Supreme Court dismisses appeal against railway accident verdict, upholding lower court's finding of no causation by defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected appeals filed by railway employees and a company against a lower court verdict regarding a fatal accident. The appellants argued the defendant failed to prove safety measures were in place, but the court found the appellate court had properly considered all evidence, including a specific service note. Consequently, the court ruled the appeals were baseless and dismissed them, ordering the appellants to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(13) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider a specific document does not constitute grounds for appeal if the document was duly taken into account and weighed alongside other evidence in the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1462/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Α., 2) Β. Α. του Ν., συζύγου Ε. Π., 3) Δ. Π. του Ε., 4) Α. Π. του Ε., 5) Ν. Π. του Ε., 6) Α. Π. του Π., χήρας Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΣΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, που ανακάλεσαν τις από 8/11/2023 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λάμπρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΣΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, που ανακάλεσαν τις από 8/11/2023 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Α., 2) Β. Α. του Ν., συζύγου Ε. Π., 3) Δ. Π. του Ε., 4) Α. Π. του Ε., 5) Ν. Π. του Ε., 6) Α. Π. του Π., χήρας Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Σ. Α. του Ν., χήρας Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2016 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 5/12/2016 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Α πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας και την από 30/1/2017 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία Α2-Α3 αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4177/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 18/4/2022 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4/1/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησαν την απόρριψη της από 18/4/2022 αιτήσεως, την παραδοχή της από 4/1/2023 αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 18-4-2022 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων Ε. Π., Β. Α., Δ. Π., Α. Π., Ν. Π. και Α. Π. και β) η από 4-1-2023 αίτηση αναιρέσεως της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθ. 155/2021 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ* αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Χ. Α. προκύπτει, ότι η έβδομη αναιρεσίβλητη στην από 4-1-2023 αίτηση αναιρέσεως, Σ. Α. κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα. Όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα.
Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως (ΑΠ 877/2017, 741/2013, ΑΠ 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η από 18-4-2022 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", ως καθολικής διαδόχου λόγω απορροφήσεως της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ", οι οποίες κατά την πρωτοβάθμια δίκη είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της εναγομένης εταιρείας, κατόπιν προσεπικλήσεως αυτής, ως δικονομικοί εγγυητές της και άσκησαν με την ιδιότητα αυτή έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκαν ως εκκαλούσες, χωρίς να αναλάβουν το δικαστικό αγώνα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι οποίες κλητεύθηκαν και παρέστησαν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, οι δε λόγοι αυτής (αναιρέσεως) δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, είναι μεν απαράδεκτη κατ" αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2ΚΠολΔ), πλην όμως εκτιμάται ως κλήση των ως άνω προσθέτως παρεμβάντων για το παραδεκτό της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Με τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 155/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που ασκήθηκε από τους ενάγοντες, ενώ έγινε δεκτή η έφεση που άσκησε η εναγομένη εταιρεία κατά της υπ' αρ. 4177/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε αυτή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, λόγω του προκληθέντος από την αδικοπρακτική της συμπεριφορά θανάτου του υιού των δύο πρώτων, αδελφού των τρίτης, τετάρτου και πέμπτου και εγγονού της έκτης και έβδομης των εναγόντων τα ποσά των 40.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους, 20.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων και 10.000 ευρώ σε καθένα των λοιπών, πλέον των νομίμων τόκων. Οι αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης προϋποθέτει: 1) ζημιογόνο συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομο χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), 4) ζημία, περιουσιακή ή μη και 5) ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της επελθούσας περιουσιακής ή μη ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Πρόσφορη δε αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 300 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν ο ζημιωθείς, από αμέλειά του, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές από μέσο συνετό άνθρωπο του ιδίου επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, συνετέλεσε δια πράξεως ή παραλείψεώς του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος συνδέεται όχι γενικώς αλλά με τα συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 1230/2021, ΑΠ 530/2014). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (βλ.
σχετικά με τ' ανωτέρω ΑΠ 668/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 414/2019, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 810/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1024/2010, ΑΠ 172/2010).
I. Επί της από 18-4-2022 αιτήσεως αναιρέσεως: Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο: α) παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932ΑΚ, δεχόμενο με αντιφατική αιτιολογία αφενός ότι η παράλειψη της εναγομένης να έχει στελεχώσει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, το εποπτείο - σταθμό "ΑΤΤΙΚΗ" με υπαλλήλους και φύλακα από ιδιωτική εταιρεία δεν ήταν καθοριστική στη συγκεκριμένη περίπτωση του θανάτου του Α. Π. και αφετέρου ότι η ύπαρξη αυτών (υπαλλήλων/φυλάκων) θα παρείχε τη δυνατότητα πιο γρήγορης αντιδράσεως στη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και β) παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 300ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε εξ οικείου πταίσματος και ο θανών, κάνοντας δεκτή εν μέρει την σχετική ένσταση της εναγομένης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ή εναγόμενη εταιρεία είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία των Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς (ΗΣΑΠ), παρέχοντας μεταφορικές υπηρεσίες στο ευρύ επιβατικό κοινό.
Στις 13-11-2011 και περί ώρα 06:25' πρωινή, ο Α. Π., υιός του πρώτου και δεύτερης, αδελφός της τρίτης, τέταρτου και πέμπτου και εγγονός της έκτης και έβδομης των εναγόντων, ηλικίας 21 ετών κατά το χρόνο εκείνο, βρισκόταν στην πλατεία Αττικής στη στάση "ΑΤΤΙΚΗ" των ΗΣΑΠ και συγκεκριμένα στην αποβάθρα του συρμού με κατεύθυνση από Πειραιά προς Κηφισιά, αναμένοντας να επιβιβασθεί στον αντίστοιχο συρμό.
Τις προηγούμενες ώρες, ευρισκόμενος παρέα συμφοιτητών του σε νυχτερινό κατάστημα, είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοολούχου ποτού, με συνέπεια η παρουσία οινοπνεύματος στο αίμα του να ανέρχεται σε συγκέντρωση 192 χιλιοστόγραμμα ανά εκατό κυβικά εκατοστά αίματος, ήτοι ευρισκόταν σε κατάσταση μέθης (βλ.
υπ' αριθ. 956/2011 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης). Συνεπεία της ανωτέρω κατανάλωσης οινοπνεύματος ο Α. Π. - και ενώ ευρισκόταν στην προαναφερόμενη αποβάθρα των ΗΣΑΠ - αισθανόμενος έντονη τάση προς έμετο, κατευθύνθηκε αντανακλαστικά προς την άκρη της αποβάθρας, προκειμένου να εξεμέσει, και - εξαιτίας της προαναφερθείσας μέθης - απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στις γραμμές (σιδηροτροχιές) του ηλεκτρικού τρένου με αποτέλεσμα να επέλθει, εν τέλει, ο θάνατος του από ηλεκτροπληξία.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατ' αρχήν, ότι ο ως ανωτέρω συγγενής των έπεσε στις γραμμές του τραίνου επειδή σκόνταψε στα κακώς τοποθετημένα στην αποβάθρα κυματοειδή πλακάκια, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται από το αποδεικτικό υλικό, αφού απλώς υπάρχουν - όπως επιβάλλεται, για την όδευση των τυφλών - μερικά, με ανάγλυφο, τέτοια πλακάκια, τοποθετημένα σε απόσταση ασφαλείας από την άκρη της αποβάθρας, που δεν συντείνουν καθόλου, υπό κανονικές συνθήκες βάδισης, στην πτώση των επιβατών.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, την πτώση αυτή, η οποία έλαβε χώρα, συγκεκριμένα, την 6:26:12 πρωινή, αντιλήφθηκε άμεσα η επιβάτης Α. Π., η οποία ετύγχανε υπάλληλος ιδιωτικής φύλαξης του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου και ανέμενε το συρμό στην απέναντι αποβάθρα με κατεύθυνση προς Ομόνοια προκειμένου να αναλάβει στις 7:00 την εργασία της στο σταθμό της Ομόνοιας, όπου και ήταν ο τόπος απασχόλησής της.
Αμέσως ειδοποιήθηκαν από την ανωτέρω, αλλά και από έτερους επιβάτες, που αντιλήφθηκαν το συμβάν, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του σταθμού, οι οποίοι προέβησαν στις προβλεπόμενες ενέργειες. Ειδικότερα, η διαδικασία διακοπής του ρεύματος σε αυτές τις περιπτώσεις (βλ. προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την εναγόμενη "εγχειρίδιο διαχείρισης έκτακτων αναγκών" και "οδηγό αντιμετώπισης συμβάντων που επηρεάζουν τη λειτουργία του φορέα", καθώς και σελ.7 της τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Γ.
Π.) είναι η ακόλουθη: "Σε οποιοδήποτε σταθμό του δικτύου, είτε από τον εκδότη εισιτηρίων είτε από τον υπάλληλο της ιδιωτικής φύλαξης (security) που αποτελούν το βασικό και μοναδικό προσωπικό των περισσοτέρων σταθμών, γίνει αντιληπτό ή τους αναφερθεί από επιβάτη / συμβάν που χρήζει διακοπής ρεύματος στην ηλεκτροφόρο ράβδο, γίνεται άμεσα ενημέρωση του Κέντρου Ελέγχου Λειτουργίας (ΚΕΑ - Εργοδηγό εξ Ηλεκτροδηγών), ο οποίος τηλεφωνικώς ζητάει από το χειριστή (Κέντρου Τηλεχειρισμού Υποσταθμών - ΚΤΥ) τη διακοπή ρεύματος".
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι, 36 δευτερόλεπτα μετά την πτώση του θανόντος και συγκεκριμένα στις 6:26:48, έλαβε χώρα τηλεφώνημα από τον εργοδηγό ηλεκτροδηγών του σταθμού Αττικής στον εργοδηγό ηλεκτροδηγών του ΚΕΑ για διακοπή ρεύματος λόγω της πτώσης του θανόντος. Στις 6:27:04 ο εργοδηγός ηλεκτροδηγών του ΚΕΑ τηλεφώνησε στο χειριστή του ΚΤΥ και έδωσε εντολή διακοπής του ρεύματος στην περιοχή του σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ".
Στη διάρκεια του τηλεφωνήματος αυτού και 44 δευτερόλεπτα μετά την έναρξή του, ήτοι στις 6:27:48, ακούγεται το ηχητικό σήμα διακοπής του ρεύματος και στις 6:27:49 ο χειριστής του ΚΤΥ αναφέρει ότι η διακοπή έχει ολοκληρωθεί. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι, παρά το γεγονός ότι, κατά τη χρονική στιγμή του συμβάντος, δεν υπήρχε προσωπικό της εναγομένης που να στελεχώνει το εποπτείο του σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ", ούτε και φύλαξη της αποβάθρας από ιδιωτική εταιρεία, δεδομένου ότι το ωράριο της τελευταίας είχε οριστεί από 7:00 έως 22:00 (όπως συνομολογεί η εναγόμενη με την έφεση και τις προτάσεις της), παρά ταύτα το συμβάν της πτώσης έγινε αμέσως αντιληπτό ιδίως από την πιο πάνω επιβάτιδα (Α.
Π., η οποία ετύγχανε υπάλληλος ιδιωτικής φύλαξης του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου σε άλλο σταθμό, στον οποίο το ωράριο της ξεκινούσε στις 07.00') και, ακολούθως, από τους αμέσως ειδοποιηθέντες από αυτήν υπαλλήλους του σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ", οι οποίοι αντέδρασαν εντός χρονικού διαστήματος 36 δευτερολέπτων. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας (ενημέρωση ΚΕΑ, ενημέρωση ΚΤΥ, ενέργειες διακοπής, διακοπή ρεύματος) υλοποιήθηκε σε 60 δευτερόλεπτα, ήτοι από την πτώση του θανόντος διέδραμε συνολικός χρόνος 1 λεπτού και 36 δευτερολέπτων.
Σημειωτέον ότι, αυτόματη διακοπή ρεύματος και όχι χειροκίνητη, ως ανωτέρω διεξήχθη, δεν προβλέπεται (με αισθητήρες μεταξύ αποβάθρας και γραμμών, αφού αυτό θα είχε ως συνέπεια την άμεση διακοπή ρεύματος πολύ συχνά και χωρίς λόγο ανάγκης προς τούτο από αντικείμενα που καθημερινά μπορεί να τύχει να πέσουν από επιβάτες στις γραμμές των ΗΣΑΠ) παρά μόνο στην περίπτωση βραχυκυκλώματος.
Το δε βραχυκύκλωμα, μπορεί να προκληθεί: "α) από τον οδηγό του συρμού μέσω ενεργοποίησης της διάταξης του βραχυκυκλωτήρα, από το σχετικό κομβίο που υπάρχει στο ταμπλό οδήγησης.
Εν προκειμένω, από την προγραμματισμένη ώρα διέλευσης των συρμών (ανόδου - καθόδου) από τον σταθμό "Απική", αλλά και από την πραγματική ώρα διέλευσής των, προκύπτει ότι τη χρονική στιγμή της πτώσης του θανόντος δεν βρισκόταν κοντά κάποιος συρμός, ώστε ο οδηγός του να την αντιληφθεί και διακόψει άμεσα (πριν την πιο πάνω αναφερόμενη ειδοποίηση και προβλεπόμενη διαδικασία διακοπής) την παροχή ρεύματος, ενεργοποιώντας τη διάταξη του βραχυκυκλωτήρα, β) Με τη χρήση φορητού βραχυκυκλωτήρα, του οποίου όμως η κύρια χρήση είναι η προστασία των εμπλεκομένων σε εργασίες πλησίον της γραμμής το χρονικό διάστημα που υπάρχει διακοπή ρεύματος, εξασφαλίζοντας την μη επανατροφοδότηση του ρεύματος έλξης από ανθρώπινο ή τεχνικό λάθος και γ) Από τη γεφύρωση της ηλεκτροφόρου ράβδου με την σιδηροτροχιά κύλισης, από αντικείμενο όμως χαμηλής αντίστασης (<0,11 Ω). Για τους παραπάνω τρόπους διακοπής του ρεύματος, οι ρυθμίσεις και, κατά συνέπεια, η ενεργοποίηση των σχετικών διατάξεων - οργάνων προστασίας, προέκυψαν από σχετική μελέτη, αφού η εναγόμενη έλαβε υπόψη τις απαιτούμενες συνθήκες λειτουργίας κίνησης των συρμών. Η δε αντίσταση που παρουσιάζει το ανθρώπινο σώμα στη δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος από το χέρι προς τη λεκάνη - γλουτό είναι > 500 Ω.
Συνεπώς δεν ήταν δυνατό να ενεργοποιηθεί η σχετική διάταξη αυτόματης διακοπής του ρεύματος" (βλ. περί των αμέσως ανωτέρω στη σελ. 15 της τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Γ. Π.).
Εξάλλου, η ηλεκτροφόρος ράβδος σε όλες τις αποβάθρες είναι, κατασκευαστικά, τοποθετημένη στο μέσο των δύο τροχιών και σε απόσταση από το άκρο της αποβάθρας 2.89 μ. έτσι ώστε εάν υπάρξει πτώση για οποιοδήποτε λόγο (ατύχημα, δόλια ενέργεια, αυτοκτονία) κάποιου επιβάτη να καταστεί δυσκολότερη η επαφή μαζί της, ενώ το προστατευτικό κάλυμμα που έχει τεθεί στα πλαϊνά αυτής έχει κυρίως σκοπό να προστατεύει τους εργαζόμενους που κατά τη φάση εκτέλεσης εργασιών διέρχονται πλησίον της ηλεκτροφόρου ράβδου, αλλά αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και από έναν μέσο συνετό άνθρωπο που από τυχαίο συμβάν μπορεί να βρεθεί στον χώρο των σιδηροτροχιών.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, όπως εκτιμώνται οι ισχυρισμοί τους, ότι για τον θάνατο του άνω συγγενούς τους ευθύνεται η εναγόμενη, διότι: α) δεν μερίμνησε για τη σήμανση προειδοποίησης κινδύνου ηλεκτροπληξίας στους σταθμούς, καθώς και για τη σήμανση του άκρου της αποβάθρας με χρήση ειδικών λωρίδων έντονου χρώματος, β) δεν μερίμνησε τόσο για τη στελέχωση του σταθμού με προσωπικό όσο και για τη φύλαξη της αποβάθρας από ιδιωτική εταιρεία επί εικοσιτετραώρου βάσεως και γ) δεν μερίμνησε για τη λήψη προληπτικών μέτρων αποφυγής επαφής με την ηλεκτρο<ρόρο ράβδο, καθώς και για τη λήψη μέτρων άμεσης και αυτόματης διακοπής της ροής ρεύματος σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Σε σχέση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την εκτίμηση του ως ανωτέρω, εν γένει, αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εναγόμενη έχει τοποθετήσει ευκρινώς προειδοποιητικές σημάνσεις για ενδεχόμενο κίνδυνο ηλεκτροπληξίας στα άκρα των αποβαθρών, ενώ έχει επισημάνει και την εκκίνηση της επικίνδυνης ζώνης της αποβάθρας με ειδική λωρίδα έντονου κίτρινου χρώματος (βλ.
υπ' αριθ. πρωτ. ....2017 υπηρεσιακό σημείωμα ΗΣΑΠ σε συνδυασμό με προσκομισθείσες από τους ενάγοντες φωτογραφίες και ψηφιακούς δίσκους - DVD). Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις των εναγόντων για ανύπαρκτη στελέχωση, κατά τον χρόνο του συμβάντος, του εποπτείου - σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ" με υπαλλήλους της εναγομένης και απουσία φύλαξης της αποβάθρας από ιδιωτική εταιρεία αυτές - παρά το γεγονός και ότι, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα παρείχαν τη δυνατότητα ακόμη πιο γρήγορης αντίδρασης από υπαλλήλους της εναγομένης, σε σχέση με τη διακοπή του ρεύματος - δεν είναι τα καθοριστικά εκείνα ζητήματα που θα απέτρεπαν την πτώση και το θάνατο του Α.
Π., αφού - αφ' ενός μεν - η πτώση του έλαβε χώρα σε διάστημα δύο περίπου δευτερολέπτων (6:26:11-6:26:12) οπότε και δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από οποιοδήποτε υπάλληλο/φύλακα, αφ' ετέρου δε το συμβάν έγινε άμεσα αντιληπτό από παρακείμενους επιβάτες (ιδίως την Α. Π.), οι οποίοι και ειδοποίησαν τους υπαλλήλους του σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ".
Ωστόσο, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι η διακοπή του ρεύματος διεξήχθη μεν με την προβλεπόμενη και υπάρχουσα διαδικασία, αλλά αυτή, παρότι ήταν άμεση όταν έγινε αντιληπτό το συμβάν, απαιτούσε συντονισμό και ενέργειες διαφόρων εμπλεκομένων προσώπων, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας, με αντίστοιχη, έστω και πολύ μικρή, χρονική καθυστέρηση, που - όμως- συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος.
Στο αποτέλεσμα αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι - άνευ ετέρου - συνετέλεσε και το γεγονός ότι, η ηλεκτρο(ρόρος ράβδος, για την αποτροπή ενδεχόμενης ηλεκτροπληξίας, είχε πλευρική μόνο προστασία με την πάνω επκράνειά της να είναι ακάλυπτη [σημείο με το οποίο, της ηλεκτροφόρου ράβδου, ήλθε σε επαφή η ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός της άνω φάλαγγος του δεξιού δείκτη του δακτύλου (ηλεκτρικό σημείο εισόδου ηλεκτρικού ρεύματος) του θανόντος, που είχε ως συνέπεια την ηλεκτροπληξία του, χωρίς να προσδιορισθεί επακριβώς το χρονικό σημείο κατά το οποίο ήλθε σε επαφή ο θανών με την ηλεκτροφόρο ράβδο - βλ.
υπ' αριθ. ....2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Γ. Ν. και σελ. 14 της τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Π.]. Τούτο δε καθόσον, το σημείο αυτό δεν μπορούσε - ούτε πρέπει - να είναι μονωμένο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεδομένου ότι από αυτό λαμβάνουν ρεύμα για να κινούνται οι ηλεκτροκίνητες άμαξες των ΗΣΑΠ και δεν θα μπορούσαν, αν γινόταν μόνωσή τους στο σημείο αυτό, να κινούνται.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, από τη στιγμή της πτώσης του θανόντος στις 6:26:12 έως στις 6:27:21, όπου καταγράφεται μικρή λάμψη καπνού από τη δεξιά άκρα χείρα και στις 6:27:36, όπου καταγράφεται "τίναγμα και καπνός" στη δεξιά άκρα χείρα και αποτελεί το απώτατο χρονικό σημείο που αναμφίβολα πλέον συνεχιζόταν η επαφή με την ηλεκτροφόρο ράβδο και, μετά ταύτα, επήλθε ο θάνατος του, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 1 λεπτού και 24 δευτερολέπτων.
Εξάλλου, αποδεικνύεται (βλ. ιδιαίτερα σελ. 37 και 38 της τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "Γ. Χ.Δ. & ΣΙΑ Ε.Ε.", αλλά δεν αρνείται την έλλειψη της τεχνικής αυτής πρόβλεψης και η εναγόμενη) ότι δεν υπάρχουν εγκατεστημένα, στις άκρες των αποβαθρών της γραμμής 1 (ΗΣΑΠ), κομβία διακοπής ρεύματος έλξης, τα οποία να ενεργοποιούνται από οποιονδήποτε (επιβάτη, υπάλληλο σταθμού κ.τ.λ.) μόλις γίνει αντιληπτή πτώση ατόμου στις γραμμές (σιδηροτροχιές) του ηλεκτρικού τρένου, καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση και ακαριαία τη διακοπή ρεύματος, αν και τέτοιου είδους κομβία, όπως συνομολογεί και η ίδια η εναγόμενη με τις προτάσεις της, έχουν εγκατασταθεί στις:
γραμμές 2 και 3 (του μετρό), το οποίο και αποδεικνύει ότι αυτή (εναγομένη) δεν έχει λάβει, δια των αρμοδίων οργάνων της και των προστηθέντων υπαλλήλων της, όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας, υπό τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες (αφού δεν αποδείχθηκε ότι, η εκ των υστέρων και όχι εξαρχής, όπως στο μετρό, τέτοια τοποθέτηση κομβίων, είναι αδύνατη τεχνικά) και αντιλήψεις για την ασ<ράλεια των επιβατών, παράλειψη για την οποία έχει εκ του νόμου και της γενικής υποχρέωσης να διαφυλάττει την ασφάλεια των επιβατών σε όλους τους χώρους λειτουργίας των υπηρεσιών και να μη βλάπτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, άλλον, και σε αυτό συνίσταται η αμελής συμπεριφορά της, δεδομένου ότι με άμεση και χωρίς καθυστέρηση διακοπή, από κομβίο στην άκρη της αποβάθρας, του ρεύματος, αναμφίβολα θα είχε για μικρότερο χρονικό διάστημα επίδραση του ρεύματος στο σώμα του παθόντος, ζήτημα που κρίνεται καθοριστικό, αφού έτσι θα αποτρεπόταν ο θάνατος του εξ αυτού του λόγου (και παρά τις όποιες σωματικές βλάβες θα υφίστατο).
Σημειωτέον δε - παρεμπιπτόντως - ότι, η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη μονοπωλιακά το δίκτυο του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου εκ της λειτουργίας του οποίου εκπορεύεται ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, που, αφ' ενός μεν, μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλεια και, αφ' ετέρου, με τη λειτουργία του, απειλούνται κίνδυνοι για άτομα που, λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ' αυτούς, είναι υποχρεωμένη - αφού άλλωστε αντλεί οφέλη από την και κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της - να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκλήθηκε από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα κάποιου υπαλλήλου ή οργάνου της και παρά το ότι, κατά τα ανωτέρω, τέτοια συμπεριφορά αποδείχθηκε.
Υπό τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι, η συμπεριφορά της εναγομένης (δια των οργάνων της και προστηθέντων, για τα ζητήματα ασφάλειας, υπαλλήλων της) ήταν αμελής και συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και το θάνατο του Α. Π., καθόσον παρέλειψε να λάβει, όλα τα ενδεικνυόμενα από τις περιστάσεις μέτρα για την προστασία των τρίτων (επιβατών), όπως παραπάνω εξειδικεύεται.
Η ως άνω δε παράλειψη της εναγομένης ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα και επέφερε πράγματι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ενώ, παρεμπιπτόντως, σημειώνεται και ότι, κατά τα λοιπά, δεν αποδείχθηκε ειδικώς και ότι υπήρξε εκούσια καθυστέρηση του προσωπικού της εναγομένης, που είχε βάρδια τη στιγμή του συμβάντος, α<ρού αυτοί, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που είχαν, αντέδρασαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα - γι' αυτό και δεν παραπέμφθηκαν αυτοί σε δίκη για ποινικό αδίκημα, αλλά η κατά τα λοιπά προαναφερόμενη παράλειψη της εναγομένης, είχε ως αποτέλεσμα, παρανόμως και υπαιτίως, να επέλθει ο θάνατος στον παθόντα).
Εξάλλου, η πτώση του θανόντος στις γραμμές (σιδηροτροχιές) του ηλεκτρικού τρένου, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί γεγονός μη δυνάμενο να προβλεφθεί από μέσο συνετό άνθρωπο και εν προκειμένω από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, δεδομένου ότι ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει στη λειτουργία και χρήση του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου από το επιβατικό κοινό και σε ενδεχόμενες αμελείς ή ακαταλόγιστες συμπερκρορές (όπως, λόγου χάρη, πολύ μικρών παιδιών , ή ψυχικά νοσούντων, με πλήρη έλλειψη καταλογισμού και χωρίς υπαιτιότητά τους δρώντων προσώπων).
Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το ένδικο θανατηφόρο συμβάν προκλήθηκε κατ' αρχήν από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ευθύνης αυτής, αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι συνυπαιτιότητα (που, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρονται, εκτιμάται σε ποσοστό 50%) στην επέλευση του ατυχήματος βαρύνει και τον ίδιο τον θανόντα, ο οποίος, τελών σε κατάσταση (υπαίτιας) μέθης, κατευθύνθηκε βεβιασμένα και όχι σε κατάσταση νη(ραλιότητας στην άκρη της αποβάθρας, προκειμένου να εξεμέσει, με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία του, να πέσει στις γραμμές (σιδηροτροχιές) του ηλεκτρικού τρένου, να χάσει τις αισθήσεις του και ερχόμενος σε επαφή με την ηλεκτροφόρο ράβδο να υποστεί ηλεκτροπληξία συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός του.
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η σχετική ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, προσδιοριζόμενου, όπως παραπάνω αναφέρεται του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του σε 50%, απορριπτομένων, κατά τα λοιπά, όλων των αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων ως προς τις συνθήκες επέλευσης του επιδίκου συμβάντος και την αξιολόγηση της συμπεριφοράς των εμπλεκομένων σε αυτό, υπό την ιδιότητα ενός εκάστου αυτών. ...........Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το βαθμό του πταίσματος (κατά 50%) της εναγομένης στην πρόκληση του άνω θανάτου, το βαθμό συνυπαιτιότητας (50%) του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, το βαθμό συγγένειας των εναγόντων με τον εκλιπόντα, την κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικία αυτού και των οικείων του, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασε καθένας από τους άνω δικαιούχους, την κοινωνική κατάσταση των εναγόντων και την οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων μερών, καθώς και όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η ως άνω αδικοπραξία, κρίνει, ότι, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης τους, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση η οποία καθορίζεται: 1) για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, γονέων του θανόντος, στο ποσά των 40.000 ευρώ, 2) για καθέναν από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων, αδελφών του, στο ποσό των 20.000 ευρώ και 3) για καθεμία εκ των έκτης και έβδομης των εναγόντων, γιαγιάδων του, στο ποσό των 10.000 ευρώ, τα οποία, περαιτέρω, κρίνονται και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.
και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ..... Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, η (κύρια) αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." να καταβάλει στους ενάγοντες τα προαναφερθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση....Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την σε συνάρτηση με αυτήν εφαρμογή του νόμου, όταν - κρίνοντας εν μέρει τα αντίθετα, αφ' ενός μεν, έκανε δεκτό ότι συντρέχουν περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένης και δεν προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος, ενώ επιδίκασε και σημαντικά μεγαλύτερα ποσά για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επίσης δε έσφαλε, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, όταν έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή για μεγαλύτερα χρηματικά ποσά.
Συνεπώς, απορριπτόμενης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της εφέσεως των κυρίως εναγόντων (......) και, αντιθέτως, γενομένων δεκτών, ως κατ' ουσίαν βάσιμων, των εφέσεων των λοιπών εκκαλούντων (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ" και ανώνυμων ασφαλιστικών εταιρειών με τις αντίστοιχες επωνυμίες ......), πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και συνεκδικαστούν κατ' ουσίαν (......), η αγωγή, η παρεμπίπτουσα αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση, που παραπάνω αναφέρονται, αφ'ενός μεν, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή - η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ.
β', 914, 932 και 345, 346 του ΑΚ, καθώς και 70, 176 ΚΠολΔ και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει 1) για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, το ποσό των 40.000 ευρώ, 2) για καθέναν από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων, το ποσό των 20.000 ευρώ και 3) για καθεμία εκ των έκτης και έβδομης των εναγόντων, το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...." Έτσι που έκρινε το Εφετείο: 1) δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας της εναγομένης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ακόμη και αν η εναγομένη είχε στελεχώσει το εποπτείο - σταθμό ΑΤΤΙΚΗ με υπαλλήλους της και είχε αναθέσει τη φύλαξη της αποβάθρας σε ιδιωτική εταιρεία δεν θα αποτρεπόταν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πτώση στις γραμμές του Α.
Π., ενόψει του ότι αυτή έλαβε χώρα σε διάστημα δύο περίπου δευτερολέπτων, οπότε δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως από οποιονδήποτε υπάλληλο ή φύλακα και 2) δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η παράλειψη της εναγομένης να εγκαταστήσει στις άκρες της αποβάθρας κομβία διακοπής ρεύματος έλξεως, ενεργοποιούμενα στην περίπτωση πτώσεως ατόμου στις γραμμές, προς άμεση και ακαριαία διακοπή του ρεύματος ήταν αμελής και συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και το θάνατο του Α.
Π., ήταν δε ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε. Ανεξαρτήτως όμως της υπαιτιότητας της εναγομένης, στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος, ο οποίος ευρισκόμενος σε κατάσταση υπαίτιας μέθης, κατευθύνθηκε βεβιασμένα στην άκρη της αποβάθρας για να εξεμέσει, με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία του, να πέσει στις γραμμές, να απωλέσει τις αισθήσεις του και ερχόμενος σε επαφή με την ηλεκτροφόρο ράβδο να υποστεί ηλεκτροπληξία και να επέλθει ο θάνατος του.
Επομένως, οi πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).
Είναι όμως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που πλήττει την ουσία της υποθέσεως ή που αποδίδει εκτιμητικό σφάλμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 658/2016).
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε και δεν εκτίμησε ορθά τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως, με αποτέλεσμα να μην δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος ήταν η εναγομένη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1692/2017).
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβαλλόμενο με την αγωγή τους και με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους ισχυρισμό ότι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε και η παράλειψη της εναγομένης να έχει εγκαταστημένο στην αποβάθρα του σταθμού σύστημα συνεχούς βιντεοσκοπήσεως αυτού χωρίς χρονικά κενά με συστήματα που να καταγράφουν ξεχωριστά την κίνηση στην αποβάθρα και ξεχωριστά την κίνηση στις ράγες, ώστε αν καταγραφεί κίνηση πέραν του ορίου της αποβάθρας να διακόπτεται άμεσα και αυτόματα η ηλεκτροδότηση στο σημείο εκείνο.
Ωστόσο, από τις ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτόν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο επί της ουσίας ότι η μόνη παράλειψη που βαρύνει την εναγομένη στην επέλευση του θανάτου του Α. Π. είναι η μη τοποθέτηση κομβίων διακοπής ρεύματος έλξεως στις άκρες της αποβάθρας και ότι αυτόματη διακοπή ρεύματος (με αισθητήρες μεταξύ αποβάθρας και γραμμών) και όχι χειροκίνητη, όπως διεξήχθη, δεν προβλέπεται, αφού αυτό θα είχε ως συνέπεια την άμεση διακοπή ρεύματος πολύ συχνά και χωρίς λόγο ανάγκης προς τούτο από αντικείμενα που καθημερινά μπορεί να τύχει να πέσουν από επιβάτες στις γραμμές των ΗΣΑΠ.
Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση συνυπαιτιότητας, ισχυρισμό τον οποίο πρότειναν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο εφέσεως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά και της εφέσεως που άσκησε η τελευταία κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (4177/2017) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη - εναγομένη ισχυρίστηκε, το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις που υπέβαλε προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, ότι ο Α.
Π. κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 13-11-2011 αναμένοντας στο σταθμό ΑΤΤΙΚΗ του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου να επιβιβαστεί σε τρένο με κατεύθυνση προς Κηφισιά, έχασε την ισορροπία του, λόγω του ότι βρισκόταν σε κατάσταση μέθης (με συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα του 1,92%gr/lt) και έπεσε στις ράγες του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του από ηλεκτροπληξία.
Με βάση αυτά τα περιστατικά η αναιρεσίβλητη - εναγομένη ισχυρίστηκε ότι συντρέχει αποκλειστική ευθύνη του θανόντος, άλλως συνυπαιτιότητα αυτού σε ποσοστό 95%. Ακολούθως, επειδή με την πρωτόδικη απόφαση αναγνωρίσθηκε συνυπαιτιότητα του θανόντος και δη χωρίς να προσδιοριστεί το ποσοστό αυτής, το κεφάλαιο αυτό προσέβαλε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, παραπονούμενη κυρίως για τη μη αναγνώριση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος και επικουρικά, για την απόρριψη της προβληθείσας πρωτοδίκως ενστάσεώς της περί συνυπαιτιότητας αυτού κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Με βάση τα παραπάνω η ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος που προέβαλε επικουρικά η εναγομένη - αναιρεσίβλητη είναι ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, καθώς και συγκεκριμένο αίτημα. Επομένως, το Εφετείο δεν έσφαλε που με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος.
Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη ή ψυχική οδύνη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε, το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Με βάση αυτά, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1230/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατά τον υπολογισμό των επιδικασθεισών σ' αυτούς χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής οδύνης τους, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο λόγο ταακόλουθα: "......Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πρώτος και η δεύτερη ενάγουσα ήταν γονείς του θανόντος, η τρίτη, τέταρτος και πέμπτος εξ αυτών αδέρφια του και η έκτη και η έβδομη εξ αυτών γιαγιάδες του.
Ο ως άνω θανών ήταν τελειόφοιτος του τμήματος στατιστικής και ασφαλιστικής επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ήταν δε υγιής, με σοβαρό χαρακτήρα και άριστη ψυχολογική και κοινωνική λειτουργικότητα. Με όλους τους ανωτέρω συγγενείς του διατηρούσε σχέσεις αγάπης και στοργής. Ο αιφνίδιος θάνατος του κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν προκάλεσε στους ενάγοντες βαρύτατο ψυχικό κλονισμό και τους δημιούργησε βαθύτατα συναισθήματα πόνου, θλίψης και οδύνης, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.
Επομένως, προς εξισορρόπηση της δυσμενούς αυτής κατάστασης και ανακούφιση τους από τη λύπη και τον πόνο, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το βαθμό του πταίσματος (κατά 50%) της εναγομένης στην πρόκληση του άνω θανάτου, το βαθμό συνυπαιτιότητας (50%) του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, το βαθμό συγγένειας των εναγόντων με τον εκλιπόντα, την κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικία αυτού και των οικείων του, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασε καθένας από τους άνω δικαιούχους, την κοινωνική κατάσταση των εναγόντων και την οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων μερών, καθώς και όλες τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η ως άνω αδικοπραξία, κρίνει, ότι, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης τους, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση η οποία καθορίζεται: 1) για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, γονέων του θανόντος, στο ποσό των 40.000 ευρώ, 2) για καθέναν από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων, αδελφών του, στο ποσό των 20.000 ευρώ και 3) για καθεμία εκ των έκτης και έβδομης των εναγόντων, γιαγιάδων του, στο ποσό των 10.000 ευρώ, τα οποία, περαιτέρω, κρίνονται και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.
και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες τα ως άνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υστερούν καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και δεν είναι ευτελή.
Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη από 18-4-2022 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
II. Επί της από 4-1-2023 αιτήσεως αναιρέσεως:
Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914 και 932ΑΚ ως προς την ύπαρξη υπαιτιότητάς της στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος με το να δεχθεί:
α) με αντιφατική αιτιολογία αφενός ότι υφίσταται αμέλεια του προσωπικού της, η οποία οδήγησε στη μη αποφυγή του συμβάντος, αφετέρου ότι δεν υπήρξε εκούσια καθυστέρηση του προσωπικού της για τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, β) με ανεπαρκή αιτιολογία ότι ήταν εφικτό να ενσωματωθεί στη γραμμή 1 του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου και να υπάρχουν στην αποβάθρα του σταθμού "ΑΤΤΙΚΗ" κομβία διακοπής ηλεκτρικού ρεύματος έλξεως, καθώς και ότι η ύπαρξη τέτοιων κομβίων θα ήταν ικανή να αποτρέψει την επέλευση του θανατηφόρου γεγονότος και γ) με ανεπαρκή αιτιολογία ότι η πολύ μικρή χρονική καθυστέρηση, που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξε από το προσωπικό της για τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, οφείλεται σε αμέλειά της.
Από τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914 και 932ΑΚ αναφορικά με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα:
Η πτώση του Α. Π. στις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου έγινε άμεσα αντιληπτή από την επιβάτιδα Α. Π., η οποία ειδοποίησε τους αρμόδιους υπαλλήλους του σταθμού, οι οποίοι χωρίς εκούσια καθυστέρηση προέβησαν στις προβλεπόμενες ενέργειες και συγκεκριμένα, σε 36 δευτερόλεπτα μετά την πτώση του Α. Π. ο εργοδηγός ηλεκτροδηγών του σταθμού Αττικής ειδοποίησε τηλεφωνικά τον εργοδηγό ηλεκτροδηγών του Κέντρου Ελέγχου Λειτουργίας για διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στο σταθμό Αττικής, ο δε τελευταίος έδωσε επίσης τηλεφωνικά τη σχετική εντολή στο χειριστή του Κέντρου Τηλεχειρισμού Υποσταθμών για τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο και έπραξε, η δε όλη διαδικασία για τη διακοπή του ρεύματος διήρκεσε ένα λεπτό και τριάντα έξι δευτερόλεπτα από την πτώση του Α.
Π. Εν τω μεταξύ από την πτώση του θανόντος, στις 06.26:12 έως στις 06.27:21, όπου καταγράφεται μικρή λάμψη καπνού από τη δεξιά άκρα χείρα του και στις 06.27:36, όπου καταγράφεται "τίναγμα και καπνός" στη δεξιά άκρα χείρα του και αποτελεί το απώτατο χρονικό σημείο που αναμφίβολα πλέον συνεχιζόταν η επαφή με την ηλεκτροφόρο ράβδο και, μετά ταύτα, επήλθε ο θάνατος του, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενός λεπτού και είκοσι τεσσάρων δευτερολέπτων.
Παρότι η διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στη συγκεκριμένη περίπτωση διεξήχθη χωρίς εκούσια καθυστέρηση του προσωπικού της εναγομένης, που ακολούθησε την προβλεπόμενη και υπάρχουσα διαδικασία, αυτή απαιτούσε συντονισμό και ενέργειες εμπλεκομένων προσώπων, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας, ένεκα των οποίων δημιουργήθηκε μια πολύ μικρή χρονική καθυστέρηση, που όμως συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο του Α.
Π., ο οποίος θα είχε αποτραπεί αν υπήρχαν εγκατεστημένα στις άκρες των αποβαθρών της γραμμής 1 (ΗΣΑΠ) κομβία διακοπής ρεύματος έλξεως, τα οποία να ενεργοποιούνται από οποιονδήποτε (επιβάτη, υπάλληλο σταθμού κλπ) μόλις γίνει αντιληπτή πτώση ατόμου στις γραμμές (σιδηροτροχιές) του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου (όπως συνέβη εν προκειμένω που έγινε άμεσα αντιληπτή η πτώση από την Α.
Π. και λοιπούς επιβάτες), καθιστώντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση και ακαριαία τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ προέκυψε ότι η εκ των υστέρων τοποθέτηση τέτοιων κομβίων στις άκρες των αποβαθρών της γραμμής 1 (ΗΣΑΠ) ήταν τεχνικά εφικτή. Η παράλειψη αυτή της εναγομένης, η οποία υποχρεούται να διαφυλάσσει την ασφάλεια των επιβατών σε όλους τους χώρους λειτουργίας των υπηρεσιών της και να μην τους βλάπτει με οποιονδήποτε τρόπο, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο θανατηφόρο συμβάν, καθόσον η άμεση και χωρίς καθυστέρηση διακοπή από κομβίο στην άκρη της αποβάθρας του ηλεκτρικού ρεύματος, θα είχε για μικρότερο χρονικό διάστημα επίδραση του ρεύματος στο σώμα του Α.
Π. και έτσι θα αποτρεπόταν ο θάνατος του εξ αυτού του λόγου, παρά την όποια σωματική βλάβη υφίστατο. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα και την εν γένει αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος και ο τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμό ότι: οι γραμμές 2, 3 κατασκευάστηκαν με δεδομένα του 2000, όλα τα συστήματα που εισήχθησαν το 2000 δεν είναι τεχνικά εφικτό να εφαρμοστούν στην παλαιά γραμμή 1 που λειτουργεί 100 χρόνια, ενώ επιπλέον η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος διακοπής τάσης με διακόπτη στις άκρες των αποβαθρών του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου είναι αμφίβολη, δεδομένου ότι προϋποθέτει την ενεργοποίησή του από τυχαία άτομα (επιβάτες) ή από εκπαιδευμένο προσωπικό αν τύχει και είναι παρόντα τη στιγμή που θα απαιτηθεί. Ωστόσο, τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό ισχυρισμό της υπαιτιότητάς της συνεχόμενο με την ιστορική βάση της αγωγής και συνεπώς, δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Επομένως, δεν θεμελιώνεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 436/2014).
Με τον τρίτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι η τοποθέτηση κομβίων διακοπής ρεύματος έλξεως στις άκρες των αποβαθρών της γραμμής 1 (ΗΣΑΠ) του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου δεν είναι τεχνικά αδύνατη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις νομοτύπως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, οι τεχνικές εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Γ. Π., των εταιρειών "Γ. Χ. Δ. & ΣΙΑ Ε.Ε." και "Ε. Σ. Σ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε.", καθώς και τις φωτογραφίες και ψηφιακούς δίσκους (DVD), που νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1382/2019, 1693/2017).
Με τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, που είχαν οι αναιρεσίβλητοι αναφορικά με την ύπαρξη τεχνικής δυνατότητας τοποθετήσεως κομβίων διακοπής ρεύματος έλξεως στις άκρες των αποβαθρών της γραμμής 1(ΗΣΑΠ) του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου.
Ωστόσο, από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τους ενάγοντες αποδείξεις ότι η εναγομένη παρέλειψε δια των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων υπαλλήλων της να εγκαταστήσει κομβία διακοπής ρεύματος έλξεως στις αποβάθρες του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, των οποίων η τοποθέτηση ήταν σύμφωνα με τις υπάρχουσες τεχνολογικές δυνατότητες εφικτή και η ύπαρξη τους θα απέτρεπε το επίδικο θανατηφόρο συμβάν και όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως των αντίθετων (αρνητικών) ισχυρισμών της εναγομένης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με αριθμό 1292/6-3-2017 Υπηρεσιακό Σημείωμα του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Συντήρησης, το οποίο νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, προκειμένου ν' ανταποδείξει τη μη ύπαρξη υπαιτιότητάς της για το ένδικο θανατηφόρο συμβάν.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη από 4-1-2023 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Διάταξη για επιστροφή παραβόλου δεν θα περιληφθεί, αφού η άσκηση της από 4-1-2023 αναιρέσεως έγινε ατελώς, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του 2 παρ. 5 του Ν. 3920/2011, που προστέθηκε με το άρθρο 100 παρ.1 του Ν. 4199/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.2 της Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου της 10ης Φεβρουαρίου 1976, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 352/1976.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
I. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 18-4-2022 και από 4-1-2023 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 155/2021 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
II. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2022 αίτηση αναιρέσεως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
III. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-1-2023 αίτηση αναιρέσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ