Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to cite specific substantive law rules and facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Attica Health Administration against a lower court decision. The appellant argued procedural violations and substantive law breaches but failed to specify the exact legal rules or factual circumstances violated. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the strict requirements for substantive review under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to cite specific substantive law rules and facts, and arguments denying the claim or legal interpretations do not constitute 'things' for the purpose of Article 559(8).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1462/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Ι. του Γ. έως και 227. Χ. Λ. του Γ., κάτοικου …. Οι 6η, 69ος, 75ος, 77ος, 82η, 87η, 93η, 111ος, 119ος, 162ος, 169ος, 181η, 187ος, 194ος, 196η, 199ος, 203ος, 205ος, 225η, και 226η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2015 μη οριστική, 123/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/6/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος έρευνα αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκαίρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την 9880/31-8-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Αργυρούς Κάρλου, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείων, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 3-6-2019 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 6η, 69ο, 75ο, 77ο, 82η, 87η, 93η, 111ο, 119ο, 162ο, 169ο, 181η, 187ο, 194ο, 196η, 199ο, 203ο, 205ο, 225η και 226η των αναιρεσιβλήτων στο Δημήτριο Τάγαρη, δικηγόρο Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου δικηγόρου και αντίκλητου των αναιρεσιβλήτων.
Κατά συνέπεια, αφού οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά τις σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 3-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 241/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 3-11-2017 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 - 676 ΚΠολΔ) 123/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-3-2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες εξέθεταν ότι δυνάμει ειδικής σύμβασης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.
δ 1204/1972, καθένας από αυτούς προσλήφθηκε από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ιατρός, κατά τους αναφερόμενους σ' αυτήν χρόνους και ειδικότητα. Ότι με βάση τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (άρθ. 5 παρ. 1 του Ν. 3029/2002) το ανωτέρω ΝΠΔΔ μετονομάστηκε σε "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο από 1-1-2002 υπήχθη στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ήδη στο αναιρεσείων - εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.ΠΕ.
Αττικής). Ότι από της προσλήψεώς τους, προσφέρουν συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως ιατροί, αρχικά σε υγειονομικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α., ήτοι σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας, ακολούθως σε Κέντρα Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ήδη της 1ης Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής. Ότι με βάση την εργασία και τα καθήκοντά τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 περ.
α' του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα και ότι το εναγόμενο, ως καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αρνείται να τους το καταβάλει για το χρονικό διάστημα 1-1-2006 έως 31-10-2011. Ζήτησαν δε, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει, σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 20.526,27 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, που αντιστοιχεί στο νοσοκομειακό επίδομα που τους οφείλεται για το ως άνω χρονικό διάστημα, με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους και το νόμο και, επικουρικώς κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης, και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 123/2017 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη όσον αφορά τους 11ο ,13η, 17ο, 20η, 26η, 29ο, 56η, 52ο, 56ο,60ο, 66ο, 68η, 71ο, 84ο, 89η, 93ο, 99η, 100ο, 102ο, 107ο, 110ο, 119ο, 125η, 127η, 132η, 137η, 146ο, 163ο, 165η, 174ο, 175η, 183η, 204ο, 208ο, 228ο, 229η, 233η, 237ο, 243η, 263η, 267η και 268ο των εφεσιβλήτων, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου ως προς αυτούς, στη συνέχεια δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-10-2009 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 του α.
ν. 1846/1951, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή (για τις αξιώσεις των εναγόντων που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-11-2009 έως 31-10-2011) και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το ποσό των 6.956,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (επιτόκιο 6%) από την επίδοσή της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άσκησε έφεση το εναγόμενο και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογικού Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργηση του από 1-1-2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κτλ (ΦΕΚ Α 297) είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθ. 1 παρ. 2 περ.
δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κτλ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003, (που όπως αναφέρθηκε κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Με την παρ. Β - 1 του ίδιου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίστηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ φυσικοθεραπευτών και ΔΕ βοηθών φαρμακείων και καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1-1-2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κτλ" (ΦΕΚ Α 80).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν.2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.
Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994, μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992,ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή, β) η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτατες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτατες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) η ιατρική της εργασίας, θ) η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους".
Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994 είναι:
α) η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) η ιατρική της εργασίας, ι) η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη, ιε) η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης, Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003, όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.
Και ακόμη, συνάγεται, ότι αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας, στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοιχτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, 832/2015).
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζόμενου από τον οικείο φορέα (ολ ΑΠ 524/1979, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 933/2004).
Περαιτέρω με το άρθρο 18 παρ. 1 α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.
Με την 2043269/6792/0022 από 1-7-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15-7-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8-1998 ΚΥA των ίδιων υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/2-9-1998) επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 αφενός στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση γιατρούς του ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1-1-2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν.2470/1997), με την 2/4302/0022/28-1-2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των υπουργών Οικονομίας, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9/2/2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι ή με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985) με σύμβαση ορισμένου χρόνου Ν.1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.
δ. 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με το Ν. 2150/1993. Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ ΑΕΙ, ΕΠ και ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κτλ (ΦΕΚ Α 72) ορίστηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι ασχολούνταν σε νομαρχιακές οι τοπικές μονάδες υγείας του ιδρύματος (άρθ. 3 παρ. 1 και 3 του ΠΔ/τος 266/1989 "οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού) που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) τα Τοπικά Ιατρεία, δ) τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) τα Κέντρα Παιδοψυχικής Υγιεινής, ζ) τα Κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα θ) οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας, και ι) οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης (παρ. 3).
Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:
α) την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β)τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη ή αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.
Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του ΠΔ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του ΠΔ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184)και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ΠΔ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ...,Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ...,Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ..., 7Ο Νοσοκομείο ΙΚΑ..., 2Ο Νοσοκομείο ΙΚΑ...).
Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδας Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18-2-2004, μετά τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1312/2007). Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό του παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι "1.
Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδας Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β. Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων. για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας. 5...".
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: " Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (OKA) (όπως είναι το ΙΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του (ΟΚΑ), γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του ΕΣΥ, δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του ΕΣΥ".
Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18-2-2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του δημοσίου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1-1-2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την 2/4302/0022/28-1-2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 18/2020 ΑΠ/ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του ΠΔ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ΝΔ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του α.
ν. 1846/1951). Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω ΝΔ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.
ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, Η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκείμενη υπόθεση) οποιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".
Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2368/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται την παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο, και δεν αφορά την παραγραφή των των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι, όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 296/2013).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του α. ν. 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ίδιου νόμου (α.
ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018) Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και η ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί, καθώς και όταν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 7/2006, ολ ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάργηση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος (ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 3/1997, ολ ΑΠ 11/ 1996), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 361/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επί της ενστάσεως της διετούς παραγραφής εκ του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995 των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, την οποία το αναιρεσείον παραδεκτώς είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει με λόγο εφέσεως, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω με το άρθρο μόνο του π.
δ. 437/1977, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν. δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ, στη θέση του οποίου, ως προς τους ενάγοντες - εφεσίβλητους υπεσήλθε το εκκαλούν (άρθρο 11 του α.
ν. 1846/1951). Ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατ' αυτού απαιτήσεων η περί διετούς παραγραφής διατάξεις του ν. δ 496/1974, καθώς αυτή ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α. ν. 1846/1951, σύμφωνα με την οποία "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτηση παραγράφεται μετά πενταετία", συνεπώς και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του ΙΚΑ και κατ' αυτού".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο το αναιρεσείον είχε επαναφέρει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την εκ του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 ένσταση της διετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 και με πλήρη αιτιολογία υπήγαγε σ' αυτήν όσα ανελέγκτως δέχτηκε, ενώ δεν παρέλειψε να λάβει πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ,. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ολ ΑΠ 1/2016, ολ ΑΠ 2/2013, ολ ΑΠ 20/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτού πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 363/2020).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την απόφαση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013), και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχείο του ορισμένου του προσβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1354/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι δεν αιτιολόγησε τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ιατροί, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν προσέφεραν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 παρ.
Α - 5 του Ν. 3205/2003, και ότι εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, παρόλο που δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψης νόμιμης βάσης (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον δεν αναφέρονται και δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ούτε και αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι προσβαλλόμενες παραβιάσεις, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ολ ΑΠ 25/2003, ολ ΑΠ 3/1997 ολ ΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 196/2020), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 363/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, ότι δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμό του, αναφορικά με τη μη συνδρομή στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ιατρών της προσφοράς των υπηρεσιών τους σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, και ότι, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2019 και με αριθ. καταθ. 494/2019 αίτηση αναίρεσης της 241/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ