Legislator Case Law & Legislation
1463/2006 AI generated

Supreme Court quarts lower court conviction for tax evasion due to lack of specific justification regarding debt maturity dates.

Case Number 1463/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the conviction of a company manager for tax evasion because the lower court failed to provide specific reasoning regarding the exact date the debt became due. The defendant argued that the judgment lacked the mandatory detailed justification required by law, particularly concerning the timeline of three consecutive installments. Consequently, the court remanded the case for a new trial with a different panel of judges to address this procedural defect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 23(1) of Law 2523/1997 and 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment must contain specific and detailed reasoning; failure to specify the exact date a debt became due constitutes a fatal procedural error requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
tax evasion conviction lack of specific justification debt maturity date procedural defect remittal for retrial Code of Criminal Procedure tax liability installments

Cited Legislation

AI generated
Article 23(1) of Law 2523/1997
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 25(1) of Law 1882/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1463 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1463/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη – Εισηγήτρια και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότση, περί αναιρέσεως της 4331/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2075/2005.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ.

όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ. γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδ.

α΄ του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δύο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν.2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Ακόμη, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμία από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο αιτιολογικό του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος από 15.11.1991 έως 21.9.1995 και από 1.4.1996 έως 30.6.1998 ήταν ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας «....Ψ.... ΟΕ» και σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 2523/97 ευθύνεται και για τα χρέη που γεννήθηκαν ή ανάγονται στους χρόνους που είχε την άνω ιδιότητα. Αυτός, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά το από 31-3-1998 έως 31-8-2001 χρονικό διάστημα δεν κατέβαλε από πρόθεση και υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα που είχε κατά τον χρόνο που γεννήθηκαν τα διάφορα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη προς το Δημόσιο, που είχαν προηγουμένως βεβαιωθεί σε βάρος της ως άνω εταιρείας από την 23-7-1997 από την Α' ΔΟΥ Πατρών, και ειδικότερα δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη που είχαν ρυθμιστεί με καταβολή δόσεων (α/α:/ πίνακα 8-12) ήτοι :

Α) Δεν κατέβαλε συνολικό ποσό 581.868,43 ευρώ, που αφορά δάνεια και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους και είναι σύμφωνα με τον από 7-2003 πίνακα χρεών τα ακόλουθα ποσά, αύξων αριθμός (α/α) πίνακα 10 - ποσό 151.593,78 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 20-6-2001 και αφορά το οικ. έτος 1993 για την χρήση του έτους 1992, (α/α) πίνακα 11 - ποσό 223.553,92 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 20-6-2001 και αφορά το οικ.

έτος 1994 για την χρήση του έτους 1993 και (α/α) πίνακα 12 - ποσό 206.720,73 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 20-6-2001 και αφορά το οικ. έτος 1995 για την χρήση του έτους 1994. Όλα τα πιο πάνω ποσά υπερβαίνουν το 1.000.000 δρχ. το καθένα τους (1.000.000 δρχ=2.934,70 ευρώ) και συνεπώς οι ως άνω μερικότερες πράξεις δεν είναι ανέγκλητες, είναι δε χρέη που γεννήθηκαν κατά το χρόνο (1991 έως 1995) που ήταν διαχειριστής της Ο.Ε.

ο κατηγορούμενος και ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεώς τους ευθύνεται γι' αυτά και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος..... Β) Δεν κατέβαλε συνολικό ποσό 198.331,82 ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και είναι σύμφωνα με τον από 7-2003 πίνακα χρεών τα ακόλουθα ποσά, αύξων αριθμός (α/α) πίνακα 8 - ποσά 106.643,35 ευρώ, (α/α) πίνακα 9 - ποσό 91.688,46 ευρώ που αμφότερα βεβαιώθηκαν στις 28-2-2001 και αφορούν τα οικ.

έτη 1995 και 1994 για χρήσεις των ετών 1994 και 1993 αντιστοίχως. Τα πιο πάνω ποσά υπερβαίνουν τα 2.010.000 δρχ. το καθένα τους (2.000.000 δρχ. = 5.829, 41 ευρώ) και συνεπώς οι ως άνω μερικότερες πράξεις δεν είναι ανέγκλητες, είναι δε χρέη που γεννήθηκαν κατά τον χρόνο (1991 έως 1995) που ήταν διαχειριστής της Ο.Ε. ο κατηγορούμενος και ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεώς τους ευθύνεται γι' αυτά και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος…… Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το συνολικό ποσό των 780.200,25 ευρώ [581.868,43 που αφορά δάνεια και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους και 198.331,82 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά.

Στο διατακτικό δε διαλαμβάνεται ότι: «

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Πάτρα κατά το χρονικό διάστημα από 31.3.98 μέχρι 31.8.2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παραβίασε διατάξεις άρθρου 25 Ν. 1882/90. ως αντικ. με άρθρο 23 Ν. 2523/97 περί φορολογικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα κατά το άνω χρονικό διάστημα δεν κατέβαλε ήδη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο παραβιάζοντας την προθεσμία καταβολής αυτών, τα οποία ήταν βεβαιωμένα προς είσπραξη από δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και Τελωνεία, όπως αναλυτικά εμφανίζονται κατά ημερομηνία βεβαίωσης και λήξης προθεσμίας καταβολής δόσεων, είτε εφάπαξ, στον από 26-5-2003 πίνακα χρεών που συνέταξε ο αιτών την ποινική δίωξη, Προϊστάμενος της Α΄ ΔΟΥ Πατρών, συνολικού ποσού 780.200,25 ευρώ.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις τα χρέη αυτά ήταν βεβαιωμένα στην υπηρεσία αυτή και έπρεπε να τα καταβάλει σε δόσεις ή εφάπαξ. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη του τα οποία είχαν ρυθμιστεί με καταβολή δόσεων [α/α πίνακα 8 -12]. Από το πιο πάνω συνολικό χρέος παραβίασε την προθεσμία καταβολής οφειλής μαζί με κάθε είδους προσαυξήσεις:

α] ποσού ευρώ 581.868,43, που αφορά δάνεια και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους [α/α πίνακα 10 έως 12] και β] ποσού ευρώ 198.331,82 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά [α/α πίνακα 8, 9] ». - Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν περιέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα εκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Ειδικότερα: 1] δεν προσδιορίζεται στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της απόφασης ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης των ληξιπρόθεσμων και καταβλητέων σε δόσεις, ανερχόμενων δε συνολικά στο ποσό 780.200,25 ευρώ χρεών της εταιρείας «....Ψ.... ΟΕ» [581.868,43 που αφορά δάνεια και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους και 198.331,82 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά] για μη καταβολή των οποίων ο αναιρεσείων ως διαχειριστής και ομόρρυθμο μέλος της καταδικάστηκε.

Δηλαδή δεν αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε απαιτητή η τρίτη δόση καθενός από τα άνω χρέη, στοιχείο που είναι κρίσιμο για τον καθορισμό του χρόνου τέλεσης της παραπάνω αξιόποινης πράξης, και συνεπώς και για την εν όλω ή εν μέρει παραγραφής της, αφού, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, από τη λήξη του χρόνου αυτού καθίσταται αξιόποινη η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των σε δόσεις καταβλητέων χρεών προς το Δημόσιο.

Δεν προκύπτει δε το στοιχείο τούτο, ούτε μπορεί να συναχθεί από τις ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές της απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος «κατά το από 31.3.1998 έως 31.8.2001 χρονικό διάστημα» δεν κατέβαλε τα διάφορα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη προς το Δημόσιο «που είχαν προηγουμένως βεβαιωθεί σε βάρος της ως άνω εταιρείας από την 23.7.1997», και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε α] συνολικό ποσό 581.868,43 που βεβαιώθηκε «στις 20.6.2001», και β] συνολικό ποσό 198.331,82 ευρώ που βεβαιώθηκε «στις 28.2.2001», και τα οποία ανάγονται στα έτη 1993 έως 1995, αφορούσαν δε χρήσεις των ετών 1992 έως 1994 αντιστοίχως.

Εξάλλου, το στοιχείο τούτο δεν προκύπτει ούτε από τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό και το διατακτικό πίνακες της Α΄ ΔΟΥ Πατρών αφού δεν έχουν ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, και 2) ενώ στο αιτιολογικό διαλαμβάνεται ότι το συνολικό χρέος του αναιρεσείοντος [780.200,25 ευρώ] ήταν καταβλητέο σε δόσεις, στο διατακτικό γίνεται δεκτό αντιφατικά ότι το συνολικό ποσό του ίδιου χρέους ήταν καταβλητέο σε δόσεις ή εφάπαξ.-

ΙΙΙ. - Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθόσον αφορά την άνω αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ πλημμέλεια, και γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4331/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, κατά το μέρος της με το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ