Legislator Case Law & Legislation
1463/2016 AI generated

1463/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1463/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1463/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ.. Στην ανωτέρω διεύθυνση, η οποία -σημειωτέον- προέκυπτε από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας (έγκληση, σώμα της φερόμενης ως πλαστής επιταγής), στεγαζόταν η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1463 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1463/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1944/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...15.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ.2 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα όταν συναφή εγκλήματα δικάσθηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη συνεκδίκαση αυτών. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα συνεκδικάσεως και σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ του ΚΠοινΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε τη συνεκδίκαση των υπ’ αριθμούς 8 έως και 11 δικογραφιών που αφορούσαν τις υπ’ αριθμούς .../15-12-2014 εφέσεις του κατηγορουμένου κατά των υπ’ αριθμούς 41435/2013, 7500/2013, 10870/2014 και 10818/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με τις οποίες καταδικάσθηκε με την πρώτη για πλαστογραφία με χρήση και με τις λοιπές για συναφή εγκλήματα της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε το ως άνω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.1 ΚΠοινΔ συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, εάν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Κατά δε το άρθρο 129 περ.α’ του ΚΠοινΔ ως συναφή θεωρούνται τα εγκλήματα που γίνονται από το ίδιο πρόσωπο, είτε συγχρόνως, είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους ή από πολλούς όχι συναίτιους κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με τις με αριθ.πινακίου 9, 10 και 11 υποθέσεις του ιδίου κατηγορουμένου δεν συμβάλλει στην ταχύτερη εκδίκαση και στην ασφαλέστερη διάγνωση της ουσιαστικής αλήθειας, διότι η μεν υπό κρίση υπόθεση αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση (άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ), ενώ οι έτερες υποθέσεις το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, ήτοι εντελώς διάφορες, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, αξιόποινες πράξεις, φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος διαφορετικών παθόντων.

Συνεπώς, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί".

Με αυτά που δέχτηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε τον λόγο, για τον οποίο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν ενδεικνυόταν η συνεκδίκαση των ως άνω υποθέσεων, και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όσαν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.

Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο ασκήσεως της έφεσης καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995).

Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης.

Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε και, ως εκ τούτου, η επίδοση της αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει, κατ’ ουσίαν τον εν λόγο ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της αποφάσεως, εν όψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των εις βάρος τους κατηγοριών δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διευθύνσεως κατοικίας τους, διαφορετικά, όπως προεκτέθηκε, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ του ΚΠοινΔ, όπως το στοιχ.δ’ της παρ.1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3904/2010, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, ιδρύουσα τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α)...δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)...".

Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι (Ολ.ΑΠ 2/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ’ αρ.1944/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως .../15-12-2014 του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Λ. Κ., εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από τον συνήγορό του, κατά της υπ’ αρ.41435/29-10-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Από την ανωτέρω έφεση, παραδεκτώς επισκοπουμένη, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει, μεταξύ άλλων, κατά λέξη, ότι "...η κλήτευσή του ήταν άκυρη, καθώς κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής (..., Θεσ/κη), την οποία γνώριζε η Εισαγγ.Πλημ/κων Θεσ/κης, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης τα ευρισκόμενα στη δικογραφία της υπ’ αρ.48245/11 απόφασης Μον.Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης (αποδεικτικά με ημ/νίες 26/3/10 και 28/9/10), για τους ίδιους δε λόγους είναι άκυρη και η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης", δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της άνω εκκαλουμένης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής", ισχυριζόμενος ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως αυτής είχε γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διαμονή.

Κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών αυτής, προέβαλε δια του συνηγόρου του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκτός άλλων, τον ίδιο ισχυρισμό περί ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, τον οποίο ανέπτυξε προφορικώς και εγγράφως, διαλαμβάνοντας ειδικά, ότι η επίδοσή της έγινε προς αυτόν ως πρόσωπο άγνωστης διαμονής, αφού αναζητήθηκε μόνο στη δηλουμένη με τις εις βάρος του εγκλήσεις διεύθυνση της επαγγελματικής του κατοικίας στην οδό ... - Θεσσαλονίκη, την οποία, όμως, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανωτέρω επιδόσεως είχε εγκαταλείψει, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεώς του, η δε παραπάνω Εισαγγελία, που παρήγγειλε την επίδοση, γνώριζε την πραγματική διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... - Θεσσαλονίκη, προς απόδειξη δε τούτων προσκόμισε τα αναφερόμενα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και πρότεινε ως μάρτυρα τον Α.

Π., ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως επίσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Το εν λόγω δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης) έκρινε την προμνημονευομένη έφεσή του εκπρόθεσμη και την απέρριψε ως απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: ".... Απόσπασμα της εκκαλουμένης επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, στη διεύθυνση ..., την 12.05.2014, όπως προκύπτει από το από 12.05.2014 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Χ.

Μ., ενώ η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, την 15.12.2014, ήτοι μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ. Στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δικάστηκε ερήμην, δοθέντος ότι κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, στην ως άνω διεύθυνση (...), όπως προκύπτει από το από 02.08.2013 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Χ.

Μ.. Στην ανωτέρω διεύθυνση, η οποία -σημειωτέον- προέκυπτε από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας (έγκληση, σώμα της φερόμενης ως πλαστής επιταγής), στεγαζόταν η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου.

Συνεπώς, νομίμως επιδόθηκαν στη διεύθυνση αυτή τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και το απόσπασμα της εκδοθείσης, σε βάρος του, αποφάσεως, δοθέντος ότι ο ίδιος δεν γνωστοποίησε, ως όφειλε, στην οικεία Εισαγγελία την αλλαγή διεύθυνσης, πολλώ μάλλον που τελούσε σε γνώση ότι εκκρεμούσαν, σε βάρος του, πληθώρα ποινικών υποθέσεων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί ότι αγνοούσε τα χρέη, που είχε δημιουργήσει από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών.

Ο ισχυρισμός ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης όφειλε να τον αναζητήσει στη διεύθυνση (...), που της ήταν γνωστή από ετέρα ποινική υπόθεση, που αφορούσε οφειλή ασφαλιστικών εισφορών, είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, διότι αντικειμενικά δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, πόρρω δε απέχει από την πραγματικότητα, αφού προϋποθέτει την ύπαρξη ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων στην οποία θα καταχωρούνται ονομαστικά όλες οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκάστου, με πλήρη τα προσωπικά του στοιχεία, όπως αυτά εμφανίζονται ακόμη και διαφοροποιημένα από δικογραφία σε δικογραφία, αφού μόνον ηλεκτρονικά είναι δυνατή η ενημέρωση, παρακολούθηση και άντληση τέτοιων πληροφοριών, που υπολαμβάνει ο κατηγορούμενος.

Πρέπει να τονιστεί, επίσης, ότι οι επιδόσεις στην ... έλαβαν χώρα την 26.03.2010 και την 28.09.2010, ήτοι τρία έτη πριν από τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και τέσσερα έτη πριν το κρίσιμο χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης, τα κλητήρια δε θυροκολλήθηκαν σε αμφότερες τις περιπτώσεις και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος διέμενε στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι δεν ενημερώθηκε από τον αδελφό του για τις επιδόσεις, πολλώ μάλλον δεν συνιστούν απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω διεύθυνση και κατά τα έτη 2013 και 2014.

Τουναντίον, ο μάρτυρας του κατέθεσε ότι από τις αρχές του έτους 2014, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουμένης, ο κατηγορούμενος μετώκησε σε νέα διεύθυνση στην περιοχή της .... Εξάλλου, ακόμη και με επίδειξη άκρας επιμέλειας, εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων, δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος επί της οδού ..., δοθέντος ότι φιλοξενούνταν στην ανωτέρω οικία του αδελφού του και, άρα, δεν υπήρχε καν το όνομα του στο θυροτηλέφωνο.

Αλυσιτελώς δε προσκομίζει λογαριασμούς τραπεζών, προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, διότι από την επισκόπηση των λογαριασμών των ... BANK και ... αναγράφεται, ως παραλήπτης, ο αδελφός του, Γ. Κ., και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, που σημαίνει ότι ακόμη και την προσωπική του αλληλογραφία δεν την ελάμβανε επ’ ονόματί του.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ)." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την επιβαλλομένη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της γίνεται ρητή μνεία του χρόνου επιδόσεως της εκκαλουμένης (12-5-2014), του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως (15-12-2014) και του από 12-5-2014 αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως που συντάχθηκε από την Επιμελήτρια Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Χ.

Μ., προκειμένου δε το ως άνω δικαστήριο να καταλήξει στη προεκτεθείσα κρίση του, όπως και από το προοίμιο του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει, εκτός του ότι έλαβε υπόψη του τα ευρισκόμενα στη δικογραφία αποδεικτικά, συνεκτίμησε και αξιολόγησε την ένορκη κατάθεση του κατά τα άνω προταθέντος από τον κατηγορούμενο και εξετασθέντος μάρτυρα, καθώς και όλα τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο (στα οποία περιλαμβάνονται και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο) και δεν αρκέσθηκε μόνο στο προαναφερόμενο από 12-5-2014 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, από την επισκόπηση του οποίου προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, αφού αναζητήθηκε, ύστερα από σχετική παραγγελία, στην τελευταία γνωστή κατοικία του (... - Θεσσαλονίκη), όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν άγνωστος και δεν υπήρχε άλλο συγγενικό του πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠοινΔ για την επίδοση της εκκαλουμένης, η τελευταία επιδόθηκε σ’ αυτόν ως άγνωστης διαμονής, δια παραδόσεώς της στον ορισμένο προς τούτο δημοτικό υπάλληλο και τοιχοκολλήσεώς της στον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διαμονή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, όπου αυτός αναζητήθηκε, και όχι στην οδό ...

της ίδιας πόλεως, όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος, διότι κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της, που στηρίζονται σε αναλυτικά παρατιθέμενους συλλογισμούς και επιχειρήματα, δεν αποδείχθηκε ότι εκείνος κατοικούσε εκεί (... - Θεσσαλονίκη) κατά τον κρίσιμο χρόνο, στηριχθείσα, μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ήτοι και εκείνα που επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος, είναι επαρκής, ειδική και εμπεριστατωμένη.

Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνοντας αιτιολογημένα, κατά τα άνω, ότι η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ως άγνωστης διαμονής, ήταν έγκυρη και προχωρώντας κατόπιν, στην απόρριψη της προμνημονευομένης εφέσεώς του, ως εκπρόθεσμης, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ούτε της απόλυτης ακυρότητας, συνισταμένης στη στέρηση από αυτόν του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε συνακολούθως της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ , Α’ και Η’ ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και ως προς τα τρία αυτά μέρη του.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ’ αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Γ’ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.

Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν (και η ως άνω ακυρότητα αποτρέπεται), μεταξύ άλλων, για τα έγγραφα, που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος (σώμα του φερομένου ως πλαστού εγγράφου) ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, που υπάρχουν στη δικογραφία (π.χ.μήνυση, έγκληση, αποδεικτικά επιδόσεως) και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αφού δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 364 ΚΠοινΔ, διότι στις περιπτώσεις αυτές ο κατηγορούμενος γνωρίζει την κατηγορία μετά της σχετικής δικογραφίας και, κατ’ ακολουθία, το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και μπορεί, αν το επιθυμεί, να ασκήσει τα κατ’ άρθρο 358 ΚΠοινΔ υπερασπιστικά του δικαιώματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και συνακόλουθη παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην κατά τα άνω κρίση του, ως προς τον τόπο κατοικίας αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα επισημαινόμενα στο αναιρετήριο μη αναγνωσθέντα έγγραφα, ήτοι το από 12-5-2014 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης (πρωτόδικης) αποφάσεως της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Χ.

Μ., την έγκληση και το σώμα της φερομένης ως πλαστής επιταγής, που υπήρχαν στη δικογραφία, καθώς και "λογαριασμό ..." στερώντας σε αυτόν τη δυνατότητα να αντικρούσει το περιεχόμενό τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ και Γ’ ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα μέρη του, διότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και η έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία του ασκήθηκε ποινική δίωξη, δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα, αλλά διαδικαστικά, ενώ το σώμα της φερομένης ως πλαστής επιταγής αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που του είχε αποδοθεί, για το οποίο καταδικάσθηκε αυτός πρωτοδίκως και δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, αφού το περιεχόμενό τους ήταν γνωστό σ’ αυτόν και μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη, κατ’ αρθρο 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, συνηγόρου του, οπότε δεν στερήθηκε των εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ, υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, τα οποία, άλλωστε, άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, επικαλούμενος (τόσο με την έκθεση της ασκηθείσας εφέσεώς του, όσο και με τους αναπτυχθέντες στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμούς του), ότι διέμενε σε άλλη διεύθυνση και στηρίζοντας την άμυνά του στην προβολή ακυρότητας της προς αυτόν επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, το γεγονός δε, ότι τα παραπάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθούν δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε παραβίαση της δημοσιότητας της δίκης.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ληφθέντα υπόψη "λογαριασμό ...", αφού το εν λόγω έγγραφο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο, γνώριζε το περιεχόμενό του και είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει το αποδεικτικό αυτό στοιχείο, μη θιγομένων των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του από την τυχόν μη ανάγνωσή του, ανεξαρτήτως του ότι, ως προς το συγκεκριμένο έγγραφο ο παραπάνω αναιρετικός λόγος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ταυτιζόμενο με εκείνο που φέρει στα ανωτέρω πρακτικά τον αριθμό 2 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, με τον τίτλο "φωτοτυπία αντιγράφου χορηγητικού λογαριασμού για την περίοδο από 1-4-2013 έως 31-6-2013 του Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος".

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ.11/4-5-2015 αίτηση του Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ’ αρ.1944/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ