1463/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1463/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1463 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1463/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράπτη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στις Δικ. Φυλακές Λάρισας, 2. Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μ. & ΣΙΑ ΟΒΕΕ - Οικοδομικά Υλικά", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Μ. Μ., κατοίκου ... και 4. Π. Μ., κατοίκου .... Ο 1ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι 2η 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Βαγενά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, και ισχύει από της 20-3-2013: "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (25-11-2013) δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Σ. Τ.. Από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτού, ούτε άλλωστε και επικαλείται τοιαύτην ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων. Ενόψει τούτων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και η εκδίκαση αυτής να προχωρήσει ως προς τους νομίμως παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, να κηρυχθεί δε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 1756/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 Α.Κ. "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 221 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ιδίους διαδίκους και με την ιδία ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στην προηγουμένη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 215/2011, 932/2007). Ο ενάγων, δικαιούχος της απαιτήσεως, προς αντίκρουση της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεώς του, δύναται να προτείνει τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της αγωγής.
Απαραίτητες, επομένως, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 263 Α.Κ., είναι η τελεσίδικη απόρριψη της προηγουμένης αγωγής για λόγους τυπικούς ή η παραίτηση από την αγωγή και η άσκηση νέας, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών, αγωγής με τους αυτούς διαδίκους και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Εξάλλου, από τα άρθρα 262 παρ. 1 και 269 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι, για την πληρότητα ενστάσεως ή αντενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον ενιστάμενο ή αντενιστάμενο και συγχρόνως να διατυπώνεται απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής ή της ενστάσεως (Α.Π. 215/2011, 1773/2011, 1372/2010, 624/2003).
Επομένως, για την πληρότητα της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής και το παραδεκτό της πρέπει κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως να προταθούν από τον αντενιστάμενο ενάγοντα τα άνω περιστατικά, που, αν αποδειχθούν αληθινά, επιφέρουν τη διακοπή της παραγραφής, και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα περί απορρίψεως της ενστάσεως περί παραγραφής για την αιτία αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: " Με την υπό κρίση ... αγωγή του ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εκθέτει ότι, στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας, επώλησε και παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) που ασχολούνταν με εμπόριο οικοδομικών υλικών και ελαστικών...
τις αναφερόμενες σ' αυτή ποσότητες ηλεκτροδίων αντί συνολικού τιμήματος ... 59.800,20 ευρώ. Ότι, προς εξόφληση του τιμήματος ο πρώτος εναγόμενος εξέδωσε - σε διαταγή του - ... τραπεζικές επιταγές οι οποίες ήσαν ακάλυπτες εν γνώσει του ... Ότι περαιτέρω, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), με τον οποίο συνεργαζόταν παράνομο περιουσιακό όφελος σε συνεννόηση και συμπαιγνία μαζί του, επώλησε στη δεύτερη εναγόμενη ΟΕ (δευτέρα αναιρεσίβλητη), μέλος της οποίας είναι ο τέταρτος, ένα τμήμα ...
των αγορασθέντων ως άνω εμπορευμάτων, σε τιμή κάτω του κόστους και στη συνέχεια πώλησε και τα υπόλοιπα ... στους λοιπούς εναγόμενους, προκειμένου να αποτρέψει την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του ενάγοντος ... Ότι μεταξύ των εναγομένων υπήρξε συνεννόηση και μεθοδευμένος προσχεδιασμός που αποσκοπούσε στην εξαπάτησή του.
Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί ο καθένας από τους εναγομένους, λόγω αδικοπραξίας, να του καταβάλουν ... το ποσό των 59.800,20 ευρώ ως αποζημίωσή του, καθώς και το ποσό των 14.673,51 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση προηγούμενης (υπ' αρ. 41318/1997) αγωγής του, άλλως από την επίδοση της ένδικης., μέχρις εξοφλήσεως.
Κατ' αρχήν η αγωγή του εκκαλούντος παραπέμφθηκε με την υπ' αρ. 101/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... για να εκδικασθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως καθ' ύλην αρμοδίου, το δε τελευταίο, κατά παραδοχή της σχετικώς νομοτύπως προβληθείσας ενστάσεως των ενώπιον του παρόντων εναγομένων, έκρινε ότι η αγωγική αξίωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 σε συνδ.
με 247 και 251 ΑΚ. Και τούτο διότι ενώ η φερομένη ως αδικοπραξία, που αποτελεί και ποινικώς κολάσιμη πράξη, η παραγραφή της οποίας δεν είναι μεγαλύτερη της πενταετίας (άρθρ. 937 παρ. 2 ίδιου κώδικα), φέρεται ότι τελέσθηκε εντός του έτους 1996, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 14-7-2004. Στην ίδια δε παραγραφή υπάγεται και η από το άρθρο 932 απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ...
Αφετέρου κατά της ενστάσεως αυτής, ουδεμία αντένσταση (λ.χ. περί διακοπής της παραγραφής) προβλήθηκε, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη ... εκτέθηκαν. Κατ' ακολουθία ορθώς έγινε δεκτή η συγκεκριμένη ένσταση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκε η αγωγή, πλην όμως μόνον όσον αφορά τους παρόντες και κατά την ενώπιόν του δίκη, δεύτερη έως και τέταρτο των εναγομένων (ενισταμένων).
Απορριπτέος κρίνεται δε εν προκειμένω ο περί διακοπής της παραγραφής με έγερση προηγούμενης αγωγής, ισχυρισμός που προβάλλεται με την έφεση του ενάγοντος, καθόσον αυτός ουδόλως προέβαλε πρωτοδίκως τα απαιτούμενα προς θεμελίωση της αντένστασης στοιχεία, που μνημονεύονται στην αρχή της παρούσας. Ούτε με δήλωση του στα πρακτικά, όπου αναφέρεται μόνο γενική άρνηση των ισχυρισμών - ενστάσεων των εναγομένων, ούτε καν με τις προτάσεις του, προέβαλε αίτημα απόρριψης της ένστασης βάσει σχετικής αντενστάσεως του περί διακοπής της παραγραφής.
Στη δε ένδικη αγωγή του μνημονεύει και μόνον στο αιτητικό της καθώς προεκτέθηκε, για το νομιμότοκο της καταβολής του αιτούμενου ποσού, τον αριθμό/χρονολογία καταθέσεως προηγούμενης αγωγής του (1997), χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο για το περιεχόμενο ή την τύχη της. Άλλωστε, ο ισχυρισμός ότι η παραγραφή των αξιώσεων διαδίκου (937 ΑΚ) είχε διακοπεί με προηγούμενη αγωγή του, είναι απαράδεκτος προβαλλόμενος από τον εκκαλούντα για πρώτη φορά με την έφεση του, βάσει του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ...
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθό μέρος στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εναγομένων ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937, 247, 251, 261, 263 Α.Κ., τις οποίες και δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:
α) ως προς τη βασιμότητα της προβληθείσης εκ μέρους των δευτέρας, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων ενστάσεως παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και β)ως προς το απαράδεκτο του, περί διακοπής της παραγραφής, ισχυρισμού του τελευταίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των προειρημένων διατάξεων, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Εξάλλου από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των από 2-5-2007 εγγράφων προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των με αριθμ. 280/2007 πρακτικών δημόσιας συνεδριάσεως του ιδίου δικαστηρίου και του περιεχόμενου της ενδίκου αγωγής δεν προκύπτει παραδεκτή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβολή αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, αφού δεν έλαβε χώραν επίκληση από τον αναιρεσείοντα των αναγκαίων για την θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, στοιχείων, που μνημονεύονται ανωτέρω, και ειδικότερα της ταυτότητος της ιστορικής και νομικής αιτίας της προηγουμένης αγωγής, με αυτήν της αγωγής επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, της ασκήσεως νέας αγωγής εντός προθεσμίας έξι μηνών από της τελεσιδίκου απορρίψεως για λόγους μη ουσιαστικούς της προηγουμένης και του αιτήματος απορρίψεως εκ της αιτίας ταύτης της ενστάσεως παραγραφής.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προαναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων δεν εδέχθη την νομοτύπως και παραδεκτώς προβληθείσα δι' αυτών αντένσταση διακοπής της παραγραφής, υποπίπτοντας, με την κρίση του αυτή και τις λοιπές ως άνω συναφείς παραδοχές του, στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνουν αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής , "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 3/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την αγωγή και τις από 2-5-2007 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων ως αβάσιμο, με την παραδοχή περιστατικών, αντιθέτων εκείνων που τον συγκροτούν.
Αβάσιμος επίσης για την αυτή αιτία τυγχάνει ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια , με την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα αντένσταση διακοπής της παραγραφής και έκαμε δεκτή την ένσταση παραγραφής των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σ' αυτό, για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Προϋπόθεση του αποκλεισμού του λόγου αναιρέσεως είναι η μη νόμιμη πρόταση του ισχυρισμού, στον οποίο στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος, στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, στο τέλος της αιτήσεώς του ισχυρίζεται αορίστως ότι "η ένσταση παραγραφής των αντιδίκων είναι αόριστη, αβάσιμη και μη νομοτύπως προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ...".
Ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος μάλιστα δεν συνάπτεται με συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται ότι είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη της συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Σ. Τ..
Απορρίπτει την από 20-4-2010 αίτηση του Γ. Μ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 840/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, (ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους).
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων εκ των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 18η Μαρτίου 2014 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 26η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ