Legislator Case Law & Legislation
1463/2007 AI generated

1463/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1463/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19880/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2004 μη οριστική και 215/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1463/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και είναι εντεύθεν αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements unpaid licensing royalties protection against illicit commercial practices unpaid customs duties infringement procedure principle of company name truthfulness
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1463 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1463/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19880/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2004 μη οριστική και 215/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 27/3/2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς αμφότερους τους λόγους της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμά της.

Ελλείψεις της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης εκτός αν το πόρισμα δεν είναι σαφές και είναι εντεύθεν αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής τους που αποκλείει την εφαρμογή της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: "Ισχυρίζεται όμως η εναγομένη δια του μόνου λόγου έφεσή της ότι όλες οι οφειλόμενες αμοιβές των υποθέσεων του ενάγοντα (και αυτές ακόμη που έχουν επορριφθεί ως αβάσιμες) έχουν εξοφληθεί πλήρως και μάλιστα ότι οι καταβολές της υπερκαλύπτουν και τις άνω νόμιμες αμοιβές.

Για την απόδειξη δε του άνω ισχυρισμού της προσκομίζει μια "κατάσταση υποθέσεων και καταβληθέντων ποσών" στην οποία εμφανίζονται υποθέσεις που διεξήγαγε ο ενάγων από 12.4.1993 μέχρι την επίδικη αγωγή και παράλληλα επικαλείται τις ένορκες καταθέσεις των δύο λογιστριών της που είχε στο επίδικο διάστημα. Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί με αυτά τα επισφαλή αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε ασφαλή κρίση για το ότι πραγματικά η εναγομένη εξόφλησε όλες τις αναφερόμενες αμοιβές που μάλιστα κατά τον ενάγοντα ανέρχονται στο σοβαρό ποσό των 38.972.751 δραχμών (κατά την αγωγή) χωρίς κανένα αξιόπιστο παραστατικό στοιχείο.

Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρία, με λογιστικό γραφείο επανδρωμένο, όπως ισχυρίζεται, γνώριζε ότι για να προστατευθεί τόσο έναντι του ενάγοντος, όσο και των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών (εφορίας κ.λ.π) αλλά και για να δικαιολογήσει τις δαπάνες της στο ταμείο της, όφειλε να ζητεί έγγραφες νόμιμες εξοφλητικές αποδείξεις, έστω και έναντι των οφειλομένων ή και πρόχειρες αποδείξεις που να τις διατηρεί στο ταμείο της.

Και βέβαια ο ενάγων δικηγόρος όπως ομολόγησε και ο ίδιος δεν χορηγούσε, πλην των προσκομιζομένων δύο αποδείξεων ποσού 2.200.000 και 1.700.000 δραχμών αντίστοιχα, αποδείξεις ούτε για τα ποσά που λάμβανε για δαπάνες που κατ' αυτόν ανέρχονται σε 1.500.000 δραχμές, ενώ για τις άλλες αμοιβές ισχυρίζεται ότι θα εξέδιδε μετά το πέρας της κάθε εντολής, ισχυρισμός που φαίνεται εύλογος και συμβαίνει στην καθημερινότητα των συναλλαγών μεταξύ των δικηγόρων και εντολέων πελατών τους, ιδίως όταν δεν υπάρχει σχετική οικονομική ευχέρεια ή υπάρχει σχετική συμφωνία για πληρωμή στο τέλος της αίσιας έκβασης της εντολής.

Έπρεπε συνεπώς, για την ισχυροποίηση του ισχυρισμού εξόφλησης, εναγόμενη να μην προβαίνει σε καμία καταβολή προς τον ενάγοντα, ούτε ακόμη και για τις κοινά ομολογημένες δαπάνες των 100.000 η 200.000 δραχμών αντίστοιχα, χωρίς να λαμβάνει έστω και πρόχειρη απόδειξη καταβολής και να την διατηρεί στο προσωπικό φάκελο του ενάγοντα, χωρίς να είναι απαραίτητο να τις μεταφέρει στα επίσημα εταιρικά της βιβλία, ώστε να είναι καλυμμένη και σε περίπτωση άρνησης του ενάγοντα να διακόψει την συνεργασία της μαζί του...Τέλος ενισχυτικό της κρίσης, ότι δεν υπήρξε η αναφερόμενη εξόφληση είναι και το γεγονός ότι ενώ ο ενάγων εισπράττει την 20.09.2001 ένα ποσό της τάξης των 15.075.000 δραχμών από τους αντιδίκους της εναγομένης και μπορούσε να προβεί σε επίσχεση των εγγράφων που έχει στο γραφείο του για όλο το παραπάνω ποσό, αφού του οφείλοντο κατ' αυτόν αμοιβές, εντούτοις δεν το παρακράτησε όλο, αν και δεν έχει προς τούτο δικαίωμα (ΕΑ 2019/2002 Δ/νη 43, 1456), αλλά μόνο το κατ' αυτόν ποσό της αμοιβής του εκ 1.575.000 δρχ.

και απέδωσε στην εναγομένη το υπόλοιπο, δηλ. 13.500.000 δραχμές". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ΄ ακολουθίαν των οποίων απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον παραπάνω περί εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ενλόγω ουσιώδες ζήτημα, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της μη συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ την οποία εντεύθεν και δεν εφάρμοσε.

Ειδικότερα το Εφετείο, το αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν έλαβε χώρα εξόφληση των επίδικων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου θεμελίωσε : α) Στην απόρριψη των προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων με την ενδοιαστική και εντεύθεν ανεπαρκή αιτιολογία ότι "δεν μπορεί με αυτά τα επισφαλή αποδεικτικά μέσα να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση", β) Στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με επανδρωμένο λογιστικό γραφείο, όφειλε να ζητεί έγγραφες νόμιμες εξοφλητικές αποδείξεις έστω και έναντι των οφειλομένων ή και πρόχειρες αποδείξεις που να τις διατηρεί στο ταμείο της, παρότι στη συνέχεια δέχεται αντιφατικώς ότι ο αναριεσίβλητος πλην των αναφερομένων δύο περιπτώσεων δεν χορηγούσε αποδείξεις για τα ποσά που εισέπραττε.

και γ) Στην αντιφατική αιτιολογία ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε στις 20-9-2001 για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από αντιδίκους αυτής το ποσό των 15.075.000 δρχ. και μπορούσε να προβεί σε επίσχεση των εγγράφων που είχε στο γραφείο του για όλο το παραπάνω ποσό, αφού του οφείλοντο αμοιβές, εντούτοις δεν το παρακράτησε όλο, αν και δεν έχει προς τούτο δικαίωμα, αλλά μόνο το κατ΄ αυτόν ποσό της αμοιβής του εξ 1.575.000 δρχ.

και απέδωσε το υπόλοιπο, δηλαδή 13.500.000 δρχ.. Ενόψει αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης. Πρέπει εντεύθεν να αναιρεθεί κατά το πληττόμενο κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 215/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ