Supreme Court dismisses divorce appeal claiming fraud, ruling agreement requires court approval and fraud must be proven.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a divorce judgment, rejecting claims of fraud and procedural errors. The court found no evidence that the respondent was deceived regarding the transfer of assets or child support payments to induce the marital agreement. Consequently, the court held that the divorce agreement was valid and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1441 § 1 of the Civil Code; The marital agreement for divorce is a specific divorce ground requiring court ratification, and any claim of fraud must be substantiated by evidence to overturn the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1463 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1463/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Καραγιάννη. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2015 (κοινή) αίτηση των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 1441 § 1 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει, μετά τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 και εν συνεχεία με το άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4055/2012 ορίζει ότι: "οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτισή της... Η κατά τα άνω έγγραφη συμφωνία, καθώς και το έγγραφο συμφωνητικό που αφορά την επιμέλεια και την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων... υποβάλλονται... στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνη η συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, δεν επιφέρει τη λύση αυτού, για την οποία απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως διαπλαστικού χαρακτήρα. Η συμφωνία των συζύγων φέρει τον χαρακτήρα ειδικού λόγου διαζυγίου, η συνδρομή του οποίου είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου με δικαστική απόφαση.
Συνεπώς, η συμφωνία για τη λύση του γάμου που αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση η οποία δεσμεύει αμφότερους τους συμβαλλόμενους να δηλώσουν στο Δικαστήριο τη συναίνεσή τους, υπόκειται σε προσβολή από καθένα από τους συμβληθέντες συζύγους, για ελαττώματα της βουλήσεως, μέχρι όμως να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που απαγγέλλει τη λύση του γάμου, αφού, μετά το αμετάκλητο αυτής, από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο, που καλύπτει όλα τα ελαττώματα αυτά, με την τελεσίδικη δικαστική κρίση.
Αυτά, εφόσον εμπίπτουν στις προϋποθέσεις, τις οποίες διαγράφουν για την προβολή τους, οι διατάξεις του αστικού κώδικα, θεμελιώνουν λόγους των ενδίκων μέσων κατά της περί διαζυγίου αποφάσεως, υπό την έννοια ότι, ως οδηγούντα στην ακύρωση της συναινέσεως του προσβάλλοντος την απόφαση, συνεπάγονται την ανυπαρξία του ειδικού λόγου διαζυγίου (συναινέσεως, κοινής), πάντοτε δε υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφουν για την προσβολή των ελαττωμάτων αυτών οι διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι οι διατάξεις περί πλάνης (άρθρα 141 επ.
ΑΚ), απάτης (άρθρα 147 επ. ΑΚ), απειλής (άρθρα 150 επ. ΑΚ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 147, 154 και 184 ΑΚ συνάγεται ότι για την ακύρωση, με δικαστική απόφαση, της δικαιοπραξίας, που καταρτίσθηκε υπό το κράτος απάτης, η οποία μετά την ακύρωση κατ' αυτό τον τρόπο εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, απαιτείται συμπεριφορά με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση προς τον σκοπό της αποφάσεως αυτού, μπορεί δε αυτή να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών, αναφερομένων στο παρόν, παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών.
Επομένως στοιχείο του πραγματικού της απάτης, αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται, όπως ο απατώμενος παρασυρθεί με την απάτη σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση (ΑΠ 597/2007, ΑΠ 441/2004).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το Δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 701/2011).
Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το αν η παρασχεθείσα από την αναιρεσείουσα δήλωση βουλήσεως για τη συναινετική λύση του γάμου της, που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, ήταν προϊόν απάτης, την οποία μετήλθε σε βάρος της ο τελευταίος, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις με αριθμούς 412, 413 και 414/2.5.2017 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του εφεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, που δόθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση της εκκαλούσας (βλ.
την 585Β/25.4.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Χαλκίδας Α. Α. που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος), και την 274/2017 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος της εκκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, η οποία δόθηκε για άλλη δίκη και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (ΟλΑΠ 8/2016), και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι τέλεσαν την 9η Ιουνίου 2001, γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας Κριεζών Ευβοίας, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα τον Γεώργιο που γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2003 και την Ιωάννα που γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2006. Το έτος 2015 διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων.
Στη συνέχεια, με την από 27.1.2015 με αριθμ. κατάθεσης ..4/2015 κοινή αίτηση τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, ζήτησαν τη λύση του γάμου τους. Προσκόμισαν δε την από 27.1.2015 έγγραφη συμφωνία τους, με την οποία οι διάδικοι ρύθμιζαν την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων τους. Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, εκτός από τη ρύθμιση της επιμέλειας και επικοινωνίας των τέκνων τους, ο εφεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην εκκαλούσα για τις μηνιαίες διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους, το ποσό των 500 ευρώ το μήνα και δη 250 ευρώ για το καθένα, μέσα στο πρώτο πενθήμερο εκάστου ημερολογιακού μηνός και για χρονικό διάστημα πέντε ετών από της υπογραφής του.
Συμφωνήθηκε ότι τα παραπάνω ποσά αντιστοιχούν στην προς συνεισφορά υποχρέωση του εφεσίβλητου στην ανάλογη διατροφή των τέκνων τους, κατόπιν αναγωγής της οικονομικής δυνατότητας εκάστου εξ αυτών στο σύνολο των εισοδημάτων τους. Επίσης, ο εφεσίβλητος δήλωσε, ότι ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου, από την εκκαλούσα, η οποία με τη σειρά της δήλωσε ρητά, ότι ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου, από τον εφεσίβλητο, καθ' ότι δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή και γενικά ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί από οποιαδήποτε αιτία μέχρι σήμερα κατά του εφεσιβλήτου.
Άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με περιουσιακά δικαιώματα, δεν αποδεικνύεται. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, την οποία προσέβαλε η εκκαλούσα, επικαλούμενη ότι κατά τη σύνταξη του από 27.1.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εφεσίβλητος την έπεισε απατηλά πως αν συναινούσε στη λύση του γάμου τους και συμφωνούσε να υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό που καθόριζε τη διατροφή, την επικοινωνία και τις αξιώσεις της επί των κοινών αποκτηθέντων εντός εγγάμου βίου τους θα εξασφάλιζε το οικονομικό μέλλον των παιδιών της, υποσχόμενος πως:
α) θα μεταβίβαζε στα τέκνα τους τις δύο κατοικίες που βρίσκονται στην περιοχή του ... και β) θα κατέθετε σε τραπεζικό της λογαριασμό το ανάλογο με τις δυνατότητές του χρηματικό ποσό των 50.000,00 € για τις καθημερινές ανάγκες των τέκνων τους. Με αυτή την απατηλή υπόσχεσή του ο εφεσίβλητος έπεισε την εκκαλούσα κατά τους ισχυρισμούς της να συναινέσει στην κοινή λύση του γάμου τους.
Όμως δεν αποδεικνύεται, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο εφεσίβλητος προέβη στις παραπάνω απατηλές δηλώσεις υποσχέσεις προς την εκκαλούσα. Η κατάθεση της μάρτυρος Κ. Λ. δεν κρίνεται πειστική αφού έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων του εφεσίβλητου, οι οποίοι με σαφήνεια καταθέτουν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με την μεταβίβαση των δύο ...
στα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και στην καταβολή των 50.000 ΕΥΡΩ για διατροφή αυτών. Το μόνο στοιχείο, που επικουρεί τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, είναι η καταβολή του ποσού των 6.350 ΕΥΡΩ που της κατέβαλε ο εφεσίβλητος την 11.2.2015 (ποσό που στην έφεση ανέρχεται σε 7.000 ΕΥΡΩ και διορθώθηκε με τις προτάσεις της εκκαλούσας) διά μέσου του τραπεζικού του λογαριασμού, καταβολή η οποία μπορεί να στηρίξει τη συμφωνία για καταβολή των 50.000 ΕΥΡΩ, κατά τα ανωτέρω.
Όμως, το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε από τον εφεσίβλητο στην εκκαλούσα αιτία δανείου προκειμένου η εκκαλούσα να εγκατασταθεί με τα τέκνα της σε άλλη κατοικία. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύονται από τις καταθέσεις του πατέρα της εκκαλούσας και του αδελφού της, αποδεικνυομένου επίσης ότι η εκκαλούσα ούσα μορφωμένη, έμπειρη στις συναλλαγές και σε διάσταση με τον εφεσίβλητο από το 2011, μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της από 27.1.2015 συμφωνίας, το οποίο στη συνέχεια το θεώρησε ως μη συμφέρον και με πρόσχημα την εξασφάλιση των τέκνων της, θέλησε να εκμεταλλευτεί την καλή οικονομική κατάσταση του εφεσίβλητου και για το λόγο αυτό προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση λόγω απάτης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Εφόσον, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος εξαπάτησε δόλια την εκκαλούσα και την παρέσυρε στην ως άνω βούληση περί λύσεως του γάμου, στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε, άνευ της δόλιας εξαπατήσεώς του, ήτοι ότι κατάφερε να την πείσει πως, αν συμφωνούσε πρωτίστως στην έκδοση συναινετικού διαζυγίου και δευτερευόντως στον καθορισμό της μηνιαίας διατροφής διά τα ανήλικα τέκνα τους εις το ποσόν μόνον των 500 ευρώ για πέντε (5) χρόνια, 1) θα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσας το ποσόν των 50.000 ευρώ, ποσόν ανάλογο με τα εισοδήματα του εφεσίβλητου και ανάλογο με τις καθημερινές ανάγκες των τέκνων τους, οι οποίες ήταν αδύνατον να καλυφθούν μόνον με το ποσόν των 500 ευρώ που συνήνεσε ως μηνιαία διατροφή και 2) ότι θα μεταβίβαζε σε καθένα από τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων την ψιλή κυριότητα δύο κατοικιών, ευρισκόμενες στην περιοχή του ..., τα οποία σπίτια αποκτήθηκαν διαρκούντος του γάμου και τα οποία εξ αρχής είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι να δοθούν το καθένα από αυτά σε έκαστο από τα τέκνα τους, πρέπει η έφεση ν' απορριφθεί ουσία και να συμψηφιστεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της σχέσης μεταξύ των διαδίκων ως συζύγων και του δυσχερούς νομικού προς επίλυση ζητήματος (άρθρ. 183, 179 ΚΠολΔ)...".
Με το πρώτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του χωρίς αριθμό λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του: α) "...η εκκαλούσα...
και σε διάσταση με τον εφεσίβλητο από το 2011..." και β) "...το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε από τον εφεσίβλητο στην εκκαλούσα αιτία δανείου προκειμένου η εκκαλούσα να εγκατασταθεί με τα τέκνα της σε άλλη κατοικία". Ο λόγος αναίρεσης ως προς το ανωτέρω τμήμα πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν επιχειρήματα κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά συμπεράσματα του Δικαστηρίου, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια.
Περαιτέρω με το δεύτερο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του χωρίς αριθμό λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε "...όμως δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο εφεσίβλητος προέβη στις παραπάνω απατηλές δηλώσεις υποσχέσεις προς την εκκαλούσα..." και ότι "...το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε από τον εφεσίβλητο στην εκκαλούσα αιτία δανείου προκειμένου η εκκαλούσα να εγκατασταθεί με τα τέκνα της σε άλλη κατοικία...", πράγμα, που ποτέ δεν ίσχυε αφού ουδείς κατέθεσε και ούτε καν αποδείχθηκε ή έστω υπονοήθηκε οιαδήποτε πρόθεσή της να μετακομίσει με τα παιδιά της σε άλλη κατοικία στην οποία ζει με τα τέκνα της από το έτος 2007.
Ο λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον το Δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων κατέληξε στην ανωτέρω περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την έλλειψη απάτης που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας μετήλθε ο αναιρεσίβλητος αναφορικά με την παρασχεθείσα από την ίδια δήλωση βουλήσεως για την συναινετική λύση του γάμου, που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση.
Ειδικότερα αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία, από τα οποία δεν προκύπτει πεπλανημένη παράσταση του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα με σκοπό την παράσυρση της τελευταίας σε πεπλανημένη δήλωση βουλήσεως για την συναινετική λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, αναφορικά με την κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της το ποσόν των 50.000 ευρώ για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της και την μεταβίβαση σ' αυτά της ψιλής κυριότητας δύο κατοικιών, που βρίσκονται στον ...
Το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα, ότι κατά τη σύνταξη του από 27/1/2015 ιδιωτικού συμφωνητικού περί συναινετικής λύσης του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος δεν την έπεισε με απατηλές υποσχέσεις περί μεταβιβάσεως στα δύο τέκνα τους την ψηλή κυριότητα των δύο κατοικιών που βρίσκονται στην περιοχή του ...
και καταθέσεων, σε τραπεζικό της λογαριασμό του ποσού των 50.000 ευρώ για τις ανάγκες των τέκνων τους να συναινέσει στη λύση του γάμου τους και να υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό καθορισμού της διατροφής και επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων τους καθώς και τις αξιώσεις επί των περιουσιακών στοιχείων, που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Επομένως ο χωρίς αριθμό λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί, η δε από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση αναφορικά με την εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, ως προς την αιτία της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο, στην αναιρεσείουσα του ποσού των 6.500 ευρώ, είναι απαράδεκτη, διότι με την κατ' επίφαση πλημμέλεια του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Αντίθετα, η σωρευόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αίτηση διόρθωσης της προσβαλλόμενης 115/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, ως προς το ονοματεπώνυμο της παραστάσης ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου πληρεξουσίας Δικηγόρου της από το εσφαλμένο "Α. Π.", στο ορθό "Χ. Τ.", είναι απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον έπρεπε να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου, που την εξέδωσε (ΑΠ 962/2007). Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4, εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2017 αίτηση αναίρεσης της 115/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ