Μάρτιο του έτους 2015, ο ενάγων, θορυβηθείς από τις πληροφορίες για μαζικές εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες που πράγματι ελάμβαναν χώρα κατ' εκείνο το χρόνο λόγω της επιδείνωσης της πασίδηλης δημοσιονομικής κρίσης που είχε ενσκήψει στη χώρα ήδη από τις αρχές του έτους 2010 και φοβούμενος για την τύχη των ενδίκων καταθέσεών του, απαίτησε από τον εναγόμενο την ρευστοποίηση όλων των συνεταιριστικών του μερίδων, πλην, όμως, οι υπάλληλοι του εναγόμενου τον απέτρεψαν, διαβεβαιώνοντάς τον μάλιστα αναληθώς ότι οι καταθέσεις του είναι εγγυημένες και μάλιστα και από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων.
Αλλά και τα επόμενα όμοια αιτήματα του ενάγοντος προσέκρουσαν σε διάφορες προ-φάσεις των υπαλλήλων του εναγόμενου και κατά το διάστημα από 28 Ιουνίου έως 16 Ιουλίου 2015 στην τραπεζική αργία που κηρύχθηκε με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 65/28.6.2015), που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30.11.2015), ως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 1 της από 14.7.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 79/14.7.2015), μετά δε το πέρας αυτής (τραπεζικής αργίας) και μέχρι σήμερα ο εναγόμενος αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα την εξ ευρώ 22.715 ονομαστική αξία των 649 συνεταιριστικών του μερίδων, η οποία αποτελεί τη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά του εναγόμενου.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στο πλαίσιο διαδικασίας αύξησης του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, που αποφασίσθηκε με την από 24.11.2015 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών του, όρισε με τη με αριθμό 540/29.2.2016 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου την ονομαστική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας από δώδεκα (12) σε τρία (3) ευρώ και την τιμή διάθεσης (πραγματική αξία) αυτής από τριάντα πέντε (35) σε δεκατέσσερα (14) ευρώ και με μεταγενέστερη απόφαση (620/17.8.2017) όρισε την αξία της τελευταίας (πραγματικής αξίας) σε δεκατέσσερα (14) ευρώ και με μεταγενέστερη απόφαση (620/17.8.2017) όρισε την αξία της τελευταίας (πραγματικής αξίας) σε δεκατέσσερα ευρώ και τριάντα λεπτά (14,30), που είναι και η ισχύουσα σήμερα.
Ο εναγόμενος αρνείται την υπαιτιότητά του και ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοί του δεν επέδειξαν αμέλεια κατά την ενημέρωση του ενάγοντος για το πρόγραμμα "Αποδίδω" και ότι η ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων από αυτούς ήταν ενδελεχής και ορθή. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους:
Με τη με αριθμό 2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277) Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλά-δος "Ενημέρωση συναλλασσόμενων με πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους", ορίζονται τα εξής: "Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν: -Να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές ...
Β. Ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση Σύμφωνα με τις ως άνω γενικές αρχές τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης: 1.
Καταθέσεις α) Το ύψος του επιτοκίου β) ... γ) ... στ) ... Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων.
Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε: -αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης -σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα. 2 ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η σύμβαση "Αποδίδω" προϋπέθετε αναγκαίως την κατοχή συνεταιριστικών μερίδων και το ύψος του επιτοκίου και η απόδοση ολόκληρου του επενδυόμενου κεφαλαίου ήταν απόλυτα εξαρτημένες από την αξία των συνεταιριστικών μερίδων ως και ότι οι τελευταίες υπόκειντο στον κίνδυνο απομείωσης της αξίας τους και σε περιορισμούς ως προς τη ρευστοποίησή τους, προκύπτει ότι το εν λόγω προϊόν προσιδίαζε μεν σε καταθετικό, ήταν, όμως, σύνθετο προϊόν με πιθανούς κινδύνους.
Ενόψει δε των κινδύνων αυτών, που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίοι, σημειωτέον, ουδόλως αναφέρονταν στην επίμαχη σύμβαση, οι υπάλληλοι του εναγόμενου είχαν ρητή υποχρέωση από την ανωτέρω ΠΔ/ΤΕ να ενημερώσουν κατ' αρχάς τον ενάγοντα για την ύπαρξη των κινδύνων και στη συνέχεια να αναλύσουν αυτούς ώστε να γίνουν κατανοητοί από τον ενάγοντα με την παράθεση δύο (2) τουλάχιστον αντιπροσωπευτικών παραδειγμάτων.
Τέτοια παραδείγματα ή στοιχειώδη, έστω, αναφορά για την ύπαρξη κινδύνων δεν επικαλείται ο εναγόμενος - ούτε άλλωστε αποδείχθηκε - ότι παρέθεσαν οι υπάλληλοί του στον ενάγοντα ώστε να μπορέσει ο τελευταίος να συγκρίνει το επίμαχο προϊόν με άλλα ομοειδή (π.χ. προθεσμιακή κατάθεση) καθώς και να κατανοήσει την αναμενόμενη απόδοση και τους κινδύνους του.
Αντιθέτως, όπως προεκτέθηκε, οι υπάλληλοι του εναγόμενου, αποσιωπώντας τους κινδύνους που αναλάμβανε με την επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω" ο ενάγων, διαβεβαίωσαν ψευδώς αυτόν ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν μια τυπική διαδικασία αλλαγής του ονόματος της "χρυσής κατάθεσης". Ενόψει των ανωτέρω η συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγόμενου αναφορικά με την υποχρέωση ενημέρωσης του ενάγοντος για την επίδικη σύμβαση κρίνεται όχι μόνο ανεπαρκής, αλλά παραπλανητική και ως εκ τούτου αντίθετη με τις προαναφερόμενες διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002.
Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος με πρόθεση, δηλαδή με δόλο των οργάνων του (εκπροσώπων του) και με σκοπό να καλύψει την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει τη σύμβαση "Αποδίδω", διαβεβαιώνοντας ψευδώς αυτόν ότι πρόκειται για μια τυπική χωρίς συνέπειες αλλά αναγκαία διαδικασία της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και αποσιωπώντας τους κινδύνους απώλειας και δέσμευσης του κεφαλαίου που αναλάμβανε με αυτήν ο ενάγων, για τους οποίους (κινδύνους) είχε υποχρέωση από το νόμο και την καλή πίστη να ενημερώσει τον ενάγοντα και τους οποίους, αν γνώριζε ο τελευταίος, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να παραπείσει τον τελευταίο, να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση και να απωλέσει έτσι το εξ ευρώ 22.715 κεφάλαιό του, το οποίο έκτοτε δέσμευσε ο εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού και αρνείται να του αποδώσει, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία.
Η συμπεριφορά αυτή του εναγόμενου συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ζημιογόνα από πρόθεση συμπεριφορά που αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων και στην απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σχέση εμπιστοσύνης που ιδρύεται μεταξύ συνεταίρου και συνεταιρισμού αλλά και μεταξύ πελάτη και τράπεζας και δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου προς αποζημίωση του ενάγοντος, κατά το άρθρο 914 σε συνδυασμό με τα άρθρα 922, 281 και 288 ΑΚ.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου κατά τη σύναψη των δύο επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη ο τελευταίος και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στην απώλεια του ποσού που κατέβαλε για την απόκτηση των συνεταιριστικών του μερίδων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στα εξής: 1) Το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι με τον υπ' αρ. 3 όρο της συμβάσεως "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι "Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει, εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα, τα ακόλουθα κονδύλια....Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11)", στη συνέχεια αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι από τον όρο αυτό σαφώς προκύπτει ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" ο εναγόμενος συνεταιρισμός ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ρευστοποιήσει άμεσα και χωρίς άλλη διαδικασία όλες τις ενταγμένες στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντος, πλην της (μιας) υποχρεωτικής μερίδας αυτού και σε αντίφαση με την παραπάνω παραδοχή δέχεται ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία επιβαλλόταν σύμφωνα με τον όρο αυτό να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποιήσεως της υποχρεωτικής και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος 2) Ενώ δέχεται ότι με τον ως άνω όρο της επίμαχης συμβάσεως ο ενάγων κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων του, στη συνέχεια σε αντίφαση προς αυτή την παραδοχή δέχεται ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα κατά τη λήξη του προγράμματος το ποσό που κατέβαλε για την κτήση των μερίδων, για το λόγο ότι στο καταστατικό του εναγομένου δεν γίνεται καμία αναφορά για τον προσδιορισμό της ονομαστικής αξίας τους.
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια της αιτιολογίας συνίσταται στα εξής: Το Εφετείο δέχεται ότι από τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, οι οποίοι ζήτησαν από τον ενάγοντα να συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή του ονόματος της "Χρυσής Κατάθεσης" και αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μειώσεως της αξίας και αδυναμίας ρευστοποιήσεως των συνεταιριστικών μερίδων του που αναλάμβανε με αυτή, ο ενάγων παραπλανήθηκε και υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι οι όροι του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθούν να ισχύουν, με αποτέλεσμα ο ενάγων να απωλέσει το κεφάλαιό του από 22.715 ευρώ, ζημία η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγομένου.
Ενώ στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην από 30-6-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου που όρισε ότι η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται κατόπιν εγκρίσεως των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του και στο άρθρο 169 παρ. 3 Ν. 4099/2012 που ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι ανεπαρκής η αιτιολογία ως προς την μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω εκ του νόμου περιορισμών στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος και της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λοιπών λόγων από τους αριθμούς 1, 8, και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρού-σας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ