1463/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1463/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εκκρεμούν η από 6-4-2010 αίτηση της Ε. Ρ. και η αντίθετη από 18-4-2010 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές είναι συναφείς και η συνεκδίκασή τους θα διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης και θα μειώσει τα δικαστικά έξοδα. Πρέπει, συνεπώς, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1463 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1463/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ε. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.
Των Α. αναιρεσιβλήτων - Β. αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Δ., 2. Δ. Κ. του Α., 3. Ι. Κ. του Α. και 4. Β. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι 1ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β. Των αναιρεσιβλήτων:1.Ε. Ρ. του Δ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου, 2.Ε. Κ. του Δ. και 3. Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Τζεφριό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 6-4-2010 και 18-4-2010 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να συνεκδικασθούν και να απορριφθούν οι από 6-4-2010 και 18-4-2010 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εκκρεμούν η από 6-4-2010 αίτηση της Ε. Ρ. και η αντίθετη από 18-4-2010 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές είναι συναφείς και η συνεκδίκασή τους θα διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης και θα μειώσει τα δικαστικά έξοδα. Πρέπει, συνεπώς, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες Α. Κ. κ.λ.π. άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 13-9-2007 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, από τους οποίους η πρώτη είναι συμβολαιογράφος, συνεπεία της οποίας υπέστησαν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, ζήτησαν να επιδικασθεί σε καθένα από αυτούς το ποσό των 99.956 ευρώ, αίτημα το οποίο με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις τους περιόρισαν σε αναγνωριστικό για το πέραν του ποσού των 24.989 ευρώ. Με την υπ' αριθ. 423/2008 απόφαση του άνω δικαστηρίου η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της από το άρθρο 73 παρ. 1 και 4 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ και έγινε μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της από το άρθρο 914 του Α.Κ. και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγόμενης συμβολαιογράφου, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 22.000 ευρώ, ενώ η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν από τους ενάγοντες και την εναγομένη συμβολαιογράφο αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης υπ' αριθ. 3/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Α. Επί της από 6-4-2010 αιτήσεως της Ε. Ρ..
Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 και 4 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ αγωγή κακοδικίας κατά συμβολαιογράφου επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις πράξεις ή παραλείψεις του συμβολαιογράφου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, αντίστοιχης προς εκείνη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 693/1977, που ρυθμίζει την ευθύνη των δικαστικών λειτουργών κατά την ενάσκηση των αναγομένων στη δικαστική λειτουργία καθηκόντων τους, προϋπόθεση ευθύνης του συμβολαιογράφου αποτελεί η παραβίαση από δόλο ή βαριά αμέλεια υπηρεσιακού καθήκοντος, δηλαδή καθήκοντος που επιβάλλεται σ' αυτόν από κείμενη διάταξη νόμου.
Διαφορετικά δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη και η ευθύνη του συμβολαιογράφου κρίνεται κατά τις κοινές διατάξεις του Α.Κ. Περαιτέρω, τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου ορίζονται στον Ν. 2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων" και σ' αυτά δεν περιλαμβάνεται και η υποχρέωση του να επιμεληθεί της μεταγραφής των πράξεων που συντάσσει και υπόκεινται σε μεταγραφή .
Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 εδ. β' του β. δ. 533/1963 περί εκτελέσεως του ν. δ. 420/1961 (Υποθηκοφυλακεία), η οποία ορίζει ότι τη μεταγραφή συμβολαίου δύναται να ζητήσει και ο συντάξας αυτό συμβολαιογράφος, και τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 ε' του Κώδικα Συμβολαιογράφων, η οποία ορίζει ότι ο συμβολαιογράφος δύναται να ενεργεί και κάθε άλλη πράξη συναφή με το έργο του, αναγνωρίζεται δικαίωμα και όχι υποχρέωση του συμβολαιογράφου να επιμεληθεί της συναφούς με το έργο του μεταγραφής των μεταγραπτέων πράξεων του, εφόσον εννοείται ένας ή όλοι οι συμβαλλόμενοι του αναθέσουν την ενέργεια αυτή.
Επομένως, η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης του συμβολαιογράφου να επιμεληθεί τα της μεταγραφής συμβολαίου θα κριθεί με βάση τις διατάξεις του Α.Κ. περί συμβατικής ευθύνης ή, συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων, και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ. Α.Κ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει απ' αυτήν, η ευθύνη της πρώτης εναγόμενης συμβολαιογράφου στηρίζεται κυρίως στην, από δόλο, άλλως βαριά αμέλεια, αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της να επιμεληθεί για τη μεταγραφή του υπ' αριθ. 20.119/21-10-2004 συμβολαίου της, με το οποίο η δεύτερη από τους εναγόμενους μεταβίβασε στους ενάγοντες, λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα ακινήτου της που βρίσκεται στην Πάτρα, επικουρικά δε η ευθύνη της συμβολαιογράφου στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., με την επίκληση ότι αυτή (συμβολαιογράφος), με την ηθική αυτουργία της δωρήτριας και του (δεύτερου) δωρεοδόχου, αδράνησε επί δέκα μήνες να ζητήσει τη μεταγραφή του εν λόγω συμβολαίου και συγχρόνως διαβεβαίωνε ψευδώς τους ενάγοντες ότι έχει προβεί στη μεταγραφή του συμβολαίου, προκειμένου να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος στη δωρήτρια να ανακαλέσει τη δωρεά και να μεταβιβάσει το ίδιο ακίνητο στον άλλο υιό της, τρίτο εναγόμενο, όπως και πράγματι έγινε με το υπ' αριθ. .../5-8-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Αθανασίου Σαμαλίκη, το οποίο και καταχωρήθηκε αυθημερόν στα οικεία βιβλία του κτηματολογίου, πριν καταχωρηθεί το πρώτο δωρητήριο συμβόλαιο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η κτήση από τους ενάγοντες της ψιλής κυριότητας του ακινήτου και να υποστούν αυτοί ζημιά ίση με την αξία της ψιλής κυριότητας του ακινήτου.
Υπό τα περιστατικά αυτά που περιέχονται στην αγωγή δεν υφίσταται κατά νόμον υπηρεσιακό καθήκον της εναγόμενης συμβολαιογράφου να επιμεληθεί τα της μεταγραφής του συμβολαίου που συνέταξε και η αθέτηση της ανατεθείσης σ' αυτήν από τους συμβαλλομένους σχετικής εντολής θα κριθεί με βάση τις κοινές διατάξεις του Α.Κ.
και όχι με βάση τη διάταξη του άρθρου 73 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως συνέπεια δε της παραδοχής του αυτής έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής και νόμιμη την επικουρική από τη διάταξη του άρθρων 914 του Α.Κ., ορθά εφάρμοσε την τελευταία ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η οποία υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήταν εφαρμοστέα.
Ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) ανθρώπινη συμπεριφορά που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, που εκδηλώνεται είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημίας και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ζημία μπορεί να συνίσταται και στο διαφυγόν κέρδος, ήτοι στο κέρδος που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (άρθρο 298 Α.Κ.). Πρόκειται για τη ματαίωση της βασίμως προσδοκώμενης αύξησης της περιουσίας του ζημιωθέντος.
Για τον υπολογισμό της ζημίας αυτής μπορεί να ληφθούν υπόψη και μεταγενέστερα του ζημιογόνου γεγονότος περιστατικά, τα οποία επηρεάζουν την εξέλιξη των πραγμάτων, εφόσον τα επικαλεσθεί ο ενδιαφερόμενος διάδικος, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 496, 505 και 509 Α.Κ. προκύπτει ότι η ανάκληση δωρεάς που έχει ως αντικείμενο την ψιλή κυριότητα ακινήτου γίνεται με δήλωση προς τον δωρεοδόχο και έχει, υπό την αίρεση της βασιμότητας του λόγου ανάκλησης, ενοχική ενέργεια, δικαιουμένου του δωρητή να αξιώσει από τον δωρεοδόχο την απόδοση της ψιλής κυριότητας του μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το 20.119/21.10.2004 συμβόλαιο της πρώτης εναγόμενης συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Ρ., η Ε. Κ. (δεύτερη εναγόμενη) μεταβίβασε αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στον αδελφό της Α. Κ. και στα τέκνα του Δ. Κ., Ι. Κ. και Β. Κ. (ενάγοντες), λόγω δωρεάς εν ζωή, την ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου της και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου εκτάσεως 310 τ.μ. ...
παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία του ακινήτου. Στο παραπάνω μάλιστα συμβόλαιο αναφέρεται ότι η δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας. Την καταχώριση του εν λόγω συμβολαίου στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Πατρών ανέλαβε συμβατικά η εναγόμενη συμβολαιογράφος, αφού η υποχρέωση αυτή δεν περιλαμβάνεται μεν στον κύκλο των καθηκόντων της, δεν είναι όμως ασυμβίβαστη με το λειτούργημά της.
Στη συνέχεια, επειδή επήλθε ρήξη στις σχέσεις μεταξύ δωρεοδόχων και δωρήτριας, η τελευταία έχοντας σκοπό να προβεί σε ανάκληση, της δωρεάς προέτρεψε την εναγόμενη συμβολαιογράφο να μην μεταγράψει το δωρητήριο συμβόλαιο, την καταχώριση του οποίου στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Πατρών είχε, όπως συνομολογείται, αναλάβει συμβατικά.
Πράγματι η εναγόμενη συμβολαιογράφος δέχθηκε τις προτροπές της δωρήτριας και όχι μόνον παρέλειψε να εκτελέσει την παραπάνω συμβατική υποχρέωσή της αλλά παραπλανούσε συνεχώς τους δωρεοδόχους - δηλώνοντας ψευδώς ότι έχει προβεί στην μεταγραφή του συμβολαίου, με αποτέλεσμα να μην ενεργήσουν οι ίδιοι την παραπάνω πράξη.
Στις 4-5-2005 η δωρήτρια κοινοποίησε στους δωρεοδόχους την από 11-7-2005 δήλωση ανάκλησης της δωρεάς και την επομένη με το .../5-8-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Αθανασίου Σαλαμαλίκη που εγγράφηκε αυθημερόν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Πατρών, δώρισε, με παρακράτηση της επικαρπίας, το ως άνω αναφερόμενο ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο αδελφό της Π.
Κ., ο οποίος και κατέστη ψιλός κύριος αυτού από της ως άνω εγγραφής ... . Έτσι η εναγόμενη συμβολαιογράφος με την παραπάνω συμπεριφορά της που αντίκειται στα χρηστά ήθη αλλά και στις παραπάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις της για αμεροληψία έναντι των συμβαλλόμενων και για ενημέρωση αυτών περί των συνεπειών κάθε πράξεως και εν προκειμένω της παραλείψεως μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου, προκάλεσε στους ενάγοντες ζημία, η οποία ισούται με την αξία της ψιλής κυριότητας του παραπάνω ακινήτου, η οποία κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανήρχετο ενόψει της θέσεως και της καταστάσεως αυτού στο ποσόν των 72.000 ευρώ (120.000 ευρώ Χ 6/10).
Η ως άνω ζημία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την συμπεριφορά της εναγόμενης συμβολαιογράφου, η οποία ως εκ του επαγγέλματος της προέβλεψε την πιθανότητα απώλειας του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου από τους ενάγοντες και παρόλα αυτά δεν απείχε από την συμπεριφορά αυτή, ο δε αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν διακόπτεται με την δήλωση ανακλήσεως εκ μέρους της δωρήτριας, αφού αυτή έχει ενοχική ενέργεια, δηλαδή ο δωρητής δεν ανακτά αυτοδικαίως με τη δήλωση ανακλήσεως την κυριότητα του δωρηθέντος ακινήτου αλλά μπορεί να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού εφόσον τα περιστατικά της δήλωσης ανάκλησης αποδειχθούν ότι εμπίπτουν στις έννοιες της αχαριστίας και του βαρέος παραπτώματος ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι οι ενάγοντες (πρώτοι) δωρεοδόχοι υπέστησαν ζημία από την οφειλόμενη σε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της συμβολαιογράφου μη καταχώρηση στο κτηματολόγιο του πρώτου δωρητηρίου συμβολαίου και της εξ αυτής αδυναμίας αποκτήσεως υπ' αυτών της δωρηθείσης ψιλής κυριότητας του ακινήτου, λόγω προηγούμενης καταχώρησης στο κτηματολόγιο του δεύτερου δωρητηρίου συμβολαίου, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της αλήθειας ή μη του λόγου ανάκλησης της δωρεάς, το οποίο επηρεάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία που επικαλούνται ότι υπέστησαν οι ενάγοντες.
Τούτο δε, διότι η ζημία που φαίνεται κατ' αρχήν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες και ειδικότερα το κέρδος που θα αποκόμιζαν από την καταχώρηση στα φύλλα του οικείου κτηματολογίου του συμβολαίου δωρεάς και την περιέλευση σ' αυτούς της δωρηθείσης ψιλής κυριότητας του ακινήτου, ισούμενο με την αξία της τελευταίας, δεν επέρχεται τελικά αν είναι αληθής ο λόγος ανάκλησης της δωρεάς, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και την έφεση τους, όπως αυτές εκτιμώνται, διότι στην περίπτωση αυτή οι ενάγοντες, και αν ακόμη είχαν μεταγράψει το συμβόλαιο δωρεάς, θα είχαν ενοχική υποχρέωση να αναμεταβιβάσουν την ψιλή κυριότητα του ακινήτου στη δωρήτρια κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επομένως θα βρίσκονταν στην ίδια περιουσιακή κατάσταση που βρίσκονται και σήμερα και εντεύθεν ουδεμία ζημία θα έχουν υποστεί.
Αντίθετα, αν ο λόγος ανάκλησης της δωρεάς είναι αναληθής, όπως ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους οι ενάγοντες, η ζημία των τελευταίων θα είναι δεδομένη και οριστική. Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η ανάκληση της δωρεάς ουδεμία επιρροή ασκεί στην ύπαρξη της ζημίας, οδηγεί στο ενδεχόμενο αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγόντων (πρώτων δωρεοδόχων) από την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων της αιτουμένης με την αγωγή αποζημίωσης για την απώλεια της δωρηθείσης ψιλής κυριότητας του ακινήτου παρά την τυχόν δυνάμενη να επιδιωχθεί και επιτευχθεί δικαστική αναγνώριση της αλήθειας του λόγου ανάκλησης της δωρεάς και συνεπώς της απόσβεσης της υποχρέωσης της εναγόμενης δωρήτριας να μεταβιβάσει στους ενάγοντες την ψιλή κυριότητα του ακινήτου.
Η ως άνω ελλιπής αιτιολογία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298 και 914 Α.Κ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της εναγόμενης Ε. Ρ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω νομική πλημμέλεια και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την εξ αδικοπραξίας επικουρική βάση της αγωγής κατά της αναιρεσείουσας Ε.
Ρ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Β. Επί της από 18-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως των Α. Κ. κ.λ.π.
Με τους πρώτο και δεύτερο υπό στοιχ. Α 1 και 2 λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 73 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ το Εφετείο αφενός απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια από την άνω διάταξη βάση της, απαιτώντας για την εφαρμογή της στοιχεία περισσότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος και αφετέρου την κήρυξε απαράδεκτη κατά το αναγνωριστικό της αίτημα, δεχόμενο στην πρώτη περίπτωση ότι για την ευθύνη του συμβολαιογράφου από δόλο ή βαριά αμέλεια του απαιτείται να παρέβη αυτός υπηρεσιακό του καθήκον και στη δεύτερη ότι η κατά συμβολαιογράφου αγωγή κακοδικίας έχει κατά νόμο καταψηφιστικό μόνο χαρακτήρα. Οι λόγοι αυτοί κατά το πρώτο σκέλος τους είναι αβάσιμοι, για τους λόγους που αναφέρονται παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου συναφούς λόγου της αντίθετης αίτησης αναίρεσης της Ε. Ρ., κατά την αιτίαση δε του απαραδέκτου είναι αλυσιτελείς, αφού η κύρια βάση της αγωγής ως προς την οποία και μόνο κηρύχθηκε απαράδεκτο το αναγνωριστικό αίτημα κρίθηκε και είναι μη νόμιμη.
Με τον τρίτο υπό στοιχ. Α. 3 από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την αξία της ψιλής κυριότητας του ακινήτου και εντεύθεν της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες την από 21-8-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Λ., την οποία οι ενάγοντες ως εκκαλούντες και εφεσίβλητοι είχαν επικαλεσθεί νόμιμα με τις προτάσεις τους. Η έρευνα του λόγου αυτού παρέλκει μετά την παραδοχή της αναίρεσης της Ε. Ρ. και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τους υπό στοιχ. Β.1 και Β.2 από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγους του ίδιου αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όσον αφορά την απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής κατά της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, δωρήτριας και (δεύτερου) δωρεοδόχου, αντίστοιχα.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, όσον αφορά τον δωρεοδόχο, δεν παρατίθεται στην απόφαση καμία αιτιολογία, άλλως παρατίθεται ανεπαρκής αιτιολογία για τη μη ευθύνη του, όσον αφορά δε τη δωρήτρια παρατίθεται αντιφατική αιτιολογία, καθόσον ενώ στην αρχή το Εφετείο δέχεται ότι η δωρήτρια προέτρεψε και έπεισε τη συμβολαιογράφο να παραπλανά τους ενάγοντες, δηλώνοντας σ' αυτούς ότι μετέγραψε το συμβόλαιο, όπως συμβατικά είχε αναλάβει, με αποτέλεσμα να μην επιμεληθούν οι ίδιοι οι ενάγοντες τα της καταχώρησης του δωρητηρίου συμβολαίου στο οικείο κτηματολόγιο, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή και ο δωρεοδόχος προέβησαν σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη προκείμενου να πείσουν τη συμβολαιογράφο να παραλείψει τη μεταγραφή του συμβολαίου.
Οι λόγοι αυτοί, όσον αφορά τον εναγόμενο (δεύτερο) δωρεοδόχο, είναι αβάσιμοι, καθόσον είναι επαρκής η αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ουδεμία παράνομη συμπεριφορά του, δηλαδή ανάμειξη του στη μη καταχώρηση στο κτηματολόγιο του πρώτου δωρητηρίου συμβολαίου, όπως διαλαμβάνεται στην αγωγή, αφού κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο είναι τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι πως αποδείχθηκε.
Όσον αφορά, όμως, τη δωρήτρια δεύτερη των εναγομένων η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει σαφή αιτιολογία, καθόσον ενώ γίνεται δεκτό ότι η δωρήτρια έχοντας σκοπό να ανακαλέσει τη δωρεά προκάλεσε στη συμβολαιογράφο την απόφαση να αθετήσει την ενοχική της υποχρέωση για μεταγραφή του συμβολαίου δωρεάς και ότι η συμβολαιογράφος αθέτησε κατόπιν αυτού την άνω υποχρέωση της και ταυτόχρονα παραπλανούσε τους δωρεοδόχους δηλώνοντας ότι έχει μεταγράψει το συμβόλαιο, με αποτέλεσμα να μη ενεργήσουν οι ίδιοι τη μεταγραφή, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν η ως άνω παραπλάνηση των δωρεοδόχων αποτελούσε περιεχόμενο και της προτροπής της δωρήτριας, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είχε την πρωτοβουλία και το συμφέρον για τη μη μεταγραφή, οπότε σε καταφατική περίπτωση στοιχειοθετείται και σε βάρος της τελευταίας αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Η ασάφεια αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 του Α.Κ. ως προς την εναγόμενη δωρήτρια και πρέπει κατά παραδοχή των εξεταζόμενων αναιρετικών λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της εναγόμενης (δωρήτριας) Ε.
Κ.. Με τον τρίτο υπό στοιχ. Β.3 από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή και απορριφθέντας με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νομίμους ισχυρισμούς των, ότι η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων (δωρήτρια και δεύτερος δωρεοδόχος) ευθύνονται προς αποζημίωση των εναγόντων και εκ του ότι αυτοί (εναγόμενοι) κατά τη σύνταξη του δεύτερου (μεταγραφέντος) δωρητηρίου συμβολαίου από πρόθεση αποσιώπησαν από τον συμβολαιογράφο Αθανάσιο Σαμαλίκη την με το προηγούμενο δωρητήριο συμβόλαιο μεταβίβαση της νομής του ακινήτου στους ενάγοντες, με αποτέλεσμα να αναγραφεί στο δεύτερο συμβόλαιο ότι η δωρήτρια ήταν νομέας του μεταβιβαζόμενου κατά ψιλή κυριότητα ακινήτου, περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν ευθύνη των εναγομένων από τα άρθρα 386 παρ.1 και 220 Π.Κ., 197, 288 και 330 Α.Κ.
και τα οποία αν γνώριζε ο συμβολαιογράφος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του συμβολαίου. Περαιτέρω, με τον υπό στοιχ. Β.4 από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω βάση της αγωγής, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.
Οι λόγοι αυτοί είναι μεταξύ τους αντιφατικοί και ως τέτοιοι απαράδεκτοι. Αν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλονται επικουρικά, από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ανωτέρω βάση της αγωγής, ενώ γι' αυτήν και τη βασιμότητα του λόγου έφεσης ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Όμως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων που συνδέεται με την επικαλούμενη ζημία των εναγόντων, η οποία σύμφωνα με το σύνολο των εκτιθεμένων στην αγωγή συνδέεται αιτιωδώς με τη μη καταχώρηση στο κτηματολόγιο του πρώτου δωρητηρίου συμβολαίου.
Επομένως, δεν ήταν νόμιμη η άνω βάση της αγωγής και η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του σχετικού λόγου εφέσεως δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων μερών δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12-9-2012
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21-9-2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ