Legislator Case Law & Legislation
1463/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award exceeding daily compensation cap due to constitutional violation.

Case Number 1463/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a labor court judgment that awarded excessive compensation. The lower court violated constitutional and international human rights limits by awarding daily compensation exceeding the statutory cap of 29 euros without finding a valid reason for the excess. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial to determine the correct compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7(4) and 25(1) of the Constitution; Article 9(5) of the International Covenant on Civil and Political Rights; Article 1 of Law 2462/1997: The Supreme Court must annul a judgment that violates the constitutional and international law limits on daily compensation for wrongful imprisonment, remanding the case to determine the lawful amount.

Keywords

AI generated
daily compensation cap wrongful imprisonment constitutional violation human rights limits labor court judgment annulment of decision remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 7(4) and 25(1) of the Constitution
Article 9(5) of the International Covenant on Civil and Political Rights
Law 2462/1997
Articles 663 and following of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144).
Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1463 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1463/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Θωμοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου Α. Κ., κατοίκου Α. Κ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/2017 του ιδίου Δικαστηρίου και 1612/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-01-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-1-2020 και με αριθ. κατάθεσης 919/80/29-1-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015, ΦΕΚ 87Α, βάσει του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου), τελεσίδικη 1612/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις αντίθετες με αρ. καταθ. 9647/592/2018 και 24940/1725/2018 εφέσεις των παρόντων αντιδίκων κατά της υπ' αριθμ. 627/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-11-2013 και με αριθ. Καταθ. 160312/5452/28.11.2013 αγωγή του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την απόφαση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή και επιδίκασε αναγνωριστικά στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα σε βάρος του αναιρεσείοντος - εναγομένου συνολικά το ποσό των 29.780 €, εντόκως, ως αποζημίωση, για την περιουσιακή του ζημία και για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης που υπέστη από την άδικη καταδίκη του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά μεν τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου "για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", το οποίο έχει κυρωθεί με τον Ν. 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντ.), αντιστοίχως, "Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία", "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" και "Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 εδ.

α', 536 παρ. 1 και 2 εδ. α', 539 παρ. 1 και 540 παρ. 1 εδ. α', 2 και 3 του ΚΠοινΔ [όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο και δη προ της θέσεως σε ισχύ του νέου ΚΠοινΔ με το Ν. 4619/11-6-2019], αντιστοίχως, "Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου, και (γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας", (533 παρ. 1 εδ.

α) "Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν", "Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου", (536 παρ. 1 και 2) "Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536", (539 παρ. 1). "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη που αυτός υπέστη", "Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση που υπολογίσθηκε σ' αυτή" και "Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν από αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση", (540 παρ. 1, 2 και 3) ενώ βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 4 και 5 αρ. 1 Ν. 2943/2001, το ως άνω ανώτατο όριο επιδικαζομένης αποζημιώσεως του άρθρου 536 παρ. 2 εδ.

α' ποσού 29,347 ευρώ στρογγυλοποιείται στο ποσόν των 29 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει μεν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αλλά δεν έχει προσδιορισθεί το ύψος της αποζημιώσεως, ή εάν έχει προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιούχος κρίνει το επιδικασθέν ποσό αποζημιώσεως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρεί τούτο υπέρμετρο.

Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 536 παρ. 2 και 539 παρ. 1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η εν λόγω κατ' αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν των 29 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων.

Κατά την θέσπιση των εν λόγω διατάξεων ο νομοθέτης έλαβε υπ' όψιν και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η οποία λειτουργεί ως περιορισμός των περιορισμών των δικαιωμάτων του ανθρώπου και εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και εξειδίκευσε αυτήν δια της ρήτρας της επιτρεπτής υπερβάσεως του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου της επιδικαζομένης αποζημιώσεως υπό την συνδρομή εξαιρετικών περιπτώσεων.

Η εν λόγω έννοια των εξαιρετικών περιπτώσεων συνιστά αόριστη νομική έννοια, συγκεκριμενοποιουμένη βάσει των γενικών ρητρών του αστικού δικαίου, ούτως ώστε, εάν ο προαναφερόμενος περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως, παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής εις βάρος του δικαιούχου, συντρέχει βάσιμος λόγος επιδικάσεως ποσού αποζημιώσεως καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ μέχρι άρσεως της αδικίας (ΑΠ 260/2019, ΑΠ 1637/2017, ΑΠ 444/2015).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).

Όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Κατά του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) ασκήθηκε ποινική δίωξη για συμμετοχή του σε εγκληματική οργάνωση και στο σύνολο των ενεργειών της οργάνωσης …..

Διατάχθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης, η οποία περατώθηκε νόμιμα και με ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή Αθηνών διατάχθηκε η προσωρινή κράτησή του, η οποία διήρκεσε από…... Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2414-2464/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος α) ………γ) ………., και του επιβλήθηκε πολυετής ποινή κάθειρξης, εξέτισε δε ποινή φυλάκισης από ….

αναστολή εκτέλεσης ποινής με την υπ'αριθμ.847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο ενάγων με την υπ' αριθμ. 2202/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών κηρύχθηκε αθώος για πράξεις για τις οποίες είχε ασκηθεί συμπληρωματική ποινική δίωξη, ήτοι εκρήξεις τετελεσμένες και σε απόπειρα κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και για ηθική αυτουργία σε αυτές, παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, διακεκριμένη οπλοκατοχή κατά συρροή, ανθρωποκτονία και απόπειρες ανθρωποκτονίας κατά συρροή και ηθική αυτουργία σε διακεκριμένη κλοπή.

Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2414-2464/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, ο δε Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2202/2005 απόφασης του ιδίου ως άνω ποινικού δικαστηρίου. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 3096/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις ανωτέρω (δύο) εφέσεις, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος όλων των πράξεων που κατηγορείτο.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 71/22.3.2017 πιστοποιητικό περί μη άσκησης αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης. Κατόπιν, ο ενάγων υπέβαλε την από 11.12.2009 αίτησή του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των άρθρων 533 επ. του Κ.Ποιν.Δ., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1230/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου.

Με την ανωτέρω απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του ενάγοντα, ορίστηκαν οι ημέρες συνολικής κράτησής του σε 1.087, και συγκεκριμένα σε 547 ημέρες προσωρινής κράτησης και 540 ημέρες φυλάκισης, και του επιδικάσθηκε για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη το ποσό των 12 ευρώ ημερησίως, και συνολικά το ποσό των 13.044 ευρώ.

Περαιτέρω, ο ενάγων, σύμφωνα και με τα δηλωθέντα εισοδήματά του που αφορούν στις χρήσεις των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 (προφυλακίστηκε την 2.2.2003), αποκόμιζε ως ηλεκτρολόγος και από γεωργικές εργασίες, κατά μέσο όρο, καθαρό εισόδημα ύψους 7.600 ευρώ ετησίως [το οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1999) δήλωσε καθαρό εισόδημα από τις ως άνω αιτίες 7.834 ευρώ (2.669.510 δρχ), το οικονομικό έτος 2001 (χρήση 2000) δήλωσε καθαρό εισόδημα από τις ως άνω αιτίες 12.778 ευρώ (4.354.162 δρχ), το οικονομικό έτος 2002 (χρήση 2001) δήλωσε καθαρό εισόδημα από τις ως άνω αιτίες 5.671 ευρώ (1.932.508 δρχ), το οικονομικό έτος 2003 (χρήση 2002) δήλωσε καθαρό εισόδημα από τις ως άνω αιτίες 4.086 ευρώ].

Επομένως, εάν δεν μεσολαβούσε η άδικη προσωρινή του κράτηση και φυλάκιση, ο ενάγων θα συνέχιζε να εργάζεται ως ηλεκτρολόγος και να ασχολείται με τις γεωργικές εργασίες, δεδομένου ότι ήταν έμπειρος ηλεκτρολόγος και εξοικειωμένος με τις γεωργικές εργασίες, αποκομίζοντας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά μέσο όρο, καθαρό εισόδημα 7.600 ευρώ κάθε έτος (6.600 ευρώ ως ηλεκτρολόγος + 1.000 ευρώ από γεωργικές εργασίες) και μηνιαίως το ποσό των 634 ευρώ (7.600 ευρώ : 12 μήνες).

Συνεπώς, για όσο χρόνο ο ενάγων κρατήθηκε απώλεσε για μεν το χρονικό διάστημα από 2.2.2003 έως 2.8.2004 το ποσό των 11.412 ευρώ (634 ευρώ/μήνα Χ 18 μήνες), για δε το χρονικό διάστημα από 11.10.2004 έως 4.4.2006 το ποσό των 11.412 ευρώ (634 ευρώ/μήνα Χ 18 μήνες), και συνολικά το ποσό των 22.824 ευρώ [...]. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ως κρατηθείς που μετέπειτα αθωώθηκε αμετάκλητα, υπέστη έντονη στενοχώρια και ψυχικό άλγος εκ της συνεχιζόμενης κρατήσεως του διαρκείας 1.087 ημερών, προσβλήθηκε στο φιλικό, κοινωνικό, οικογενειακό και επαγγελματικό περιβάλλον του, κι ως εκ τούτου δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους της σε βάρος του κατηγορίας για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και των αδικημάτων που παραπάνω αναφέρονται, από τα οποία απαλλάχτηκε αμετάκλητα (και μάλιστα ομόφωνα), της έντασης και διάρκειας του ψυχικού του άλγους, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης αυτού, πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 20.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο [...].

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 539 του ΚΠΔ, λόγω της επί μακρόν χρονικό διάστημα παράνομης κράτησής του, του ότι, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, η υπόθεση είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις και είχε γίνει θέμα σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με τις φήμες, όπως συνηθίζεται, να οργιάζουν, είχε δε δημιουργηθεί στο οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο η εικόνα του ως εγκληματία και ως επικίνδυνου τέλεσης και άλλων παρόμοιων αδικημάτων, η έκταση δε που έλαβε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης η υπόθεσή του έδωσε την εντύπωση στην κοινωνία του νησιού της Κ., όπου διαβιούσε πριν τη σύλληψή του, στο αναγνωστικό κοινό των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου σε όλη την Ελλάδα ότι αυτός είναι πρόσωπο επικίνδυνο, καθώς στιγματίστηκε ως μέλος της οργάνωσης Ε… Επιπρόσθετα, ο ενάγων το έτος 2002 είχε εκλεγεί ως Κοινοτάρχης για τη δημοτική περίοδο 2002 έως 2006, θέση από την οποία εν τέλει τέθηκε σε αργία".

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος-εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα το ποσό των 29.780 € [(22.824 + 20.000 €) - 13.044 €] νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του Διεθνούς Συμφώνου "για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", το οποίο έχει κυρωθεί με τον Ν. 2462/1997 και του ΚΠοινΔ, αφού επιδίκασε αποζημίωση καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ ημερησίως, χωρίς να διαγνώσει ότι ο εκ του νόμου περιορισμός του ορίου της αποζημίωσης κατ' αποκοπή ημερήσιας αποζημίωσης, ενιαίως για υλική ζημία και ηθική βλάβη, στο ποσό των 29 € παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και χωρίς να κρίνει στη συνέχεια, ότι συντρέχει βάσιμος λόγος επιδικάσεως ποσού κατ' αποκοπή ημερήσιας αποζημίωσης, ενιαίως για υλική ζημία και ηθική βλάβη, καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 €, μέχρι άρσεως της αδικίας.

Εξάλλου, όπως, προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες αιτιολογούν τη γενικότερη παραδοχή του περί συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων και αφορούν την επίταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου, όλες, με εξαίρεση αυτήν που αφορά τη διάρκεια της κράτησής του, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την άδικη στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, για την οποία ευθύνεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αλλά με το είδος της κατηγορίας εναντίον του, ανάγονται δε σε χρόνο, ήδη από την άσκηση της εναντίον του ποινικής δίωξης.

Επομένως, οι δύο λόγοι της αίτησης, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένη κατ' άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957 όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1612/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ