Legislator Case Law & Legislation
1463/2017 AI generated

1463/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1463/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1463/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Keywords

AI generated
bank charges over-indebtedness late payment of fees excessive commitment accord and satisfaction deferral of payment
AI generated
1711/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1772/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1906/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
99/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6233/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2326/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4098/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/5/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2018 κλήση τους.
506/2018
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1463 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1463/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Π. Χ. χήρας Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριάννα Σπανουδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Τσέλιου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3042/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται όχι ως απαράδεκτης αλλά κατ’ ουσίαν. Τούτο δε διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή απορρίπτονται, αφού δεν παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντιθέτου αποφάσεως περί αποδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως έφεση απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (είτε λόγω παρελεύσεως απράκτου της σχετικής προθεσμίας, είτε λόγω παραιτήσεως απ’ αυτήν) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη.

Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβαθμίου αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.Α.Π. 16/1990). Τέλος η παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να γίνει και με το επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο, που έχει ειδική προς τούτο (παραίτηση) πληρεξουσιότητα (Ολ.Α.Π.9/1996).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση κατά της υπ’ αριθμ. 644/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας τους, την έφεση των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ’ αριθμ. 3042/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, μετά την νόμιμη δια του δικογράφου αυτής παραίτηση των αναιρεσειόντων από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δια δηλώσεως του υπογράφοντος την αναίρεση πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γ.

Κ., έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, όπως αποδεικνύεται από τα υπάρχοντα στη δικογραφία υπ’ αριθμ. ...24-6-2015 και .../9-7-2015 πληρεξούσια του διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο στο ... και συμβολαιογραφούντος Σ. Ι. που αφορά την παροχή ειδικής πληρεξουσιότητος του δευτέρου αναιρεσείοντος ενεργούντος ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας και του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

Χ. που αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων υπό της αναιρεσίβλητης υποστηριζομένων αναφορικά με την έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο αναιρέσεως πληρεξούσιο δικηγόρο Γ.Κ.. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.

Α.Π. 36/1988, 7/2006). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσιαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνες ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ.Α.Π. 15/2007) οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ.7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών, μεταξύ των οποίων και οι υπό στοιχ.

ε όροι που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της συμβάσεως χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.

Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ’ άρθρο 847 Α.Κ., πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητα/;

του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (Ολ.

Α.Π. 13/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ενσωματωθείσα στην αναιρεσιβαλλομένη, απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της υπ’ αριθ..../30-8-2006 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και της υπ’ αριθ. .../...12.10.2006 σύμβαση αύξησης του ορίου πίστωσης, χορηγήθηκε από την καθ’ ης (ήδη αναιρεσίβλητη) στην 1η ανακόπτουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) πίστωση ποσού 135.000 ευρώ, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ’ αυτές.

Για την εξασφάλιση της καθ’ ης συστάθηκε ενέχυρο υπέρ αυτής σε απαίτηση της 1ης ανακόπτουσας κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", βάσει της από 8.12.2006 σύμβασης για την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου με τον τίτλο "...", που προέβλεπε την ενίσχυση της ως άνω ανακόπτουσας με το ποσό των 76.305,76 ευρώ. Μολονότι η παραπάνω πίστωση χορηγήθηκε στην 1η ανακόπτουσα, η τελευταία κατέβαλε στην καθ’ ης μόνο τα ποσά των 2.811,44 ευρώ στις 10.9.2007 και 3.528,72 ευρώ στις 21.11.2007, με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα εταιρία να έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Λόγω, μάλιστα, εμπλοκής που είχε παρουσιασθεί στο θέμα της επιχορήγησης της από την ..., η καθ’ ης άρχισε ν’ αποστέλλει συνεχόμενες επιστολές προς την ανακόπτουσα εταιρία καλώντας της να μεριμνήσει για την απεμπλοκή του ζητήματος αυτού Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. πρωτ. ...19.7.2007 έγγραφο της ...

προς την 1η ανακόπτουσα, η εμπλοκή της επιχορήγησης της επιχείρησης της οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ιδίας και συγκεκριμένα στη μη εφαρμογή από αυτή της συμβατικής της υποχρέωσης περί τήρησης του συμφώνου ποιότητας του Νομού Κυκλάδων και ότι δεν είχε συμμορφωθεί στις ως άνω υποχρεώσεις της παρά τις συνεχόμενες παρατάσεις που της είχαν χορηγηθεί.

Η καθ’ ης επανειλημμένως όχλησε τηλεφωνικώς τους ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες) για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους καλώντας αυτούς να τις τακτοποιήσουν και λόγω μη ανταπόκρισης αυτών, στις 22.4.2008 τους κοινοποίησε την από 21.4.2008 επιστολή με την οποία καλούσε να τακτοποιήσουν τη συνολική εκκρεμότητα τους έως τις 30.4.2008, ενημερώνοντας τους ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προέβαινε σε κλείσιμο των μεταξύ τους λογαριασμών.

Τελικά, επειδή οι ανακόπτοντες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την τακτοποίηση των οφειλών τους, στις 10.7.2008 η καθ’ ης κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση πίστωσης και έκλεισε οριστικά τους μεταξύ τους αλληλόχρεους λογαριασμούς".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη δεν ήταν καταχρηστική και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον αντίστοιχο δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, με τον οποίον επιδιώκεται να ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, διότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε καθ’ υπέρβαση των υπό του άρθρου 281 Α.Κ.

διαγραφομένων ορίων, καθόσον η υπερημερία της πρώτης των αναιρεσειόντων οφείλεται στη μη καταβολή από την ... της εγκριθείσης επιχορηγήσεως ύψους 76.305,76 ευρώ, λόγω πολεοδομικών προβλημάτων του μισθίου ακινήτου, τα οποία εγνώριζε η αναιρεσίβλητη. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αρνούμενο την εφαρμογή του άρθρου 281 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου δεν συντρέχουν εν προκειμένω με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα ότι δηλαδή το Δικαστήριο με τις ανωτέρω παραδοχές του παρεβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και επίσης εκείνη του άρθρου 288 του ιδίου Κωδικός, καθώς και τις περί παθητικής νομιμοποιήσεως διατάξεις, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείτο να στραφεί κατά των αναιρεσειόντων και όχι κατά της "...

ΑΕ" και ότι έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 578 το Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως υπάρχει, όταν κριθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.Α.Π. 30/1998). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Α.Π 95/2014, 345/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζήτησαν την ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως είναι άκυρη, διότι έγινε βάσει του υπ’ αριθμ. 6 όρου αυτής που παρείχε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να κλείνει οριστικώς τη χορηγηθείσα πίστωση οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος (όρος) όμως είναι άκυρος λόγω αντιθέσεώς του προς την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994.

Με τη προσβαλλομένη απόφαση ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις του ν. 2251/1994 δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής, καθόσον οι ανακόπτοντες δεν εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή, αφού η πρώτη εξ αυτών συνήψε με την καθ’ ής την ένδικη σύμβαση για την ικανοποίηση επαγγελματικών της αναγκών, οι δε λοιποί διότι συνεβλήθησαν στην εν λόγω σύμβαση ως εγγυητές.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο εσφαλμένως σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4 και 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Η εσφαλμένη όμως κρίση του Δικαστηρίου δεν οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, διότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του που αφορούν τον δεύτερο και απολύτως συναφή με τον πρώτο λόγο ανακοπής, το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας των ανακοπτόντων ως καταναλωτών ή μη, δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως από την αναιρεσίβλητη δεν έγινε κατ’ εφαρμογή του επίμαχου συμβατικού όρου αυθαιρέτως δηλαδή και χωρίς ειδικό και σπουδαίο λόγο.

Αντιθέτως μάλιστα το Δικαστήριο δέχθηκε κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά και περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ότι επίσης από δική της υπαιτιότητα υπήρξε εμπλοκή στο ζήτημα της επιχορηγήσεως, η οποία θα εξασφάλιζε εν μέρει, κατά την συμφωνία τους, την απαίτηση της αναιρεσίβλητης και ότι η ίδια και οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν στις επανειλημμένες τηλεφωνικές και έγγραφες οχλήσεις της τελευταίας για εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και εξόφληση ληξιπροθέσμων οφειλών τους, το ύψος δε του χρεωστικού υπολοίπου κατά την καταγγελία της συμβάσεως υπερέβαινε το ανώτατο συμβατικό όριο της πιστώσεως.

Υπό τις παραδοχές δε αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως από την αναιρεσίβλητη έγινε για σπουδαίο λόγο και δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι παρά την εσφαλμένη νομική αιτία που αποτελεί την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το διατακτικό αυτής, που συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου είναι ορθό και συνεπώς πρέπει, κατ’ άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ρηθείσα αιτία πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι αλυσιτελής, αφού το Δικαστήριο και υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσείοντες υπήγοντο στις διατάξεις του ν. 2251/1994 θα κατέληγε στο ίδιο απορριπτικό διατακτικό, ενόψει των παραδοχών του ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη αυθαιρέτως και χωρίς σπουδαίο λόγο στην καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως και συνεπώς η προστασία που τους παρείχε ο ως άνω νόμος ήταν άνευ αντικειμένου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον αυτοί, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2015 αίτηση των : 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", 2) Χ. Χ. του Δ., και 3)Π. Χ., χήρας Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 644/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ