Supreme Court dismisses appeal against appellate court's finding of a loan contract between parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a loan contract dispute. The appellant argued the appellate court considered unproven facts about continued cooperation after a 2002 demand note, but the court ruled these were not admissible 'facts' under the law. The court held that the appellate court correctly based its judgment on the evidence presented, including witness testimonies and documents, rather than unsupported assertions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11) C.Pol.D.; Art. 559(8) C.Pol.D.; Art. 559(10) C.Pol.D.; Art. 806 A.C.: An appeal is inadmissible if the contested decision is based on evidence rather than unproven facts, and arguments regarding unproven continuations of cooperation do not constitute admissible 'facts' for annulment purposes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1462/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη μετονομάσθηκε σε πολυπρόσωπη Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος-Γεωργική ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Παπαδόπουλο Παπατσώρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25666/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1925/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 17-12-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 806 Α.Κ.: "Με την σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, εταιρία...ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία γεωργικών προϊόντων. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών....είναι παραγωγός αγροτικών προϊόντων, τα οποία καλλιεργεί σε ιδιόκτητους αγρούς ...
Οι διάδικοι διατηρούσαν από ετών συνεργασία και συγκεκριμένα, ο μεν εκκαλών πωλούσε στην εφεσίβλητη αγροτικά προϊόντα, η δε τελευταία πωλούσε στον εκκαλούντα λιπάσματα και σπόρους για την καλλιέργεια των αγρών του. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους αυτής αναπτύχθηκαν μεταξύ του εκκαλούντος και του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εφεσίβλητης ...
φιλικές σχέσεις. Τον Ιούλιο του 2000, λόγω προσωρινών οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο εκκαλών, συνήψε με την εφεσίβλητη, μέσω του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, σύμβαση ατόκου δανείου, ορισμένου χρόνου. Δυνάμει της επίδικης συμφωνίας η εφεσίβλητη κατέβαλε στον εκκαλούντα λόγω δανείου, πλην άλλων, τμηματικά καταβληθέντων ποσών, και το ποσό των 6.800.000 δραχμών ή 20.073,36 ευρώ, στις 20-9-2000 ...
Η απόδοση του εν λόγω δανείου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων να γίνει στις 30-12-2000. Προς εξασφάλιση της παραπάνω απαιτήσεως της εφεσίβλητης ο εκκαλών προέβη, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, στην έκδοση.... μεταχρονολογημένης επιταγής εις διαταγήν της εφεσίβλητης, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης, αυτήν της συμφωνηθείσας ημερομηνίας απόδοσης του δανείου, ήτοι την 30-12-2000, πληρωτέα από το λογαριασμό που τηρούσε (ο εκκαλών) στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.
Επειδή ο εκκαλών είχε διαβεβαιώσει τον διαχειριστή της εφεσίβλητης ότι θα κατέβαλε οπωσδήποτε το ποσό της παραπάνω επιταγής, λόγω και της σχέσεως εμπιστοσύνης που υπήρχε μέχρι τότε μεταξύ των διαδίκων, η εφεσίβλητη, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του, δεν εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή στη πληρώτρια Τράπεζα.
Όμως, ο εκκαλών, παρά τις υποσχέσεις του και τις επανειλημμένες οχλήσεις της εφεσίβλητης, μετά τον επελθόντα χρόνο λήξης του δανείου, δεν απέδωσε στην τελευταία το ποσό τούτου, αλλά ούτε και το ποσό της επιταγής κατέβαλε. Γι'αυτό η εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του την κρινόμενη αγωγή της ...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ.
Ειδικότερα, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την κρίση του για την σύναψη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου 6.800.000 δρχ. (19.955,97 ευρώ) και την μη απόδοση αυτού από τον οφειλέτη και ήδη αναιρεσείοντα. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο λόγος αυτός, όταν φέρεται ότι πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα την πλήττει αναφορικώς με την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίφαση παραβιάσεως κανόνος ουσιαστικού δικαίου, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1566/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατ' εκτίμησιν από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, τα ακόλουθα: "... Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένως απέρριψε καθ' ολοκληρία την έφεση μου, αποδεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη την ... αγωγή της αντιδίκου σε βάρος μου και συγκεκριμένα ερμήνευσε εσφαλμένα το προσαχθέν αποδεικτικό υλικό, αφού αποδείχθηκε τόσο από την ακροαματική διαδικασία με τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, όσο και από τα έγγραφα, ότι ουδέποτε μεταξύ της αντιδίκου συνήφθη άτυπη σύμβαση δανείου.
Απλώς επρόκειτο, για επιταγές διευκόλυνσης της αντιδίκου και ουδέν άλλο. Ειδικότερα, ενώ έδει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος 281 Α. Κ, τούτη απορρίφθηκε όλως παρανόμως και καταχρηστικώς, αφού όπως αποδείχθηκε από τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την εκλογή μου ως προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τριλόφου, η όλη μας αντιδικία μετά της αναιρεσίβλητης άρχισε μόλις εκλέχθηκα πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τριλόφου Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι μετά την εκλογή μου, ήτοι μετά τις 30-10-2000 η αντίδικος μου εμφάνισε προς πληρωμή τις επίδικες επιταγές (30-11-2000 και 30-12-2000), δεδομένου ότι τις επίδικες επιταγές έδωσα στην αντίδικο χωρίς να είναι συμπληρωμένα τα ποσά και η ημερομηνία εμφάνισης, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτά μόνο για διευκόλυνσή της και τοποθέτηση σε Τραπεζικό Πλαφόν, προς δανειοδότηση της ίδιας, γεγονός το οποίο παραδέχθηκε επ' ακροατηρίω και ο μάρτυς απόδειξης σε ετέρα δίκη Ασφαλιστικών μέτρων, καταθέτοντας ενόρκως.
Δηλαδή τις ανωτέρω επιταγές θα πλήρωνε η αντίδικος μου στο πλαφόν όπου τις είχε τοποθετήσει (επιταγές διευκόλυνσης). Βέβαια μετά τον αποκλεισμό της αντιδίκου από διαγωνισμούς του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τριλόφου Θεσσαλονίκης η αντίδικος προέβη και σε έγερση αγωγών και αιτήσεων εγγραφής προσημειώσεων, αφού ήδη στις 15-01-2002 συντελέστηκε ο αποκλεισμός και η αντίδικος στις 11-07-2002 προέβη σε κατάθεση δικογράφων.
Ως εκ τούτου λοιπόν η ένδικη αγωγή της αντιδίκου αποδείχθηκε ότι καταφανώς ασκήθηκε κατά παράβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και εκ του λόγου αυτού έπρεπε να γίνει δεκτός ο προβληθείς λόγος έφεσης και να ακυρωθεί και εξαφανισθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το κονδύλιο που έγινε δεκτή η αγωγή της αντιδίκου.
Όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτιμώντας το προσαχθέν αποδεικτικό υλικό (σώματα επιταγών κλπ) και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης έκρινε ...". Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, υπό την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 Α.Κ., ο αναιρεσείων παραπονείται για την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προβληθείσα από εκείνον ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρίας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ύστερα από εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα, τα οποία υπεβλήθησαν νομίμως στο δικαστήριο και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το αναφερόμενο από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 10/10-12-2001 τιμολόγιο πωλήσεως σιτηρών αξίας 9.354.942 δρχ. μάλιστα δε, για το ποσόν αυτό γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο ή δύνανται να στηρίξουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λ.π), όχι δε και εκείνοι οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Εξ άλλου, κατά τον αριθμό 10 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε εκείνην (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως τα εξής: "... Επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία ουδέποτε προτάθηκαν, ούτε ισχυρίσθηκε κάποιος, ούτε κάποιος μάρτυρας κατέθεσε, μάλιστα δέχθηκε τούτα χωρίς αποδείξεις (559 παρ. 10) και ειδικότερα, θεώρησε ότι η συνεργασία μας μετά της αντιδίκου συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 2002, δηλαδή μετά την έκδοση και μη πληρωμή της επιταγής, πράγμα το οποίο ουδέποτε κατατέθηκε, ούτε συνομολογήθηκε.
Είναι δε άξιο απορίας τίνι τρόπω και εκ ποίου στοιχείου η αναιρεσειόμενη αντλεί και στηρίζει το σκεπτικό της τούτο (άρθρο 559 παρ.8)". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έλαβε υπ' όψιν τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα) εσχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, με το οποίο κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1925/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ