Legislator Case Law & Legislation
1462/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment due to violation of substantive law regarding non-legal representation and lack of summons.

Case Number 1462/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued they were not legally represented and were not summoned to the hearing, leading to a mortgage registration and forced auction. The Court found these procedural flaws violated substantive law rules on legal representation and due process, warranting a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court violated a substantive law rule, including rules on legal representation and summons, or if the decision lacks legal basis and proper reasoning.

Keywords

AI generated
substantive law violation legal representation rules court summons requirements mortgage registration validity forced auction procedure Code of Civil Procedure retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 28/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1462 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1462/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Γ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 2.Χ. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 3. Β. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρο Καρακίτσιο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιο Ντασιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:29/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 12-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των τριών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006,4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατή παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που.

απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, με το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ. καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., των επί μέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία (ανακοπή), αν αφορά σε ακυρότητες των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, που έλαβαν χώρα από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα, που είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, πρέπει να ασκείται, με ποινή απαραδέκτου, μέχρι την τελευταία πράξη, που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα αυτοδικαίως και την επόμενη πράξη, αλλά απαιτείται να προσβληθεί με ανακοπή και αυτή, εφόσον υπάρχει ακόμη η από το άρθρο 934 προθεσμία για την προσβολή της και να κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως και αυτοτελώς, με ανακοπή και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη.

Κατά δε το άρθρο 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στο θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.

Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στην ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Όμως, κατά την αληθή έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ερμηνευμένης και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντ., δεν αποκλείεται η έγερση αυτοτελούς αγωγής αποζημιώσεως -πέραν της παρεχόμενης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.- εξαιτίας άδικης εκτέλεσης και η παρεμπίπτουσα κρίση, κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας, οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 9/2010, 12/2009).

Ειδικότερα, εκείνος, κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον επισπεύσαντα, ανεξάρτητα από την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη απ' αυτήν καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914, 926, 927 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 919 του Α.Κ., για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, ήταν καθ' εαυτή ικανή και είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων ή ασυνήθιστων περιστατικών, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, από το άρθρο 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, προκύπτει ότι, για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Από την ίδια διάταξη συνάγεται, ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες, που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον, όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων και καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.

Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου.

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο, άλλωστε, ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.

Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και επί συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως είναι και η, κατά το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/54), σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του, δυνάμει της οποίας ο δικηγόρος υποχρεούται να παρέχει στον εντολέα του τις νομικές του υπηρεσίες.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για το χαρακτηρισμό του δικηγόρου ως προστηθέντος του εντολέα του, αρκεί η εκ μέρους του εντολέα παροχή γενικών μόνο οδηγιών στο δικηγόρο, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στο δικηγόρο για τον τρόπο προσφοράς των νομικών του υπηρεσιών δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 39-57 ν.δ. 3026/54, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι, σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες του εντολέα του, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων και λοιπούς νόμους.

Επομένως, αν από αμελή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριφορά του προστηθέντος δικηγόρου επήλθε ζημία ή και ηθική βλάβη σε τρίτο ευθύνονται εις ολόκληρο ο υπαίτιος και ο προστήσας. Η ευθύνη του προστήσαντος είναι γνησία αντικειμενική, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός, ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος.

Στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις οδηγίες, που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως εκείνου (προστήσαντος).

Δηλαδή, η υπέρβαση ή η κατάχρηση από τον προστηθέντα της υπηρεσίας, που του ανατέθηκε, είναι δημιουργική ευθύνης για τον προστήσαντα, με βάση τη σχέση της πρόστησης, γιατί η υπηρεσία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης (ΑΠ 1768/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1276, 1277, 1278, 1291,1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 και 56 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 993§1 εδ.β' 706 και 724 Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως, με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, β) τίτλος για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής, ως προς την ασφαλιζόμενη χρηματική απαίτηση, γ) η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορεί να διαταχθούν από το δικαστήριο.

Παρέχεται δε στο δανειστή, ο οποίος δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεως του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως, πάντοτε, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό. Στη σχετική, για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου, δίκη, αιτών είναι ο δανειστής και καθ' ου η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου, επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση.

Πλην όμως, υφίσταται η δυνατότητα παροχής άδειας εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτου, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος, που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλότριου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος.

Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης και αποδέχεται, στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως, που διέπει και τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, την κατ' αυτού σχετική αίτηση, δ) Η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημειώσεως στο ακίνητο του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, δεν επάγεται και' αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημειώσεως τρίτος, με την παραχώρηση αυτή, δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστή, ώστε να ευθύνεται, όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς, με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση, έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή ενεγράφη, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με το δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του "τρίτου", αφού είναι και ο ίδιος οφειλέτης.

Η υπό του τρίτου παρεχόμενη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικά, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του (τρίτου) αναγκαστική εκτέλεση, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του από τη δια του πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου του τρίτου, χωρίς, η άνω παραχώρηση να καθιστά τον τελευταίο, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και υποκείμενο της ενοχικής σχέσεως, ευθυνόμενο, προσωπικώς, για την καταβολή του δια της προσημειώσεως εξασφαλισθέντος χρέους.

Επέρχεται, δηλαδή, όπως και επί της παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητο του, διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, η οποία περιορίζεται, μόνο, στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο (του οφειλέτη ή του συναινούντος τρίτου), για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού, η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, καθώς και από το άρθρο 1265 ΑΚ, που προβλέπει τη δυνατότητα παραχώρησης υποθήκης από τρίτο, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία, στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί, ειδικότερα, υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 του ΑΚ.

Κατά δε το άρθρο 1323 ΑΚ, απόσβεση της προσημειώσεως επέρχεται και αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του Εισαγ. Νόμου Κ.Πολ.Δ. "αν κατά διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή η ανακοπή που ασκήθηκε απορριφθεί τελεσίδικα, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο για εγγραφή υποθήκης", κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "αν έχει εγγραφεί προσημείωση για να ασφαλισθεί απαίτηση για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1".

Από το τελευταίο άρθρο προκύπτει, η βούληση του νομοθέτη να συνδέσει τόσο το χαρακτήρα της διαταγής πληρωμής, ως τίτλου για την εγγραφή υποθήκης, όσο και την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη -στην περίπτωση που για την ασφαλιζόμενη μ' αυτή απαίτηση εκδόθηκε διαταγή πληρωμής- από την εκ μέρους του οφειλέτη αδυναμία προσβολής της εν λόγω διαταγής με ανακοπή, είτε διότι η επιτρεπόμενη από το νόμο ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε τελεσιδίκως, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προς άσκηση της ανακοπής προθεσμία.

Ο σκοπός αυτός του νομοθέτη εκπληρωνόταν κατά το χρόνο θεσπίσεως της άνω διατάξεως και με μόνη την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης, τότε, από το άρθρο 653 παρ.1 (νυν 632 παρ. 1) Κ.Πολ.Δ., δεκαπενθήμερης προθεσμίας, αφού, μετά την πάροδο της τελευταίας, δεν μπορούσε ν' ασκηθεί παραδεκτώς ανακοπή, γιατί δεν υφίστατο, κατά το χρόνο εκείνο, διάταξη όμοια προς αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ..

Επακολούθησε, όμως, το ν.δ.958/1971, δια του οποίου προστέθηκε η ρηθείσα παράγραφος, με την οποία, σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεως της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 632 παρ. 1 (πρώην 653 παρ. 1), προβλέφθηκε δυνατότητα νέας επιδόσεως της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη και ασκήσεως εκ μέρους του ανακοπής εντός δεκαημέρου.

Η ως άνω επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή δεν έθιξε το άρθρο 29 του Εισ. ΝόμουΚ.Πολ.Δ.. με μόνη τη διαφορά ότι για να εκπληρωθεί μετά την άγω νομοθετική μεταβολή, δεν αρκεί η άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 632 παρ. 1 δεκαπενθήμερης προθεσμίας, αλλ' απαιτείται να συντρέξουν και οι όροι της παραγράφου 2 του άρθρου 633, ήτοι η εκ νέου επίδοση της διαταγής στον οφειλέτη και η άπρακτη παρέλευση της νέας, προς άσκηση ανακοπής, δεκαήμερης προθεσμίας, οπότε, πλέον, η διαταγή πληρωμής εξακολουθεί μεν να μην είναι δικαστική απόφαση, αποκτά, όμως, κατά νόμο, δύναμη δεδικασμένου και δεν μπορεί να προσβληθεί, παρά μόνο με αναψηλάφηση.

Αν τα τελευταία γεγονότα δεν συμβούν, η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί, κατά το ρηθέν άρθρο 29 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και τον επιδιωχθέντα μ' αυτό σκοπό του νομοθέτη, τίτλο για εγγραφή υποθήκης, δεν μπορεί να στηρίξει μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, ούτε, συνεπώς, να θέσει σε κίνηση την προβλεπόμενη από το άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ ενενηκονθήμερη προθεσμία για την εν λόγω μετατροπή, ώστε σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεως της τελευταίας να επέρχεται απόσβεση της προσημειώσεως (ΟΛ.Α.Π. 6/1996).

Η εμπράγματη υποθηκική αγωγή, για την οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 1292 και 1294 του ΑΚ, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου, μπορεί ν' ασκηθεί, όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή, αλλά και από τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση υποθήκης δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση (1277 ΑΚ, 29 παρ. 2 ΕισΝΚ.Πολ.Δ.).

Η δυνατότητα αυτή, της έγερσης, δηλαδή, της ανωτέρω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι ο τελευταίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση, υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ.

και 41 του ΕισΝΚ.Πολ.Δ.. Ειδικότερα, κατά το πρώτο από αυτά (933 παρ. 1β' ΠολΔ), ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί ν' ασκήσει την εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή, κατάσχοντας το ενυπόθηκο κτήμα είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου, είτε κατ' εκείνου, που νέμεται, με νόμιμο τίτλο, το ενυπόθηκο κτήμα, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο.

Κατά δε το δεύτερο από τα άνω άρθρα (41 ΕισΝΚ.Πολ.Δ.), οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Διαφορετικά, όμως, ορίζεται μόνο στο άρθρο 1007 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο "η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκη κατατάσσεται τυχαία, ενώ η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται οριστικά".

Επομένως, ο προσημειούχος δανειστής μπορεί, κατ' εφαρμογή των τελευταίων τούτων διατάξεων, ν' ασκήσει την εμπράγματη αγωγή και κατά του τρίτου, κυρίου ή αυτού, που νέμεται, με νόμιμο τίτλο, το προσημειούμενο ακίνητο και ο οποίος, έτσι, ευθύνεται εμπραγμάτως, εφόσον βέβαια έχει (ο επισπεύδων προσημειούχος δανειστής), όπως προαναφέρθηκε, τίτλο εκτελεστό, όπως είναι και η διαταγή πληρωμής (631, 904 παρ. 2 περ.

ε' Κ.Πολ.Δ.). Δηλαδή, ο τίτλος αυτός, που αφορά στην αξίωση, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, μπορεί να εκτελεστεί και κατά του τρίτου -κατ' ακρίβεια κατά του προσημειωμένου ακινήτου- όχι διότι ο τρίτος ευθύνεται ενοχικώς, αλλά διότι ευθύνεται εμπραγμάτως, δηλαδή, διότι νέμεται ακίνητο βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης, όπως ευθύνεται όταν το ακίνητο είναι βεβαρημένο με υποθήκη.

Αυτό είναι, άλλωστε και το χαρακτηριστικό της εμπράγματης υποθηκικής αγωγής, κατ' αντίθεση με την ενοχική, ο τίτλος της οποίας, για να είναι εκτελεστός και έναντι τρίτων, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 του Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, εξομοιώνεται, πλήρως, ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη την ανωτέρω διαφορά ως προς τον τρόπο (οριστικώς ή τυχαίως, αντίστοιχα) της κατατάξεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 211, 216 και 217 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 200 και 281 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα, ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281 του ΑΚ.

Τέτοια καταχρηστική άσκηση υπάρχει, όταν οι πράξεις που επιχειρούνται από τον αντιπρόσωπο εμπίπτουν μεν μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες στα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή το σκοπό, για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη αυτή ο αντιπροσωπευόμενος, και δε δεσμεύει τον τελευταίο, εφόσον ο τρίτος, με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την αντίθεση αυτή.

Αντίθετα, η σύμβαση, που συνομολογεί κάποιος, ως αντιπρόσωπος άλλου, καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας, είναι ανίσχυρη και δε δεσμεύει, τον αντιπροσωπευόμενο, που αποκρούει και, δεν εγκρίνει αυτήν, γιατί η υπέρβαση αυτή ,ισοδυναμεί με ενέργεια, χωρίς πληρεξουσιότητα (ΑΠ 114/2007). Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ. "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσωπεύσεως και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, όποιος δε είναι ανίκανος εκπροσωπείται από το νόμιμο αντιπρόσωπο του. Μόνες περιπτώσεις, που επιτρέπεται εκούσια αντιπροσώπευση, κατά τη διεξαγωγή της δίκης, είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 472 παρ. 1 και 665 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ..

Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις δεν θα ήταν αναγκαίες, αν ήταν γενικώς επιτρεπτή η διεξαγωγή δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο. Εξάλλου, και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθ. 5, 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ως πρόσωπα, που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (επίτροπος, σύνδικος, διαχειριστής πολυκατοικίας κλπ) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.

Δεν μπορούν δε να εφαρμοστούν αναλογικώς στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. του ΑΚ περί εκούσιας αντιπροσωπεύσεως στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει της κατά τα άνω προβλέψεως σε ειδικές περιπτώσεις της εκούσιας αντιπροσωπεύσεως στο πεδίο του δικονομικού δικαίου και των άλλων σκοπών, που υπηρετούν οι πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Εξάλλου, η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπόμενη ούτε με επίκληση της διατάξεως του άρθρου 713 του ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή, η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο επ' ονόματι του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας, χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, παρεμβαλλόμενη, μόνο τη διέπουσα κάθε δίκη αρχή της οικονομίας πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.

Συνακόλουθα, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο προς αναπλήρωση της ελλείπουσας ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο. Ενόψει αυτών (και για την προκειμένη περίπτωση), η άδεια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο τρίτου συναινετικά υπέρ οφειλέτη (και για την εξασφάλιση απαίτησης δανειστή του τελευταίου), συντελείται παραδεκτά μόνο με την αυτοπρόσωπη παράσταση του κυρίου του ακινήτου ενώπιον του Δικαστή που συγκροτεί το δικαστήριο στη σχετική δίκη, ή την παράσταση του τελευταίου δια πληρεξουσίου Δικηγόρου, που διορίζει ο ίδιος με τον τρόπο που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ, και όχι με την εκπροσώπηση του παρέχοντος την προσημείωση τρίτου κυρίου από εκούσιο αντιπρόσωπό του μη Δικηγόρο, έστω και αν ο αντιπρόσωπος αυτός εκπροσωπείται στη δίκη από πληρεξούσιο Δικηγόρο που διόρισε ο ίδιος.

Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων, που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 574/2010, 2182/2009, 2182/2009).

Περαιτέρω, ειδικά, καθόσον αφορά στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 παρ.2 και 4 του Κ.Πολ.Δ., ο δικαστής και, στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο πρόεδρος ορίζουν, με σχετική επισημείωσή τους επί του δικογράφου, τη δικάσιμο και την προθεσμία κλήτευσης του καθ' ου η αίτηση, που αποβλέπει στην ουσιαστική γνωστοποίηση της συζητήσεως καθώς και τον τρόπο, που θα γίνει αυτή.

Σε περίπτωση δε, που δεν οριστεί από τον αρμόδιο δικαστή κάποιος από τους ειδικούς τρόπους επίδοσης, που προβλέπονται από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων, τότε αυτή (επίδοση) γίνεται, κατά τις κοινές διατάξεις. Κατά το άρθρο 687 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., σε εξαιρετικά κατεπείγουσες περιπτώσεις ή όταν επίκειται άμεσος κίνδυνος, το δικαστήριο μπορεί να συζητήσει την αίτηση, χωρίς να κλητεύσει εκείνον, κατά του οποίου απευθύνεται.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι αιτήσεις για λήψη ή ανάκληση ασφαλιστικών μέτρων, μπορούν κατ' αρχήν να συζητηθούν, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις, όπως της προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεως ή της αντικατάστασης ασφαλιστικού μέτρου με εγγυοδοσία, στις οποίες η φύση των συγκεκριμένων ασφαλιστικών μέτρων δεν δικαιολογεί, κατά κανόνα, την παράλειψη της κλήτευσης.

Ο αρμόδιος, κατ' άρθρο 686 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., δικαστής, κρίνει, με επισημείωσή του, αν η συζήτηση θα διεξαχθεί με κλήση ή χωρίς κλήση του αντιδίκου, το δικαστήριο, όμως, μπορεί, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως, να αποφασίσει αλλιώς. Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται, ότι η κλήτευση του καθ' ου είναι υποχρεωτική, εφόσον ο αρμόδιος δικαστής διατάξει την κλήτευση του, ερευνάται δε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, που δικάζει την αίτηση και, σε περίπτωση μη κλητεύσεως ή μη νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του καθ' ου, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και διατάσσει τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του καθ' ου (ΑΠ 1354/2006).

Συνακόλουθα, η παράλειψη ή η ακυρότητα της επίδοσης συνεπάγονται απαράδεκτο της κλήτευσης και περαιτέρω της συζήτησης της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ή ανάκλησης (εφόσον στη συγκεκριμένη διαδικασία, έχει διαταχθεί η κλήτευση του καθ' ου), μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εάν δηλαδή η παράβαση αυτή επέφερε στο διάδικο, που την επικαλείται, βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλον τρόπο.

Για τους λόγους αυτούς, η παράλειψη της επίδοσης της αιτήσεως ασφαλιστικών, μέτρων στον καθ' ου, ενόψει και του σκοπού της επίδοσης, που έγκειται στην ενημέρωση τούτου, αναπληρώνεται (με την έννοια ότι δεν παρεμποδίζεται πλέον η πρόκληση των συνεπειών τούτων), εάν ο τελευταίος επισπεύσει αυτός τη συζήτηση, ή εάν συμμετάσχει στη συζήτηση, χωρίς να εναντιωθεί ή, εάν η εναντίωσή του απορριφθεί από το δικαστήριο, λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 159 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ..

Παράλληλα, στην ίδια περίπτωση παρέχεται στο διάδικο που δικάστηκε χωρίς να εκπροσωπείται νομότυπα το δικαίωμα ανακλήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 696 Κ.Πολ.Δ. της εκδοθείσας παράτυπα αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.106/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγοντες, ως συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, έκαστος, ενός οικοπέδου, στο δ.δ. ..., εκτάσεως 1.784,78 τ.μ., κατήρτισαν με τον εργολάβο, Ν.

Τ., σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος ανέλαβε την επί του ως άνω οικοπέδου ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομικού συγκροτήματος, αποτελούμενο από τρία κτήρια (Α-Β-Γ), καθένα των οποίων θα περιελάμβανε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες. Για το σκοπό αυτό, οι ως άνω συμβληθέντες κατήρτισαν το .../23-12-2002 "προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου-εργολαβικό" του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθυμίου Παπαγεωργίου.

Δυνάμει των άρθρων 7, 9 και 10 του ως άνω εργολαβικού, ο εργολάβος θα ελάμβανε, ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τα έξοδα κατασκευής του -Β- οικοδομικού συγκροτήματος (κτηρίου) και ειδικότερα για τις σ' αυτό ιδιοκτησίες, που θα περιέρχονταν στους ενάγοντες (οικοπεδούχους), ποσοστό 650/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, το οποίο θα κατανεμόταν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των κτηρίων Α και Γ και θα μεταβιβαζόταν, σταδιακά, από τους οικοπεδούχους (ενάγοντες), σ' αυτόν ή σε τρίτους, που αυτός θα υποδείκνυε, ανάλογα με την πορεία των εργασιών κατασκευής του Β κτηρίου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 του ως άνω εργολαβικού, όπως τούτο έχει επί λέξει "... οι ως άνω οικοπεδούχοι παρέχουν από σήμερα στον εργολάβο κατασκευαστή, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως για λογαριασμό των (οικοπεδούχων), να προβαίνει στην παροχή υποθήκης καθώς και στην παροχή προσημείωσης στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και ειδικότερα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ΠΡΩΤΟΥ (Αου) ΚΤΙΡΙΟΥ, οι οποίες θα περιέρχονται στον εργολάβο κατασκευαστή, υπογράφοντας για τον σκοπόν αυτό όλα τα σχετικά απαιτούμενα έγγραφα".

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον παραπάνω όρο του εργολαβικού, στον οποίο εκφράστηκε, κατά τρόπο σαφή, χωρίς να καταλείπεται, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία, η βούληση των συμβληθέντων μερών, οι ενάγοντες (οικοπεδούχοι) χορήγησαν στον ως άνω εργολάβο (Ν. Τ.), την ειδική πληρεξουσιότητα να συναινέσει, επ' ονόματι και για λογαριασμό τους, σε εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών του κτηρίου Α, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι τούτο θα εξυπηρετούσε και θα διασφάλιζε τα συμφέροντα τους και συγκεκριμένα τις ανάγκες ολοκληρώσεως του ως άνω έργου, όπως, άλλωστε, επικαλούνται οι ενάγοντες στην ως άνω αγωγή και τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, Ε.

Ρ.-Κ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία και πρέπει να συμπληρωθεί με την απόφαση αυτή. Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται, με το δικόγραφο της έφεσης τους, ότι η συναίνεση προς εγγραφή υποθήκης είναι ανεπίδεκτη πληρεξουσιότητας.

Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον προβάλλεται, το πρώτον, στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε περίπτωση δε, αβάσιμος, ενόψει όσων προαναφέρονται. Στη συνέχεια, καταρτίστηκε η .../2002 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων.

Με την 803/21-11-2002 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, ο ως άνω εργολάβος άρχισε την ανέγερση των κτηρίων Α και Β, ενώ, ακολούθως, εκδόθηκε η 223/1-4-2004 οικοδομική άδεια του Δήμου Ιωαννίνων, που αφορούσε στο Γ κτήριο. Δυνάμει της .../3-6-1998 έγγραφης σύμβασης πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ του ως άνω εργολάβου (Ν.

Τ.) και της εναγομένης, τραπεζικής εταιρείας, η τελευταία χορήγησε στον πρώτο πίστωση, μέχρι του ποσού των 25.000.000 δρχ. (73.367,57 ευρώ). Στη συνέχεια, με τις από 19-5-2000, 14-7-2000, 24-8-2000, 27-8-2000 και 17-9-2001 πρόσθετες πράξεις, η ως άνω συμφωνηθείσα πίστωση αυξήθηκε, τμηματικά, κατά το ποσό των 88.041,09 ευρώ και έτσι, το συνολικό ύψος αυτής ανήλθε στο ποσό των 161.408,66 ευρώ, εξυπηρετείτο δε από τον ...

τραπεζικό λογαριασμό. Με την από 23-1-2003 πρόσθετη πράξη της ιδίας ως άνω συμβάσεως, που καταρτίστηκε, μετά την ανάληψη της παραπάνω εργολαβίας, συμφωνήθηκε η αύξηση της χορηγηθείσας στο Ν. Τ. πιστώσεως, κατά το ποσό των 150.000 ευρώ, προς οικονομική υποβοήθηση του για την εκτέλεση του παραπάνω έργου. Ο ως άνω σκοπός της χορηγήσεως της τελευταίας αυτής πιστώσεως (των 150.000 ευρώ) στο Ν.

Τ. συνάγεται και από το χρόνο καταρτίσεως της σχετικής συμβάσεως (πρόσθετης πράξεως), επιβεβαιώνεται δε και από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα ανταπόδειξης, Δ. Τ., διευθυντή του υποκαταστήματος Ιωαννίνων της εναγομένης, η οποία δεν αναιρείται από τις λοιπές αποδείξεις. Εξάλλου, για την εξυπηρέτηση της τελευταίας αυτής πιστώσεως (των 150.000 ευρώ) ανοίχθηκε άλλος (δεύτερος) τραπεζικός λογαριασμός, με στοιχεία ....

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια, ήτοι ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ενέκρινε και χορήγησε την ως άνω πίστωση (των 150.000 ευρώ) στο Ν. Τ., προκειμένου αυτός να ανταποκριθεί στις οικονομικές απαιτήσεις για την ανέγερση του ανωτέρω οικοδομικού συγκροτήματος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνακόλουθα, οι αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων τυγχάνουν αβάσιμες.

Περαιτέρω και, ενόψει της καταρτίσεως της ως άνω από 23-1-2003 πρόσθετης πράξεως, η εναγομένη απαίτησε, προς εξασφάλιση της συγκεκριμένης απαιτήσεως της (150.000 ευρώ), την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ, επί ακινήτων και μάλιστα επί αυτών, τα οποία θα περιήρχοντο στον πιστούχο, οφειλέτη της, δυνάμει του προαναφερόμενου εργολαβικού, ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων και πριν από τη χορήγηση της παραπάνω πιστώσεως (των 150.000 ευρώ), η εναγομένη, με την 17-1-2003 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε, ως ασφαλιστικό μέτρο, να της επιτραπεί να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών του Α κτηρίου και συγκεκριμένα επί των υπό στοιχεία Κ1 και Κ2 καταστημάτων του ισογείου και του Α1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου του ως άνω κτηρίου, που ανήκαν μεν, κατά κυριότητα στους ενάγοντες (οικοπεδούχους), αποτελούσαν, όμως, με βάση το παραπάνω εργολαβικό, μέρος της εργολαβικής αμοιβής του οφειλέτη της, Ν.

Τ.. Την παραπάνω αίτηση της η εναγομένη απηύθυνε μόνον κατά των εναγόντων, ως τρίτων, κυρίων των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, χωρίς όμως, να τους κλητεύσει ή να τους ειδοποιήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης (22-1-2003). Τους τελευταίους, που δεν παραστάθηκαν, εκπροσώπησε ο Ν.

Τ., όπως περί τούτου γίνεται μνεία επί του ως άνω δικογράφου και στη συνέχεια, ως πληρεξούσιος τούτων (καθ' ων η αίτηση), δυνάμει του ανωτέρω εργολαβικού, συναίνεσε, για λογαριασμό τους, στην εγγραφή της προσημείωσης επί των παραπάνω ακινήτων. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι αυτή καθ' εαυτή η συναίνεση του Ν.

Τ. ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου δεν συνιστά, κατά τα προαναφερθέντα, κατάχρηση ή υπέρβαση της χορηγηθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας, όπως, ορθώς, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συνακόλουθα, οι αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων τυγχάνουν αβάσιμες. Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η 100/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση της εναγομένης.

Η τελευταία προέβη στην εγγραφή της απόφασης αυτής στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, με αριθμό .../24-1- 2003. Στη συνέχεια, όμως, με την από 22-11-2004 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στο Ν. Τ., στις 23-11- 2004, η εναγομένη κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, προέβη στο κλείσιμο τούτου και τον κάλεσε να καταβάλει, άμεσα, το οριστικό κατάλοιπο, συνολικού ποσού 326.514,32 ευρώ.

Ενόψει, όμως, του ότι αυτός ουδέν κατέβαλε, εκδόθηκε, μετά από αίτηση της εναγομένης κατ' αυτού (Ν. Τ.), η 147/30-11-2004 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία διατάχθηκε ο καθ' ου να καταβάλει στην αιτούσα (νυν εναγομένη) το συνολικό ποσό των 326.514,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρις εξοφλήσεως, πλέον των εξόδων, ποσού 8.374 ευρώ.

Κατά της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, που επιδόθηκε στον καθ' ου, στις 2-12-2004, όπως αποδεικνύεται από την .../2-12-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, αυτός άσκησε την από 21-12-2004 (468/2004) ανακοπή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Το Δικαστήριο αυτό απέρριψε την ανακοπή, με την 73/2009 οριστική απόφαση του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, με συνέπεια, η ως άνω Διαταγή Πληρωμής να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου και να καταστεί, εντεύθεν, τίτλος εκτελεστός, κατ' άρθρο 904 παρ.2 περ.ε' του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, στις 9-2-2005, 7-2-2005 και 10-2-2005, η εναγομένη επέδωσε ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, αντίστοιχα, σε καθένα των εναγόντων-εκκαλούντων, ως υπόχρεων έναντι αυτής, κατ' άρθρο 1294 Α.Κ., δυνάμει της προαναφερόμενης 100/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία αυτοί παραχώρησαν υπέρ της εναγομένης-εφεσίβλητης προσημείωση υποθήκης στα ως άνω ακίνητα τους, προς εξασφάλιση της απαίτησης της κατά του Ν.

Τ., για την οποία (απαίτηση) εκδόθηκε σε βάρος του η εν λόγω Διαταγή Πληρωμής και ο οποίος επιτάχθηκε να της καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το συνολικό ποσό των 337.022,32 ευρώ. Από τα παραπάνω, τα οποία διατυπώθηκαν στις αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη-εφεσίβλητη, σαφώς συνάγεται ότι αυτή προέβη στην άσκηση εμπράγματης υποθηκικής αγωγής κατά των εναγόντων, με την κατ' αυτών επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, με βάση τίτλο εκτελεστό, ήτοι την ως άνω Διαταγή Πληρωμής, κατά τα στην ως άνω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.

Στη συνέχεια, με επιμέλεια και επίσπευση της εναγομένης και, δυνάμει της .../11-4-2005 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …, κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα ως άνω ακίνητα των εναγόντων, ήτοι τα Κ-1 και Κ-2 καταστήματα του ισογείου του Α κτηρίου, η αξία καθενός των οποίων εκτιμήθηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ, προκειμένου να εκτεθούν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, που ορίστηκε για τις 8-6-2005, για την ικανοποίηση της ως άνω χρηματικής απαίτησης της εναγομένης (επισπεύδουσας) κατά του οφειλέτη της (Ν.

Τ.), περιοριζόμενης, όμως, στο ποσό των 180.000 ευρώ, μέχρι το οποίο, άλλωστε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη 100/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες ευθύνονταν εμπραγμάτως. Η .../22-4-2005 περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας επιδόθηκε, νομίμως, στους ενάγοντες, γεγονός, το οποίο ομολογούν και οι ίδιοι, καθ' υποφορά, με την αγωγή τους.

Με την 1211/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε, μετά από αίτηση του οφειλέτη της εναγομένης, Ν. Τ., διατάχθηκε η διόρθωση της αξίας των άνω κατασχεθέντων ακινήτων των εναγόντων, που ορίστηκε στο ποσό των 80.000 ευρώ για το καθένα εξ αυτών καθώς και της τιμής πρώτης προσφοράς τούτων, που ορίστηκε στο ποσό των 40.000 ευρώ για το καθένα, ως ημερομηνία δε διενέργειας του πλειστηριασμού ορίστηκε η 20η Ιουλίου 2005.

Μετά ταύτα, επιδόθηκε στους ενάγοντες η .../13-6-2005 Α' επαναληπτική περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας. Εν τω μεταξύ, οι ενάγοντες, με την από 6-6-2005 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση-πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στο Ν. Τ., στις 10-6-2005, κήρυξαν αυτόν έκπτωτο, λόγω της εκ μέρους του παραβάσεως των υπό του άρθρου 13 του προαναφερόμενου εργολαβικού προθεσμιών παραδόσεως σ' αυτούς των οριζοντίων ιδιοκτησιών του κτηρίου Β.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το όρο αυτό, παρέμεναν στην αποκλειστική κυριότητα των οικοπεδούχων (εναγόντων), ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση υπέρ αυτών, τα μη μεταβιβασθέντα, μέχρι του χρόνου εκπτώσεως, ποσοστά του εργολαβικού ανταλλάγματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα ως άνω αναγκαστικώς κατασχεθέντα ακίνητα.

Τελικά, όμως, στις 20-7-2005, έλαβε χώρα ο αναγκαστικός πλειστηριασμός των εν λόγω αναγκαστικώς κατασχεθέντων ακινήτων των εναγόντων, τα οποία κατακυρώθηκαν στην εναγομένη, ως υπερθεματίστρια, αντί των ποσών των 48.000 ευρώ για το Κ-1 κατάστημα και των 46.500 ευρώ αντί του Κ-2 τοιούτου, συνταγείσας προς τούτο της .../20-7-2005 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και της .../29-7-2005 περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτων της ως άνω Συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.

Πρέπει να επισημανθεί, ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες δεν προσέβαλαν, με ανακοπή, οποιαδήποτε πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, που επισπεύσθηκε σε βάρος των ως άνω ακινήτων τους και ολοκληρώθηκε δια του αναγκαστικού πλειστηριασμού τούτων. Στη δίκη αυτή, όμως, αμφισβητούν την εγκυρότητα της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης, προσβάλλοντας την προαναφερόμενη 100/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων αλλά και την από 17-1-2003 αίτηση της εναγομένης κατ' αυτών -επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή- δυνάμει της οποίας αυτοί κατέστησαν εμπραγμάτως υπόχρεοι έναντι της εναγομένης, αποδίδοντας, μάλιστα, στους υπ' αυτής προστηθέντες, παράνομες πράξεις και παραλείψεις.

Ειδικότερα, με το σχετικό λόγο της υπό κρίση έφεσης, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες παραπονούνται ότι, η εκκαλούμενη απόφαση, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, έκρινε ότι τόσον η από 17-1-2003 αίτηση της εναγομένης κατ' αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, όσον και η επ' αυτής εκδοθείσα 100/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία επιτράπηκε στην εναγομένη-εφεσίβλητη να εγγράψει προσημείωση υποθήκης, επί των ως άνω ακινήτων τους, είναι υποστατές, ενώ έπρεπε ν' αποφανθεί ότι αυτές είναι ανίσχυρες και συνεπώς ανυπόστατες, για το λόγο ότι αυτοί δεν κατέστησαν, νομίμως διάδικοι στη δίκη αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, αφού δεν κλητεύθηκαν, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως της εναγομένης κατ' αυτών, ενώ, επιπρόσθετα εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από μη δικηγόρο, ήτοι το Ν.

Τ., ο οποίος και συναίνεσε, για λογαριασμό τους, στην εγγραφή της προσημείωσης. Όπως ήδη προεκτέθηκε, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες δεν κλητεύθηκαν ούτε ειδοποιήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, προκειμένου να παρασταθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά τη συζήτηση της από 17-1-2003 αίτησης της εναγομένης-εφεσίβλητης κατ' αυτών, στις 22-1-2003, ενώ, επιπλέον, αυτοί εκπροσωπήθηκαν από μη δικηγόρο, ήτοι από το Ν.

Τ., ο οποίος, κάνοντας χρήση της προαναφερόμενης πληρεξουσιότητας, συναίνεσε, για λογαριασμό τους, στην εγγραφή προσημείωσης σε βάρος των ως άνω ακινήτων τους. Πλην όμως, τόσον η έλλειψη κλήτευσης των εναγόντων (καθ' ων), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όσον και η εκπροσώπηση τους από μη δικηγόρο διέλαθαν του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο, με την 100/2003 απόφαση του, έκανε δεκτή την αίτηση της εναγομένης και της επέτρεψε να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, κυριότητας των εναγόντων.

Τούτο είχε ως άμεση συνέπεια να καταστούν αυτοί (ενάγοντες-εκκαλούντες), ως τρίτοι, κύριοι των προσημειωθέντων ακινήτων, εμπραγμάτως υπόχρεοι έναντι της εναγομένης-εφεσίβλητης, η οποία και επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, η οποία ολοκληρώθηκε με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό των κατασχεθέντων.

Πλην όμως, τόσον η αίτηση όσον και η ως άνω απόφαση δεν κατέστησαν ανίσχυρες, αφού η έλλειψη κλήτευσης και η μη νομότυπη εκπροσώπηση τους δεν αποτελούν προϋποθέσεις του υποστατού αυτών, κατά τα στις ανωτέρω μείζονες σκέψεις εκτεθέντα. Εξάλλου, η βλάβη, που υπέστησαν οι ενάγοντες από την παραπάνω απόφαση μπορούσε να επανορθωθεί με την εκ μέρους τους άσκηση της κατ' άρθρο 696 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

αίτησης ανακλήσεως. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, καταρχήν, οι ενάγοντες-εκκαλούντες αγνοούσαν την έκδοση της ως άνω απόφασης, δεδομένου ότι δεν κοινοποιήθηκε σ' αυτούς από την εναγομένη, ενώ, ούτε ο Ν. Τ. τους ενημέρωσε σχετικά. Στη συνέχεια, όμως, έλαβαν γνώση της έκδοσης της παραπάνω απόφασης και του περιεχομένου της, με τη σ' αυτούς επίδοση, στις 9-2-2005, 10-2-2005 και 7-2-2005, αντίστοιχα, αντιγράφου εξ απογράφου της προαναφερόμενης 147/2004 Διαταγής Πληρωμής, στη συνέχεια δε, στις 25-4-2005, της .../2005 περίληψης της .../11-4-2005 εκθέσεως κατασχέσεως των ως άνω ακινήτων τους και στις 13-6-2005, της .../2005 Α' επαναληπτικής περίληψης της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης.

Εξάλλου, η προαναφερόμενη μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε, ρητά, ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες έλαβαν γνώση της παραπάνω απόφασης (100/2003), το έτος 2005. Είχαν, λοιπόν, οι ενάγοντες-εκκαλούντες το χρονικό περιθώριο, μέχρι την ολοκλήρωση της σε βάρος τους εκτελεστικής διαδικασίας, να επανορθώσουν τη βλάβη, που υπέστησαν, προσβάλλοντας την απόφαση αυτή και διώκοντας την ανάκληση της.

Πλην όμως, αυτοί αδράνησαν, όχι, λόγω άγνοιας ή του πανικού, που τους προξένησε η αντισυμβατική συμπεριφορά του ως άνω εργολάβου, όπως αβάσιμα επικαλούνται, αλλά γιατί, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε, επέλεξαν, ως την καλύτερη γι' αυτούς λύση, σύμφωνα με τη συμβουλή του νομικού τους παραστάτη, στον οποίο και προσέτρεξαν, την κήρυξη του εργολάβου ως εκπτώτου και την αντιμετώπιση και επίλυση των λοιπών προβλημάτων, που είχαν ανακύψει (καταβολή οφειλών στο Ι.Κ.Α, αποπεράτωση της οικοδομής τους κλπ).

Η δια της παραπάνω αγωγής τους, όψιμη επίκληση ότι έλαβαν γνώση της προαναφερόμενης απόφασης (100/2003), το έτος 2006, με συνέπεια η άσκηση αιτήσεως ανακλήσεως της να καθίσταται άνευ αντικειμένου, δεν επιβεβαιώνεται από τις αποδείξεις. Επομένως, εφόσον οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες δεν εναντιώθηκαν στην ως άνω απόφαση, παρότι είχαν το χρονικό περιθώριο μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού, δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας, ως προς την εκ μέρους της εναγομένης-εφεσίβλητης απόκτηση νομίμου τίτλου (ήτοι της ως άνω δικαστικής απόφασης) για την εγγραφή της προσημείωσης επί των προαναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών, προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεως της κατά του οφειλέτη της.

Τα παραπάνω δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, έστω και με ελλιπή και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί και να διορθωθεί με την απόφαση αυτή και, συνακόλουθα, οι αντίθετες αιτιάσεις των εκκαλούντων τυγχάνουν αβάσιμες. Με τα δεδομένα αυτά, δεν θεμελιώνεται αξίωση για αποζημίωση των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση τους, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της σε βάρος των ως άνω ακινήτων τους αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ, άλλωστε, αυτοί δεν βάλλουν, περαιτέρω κατά των κατ' ιδίαν διαδικαστικών πράξεων αυτής, οι οποίες δεν προσβλήθηκαν με την ανακοπή του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, ορθώς έκρινε και οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης τυγχάνουν αβάσιμοι".

Το Εφετείο με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει αυτοί , (και με την οποία επικαλούμενοι παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της εναγομένης Τράπεζας, διοικητικών στελεχών και πληρεξουσίων Δικηγόρων, κατά τη διαδικασία της εις βάρος τους αναγκαστικής εκτελέσεως, που επέσπευσε η τελευταία με βάση απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και στη συνέχεια τίτλο παρατύπως και ακύρως αποκτηθέντων, με συνέπεια να υποστούν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, ζήτησαν την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 940 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., 211, 216, 217, 298, 299, 330 εδ.

β' , 914, 919, 926, 932, 1265, 1276 έως 1290, 1291, 1292, 1294, 1323 αρ.2, 1330 του Α.Κ., 29, 41 και 56 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., καθόσον τα' ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν κλητεύθηκαν ούτε ειδοποιήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο προκειμένου να παρασταθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά τη συζήτηση της από 17-1-2003 αίτησης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης κατ' αυτών, στις 22-1-2003, 2) Ότι αυτοί εκπροσωπήθηκαν από μη δικηγόρο, ήτοι από το Ν.

Τ., οφειλέτη της αναιρεσίβλητης, ο οποίος, κάνοντας χρήση της προαναφερόμενης πληρεξουσιότητας, συναίνεσε, για λογαριασμό τους, στην εγγραφή προσημείωσης σε βάρος των ως , άνω ακινήτων τους. 3) Ότι τόσον η έλλειψη κλήτευσης των αναιρεσειόντων, και τότε καθών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όσον και η εκπροσώπηση τους από μη δικηγόρο διέλαθαν του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο, με την 100/2003 απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση της εναγομένης αναιρεσίβλητης και της επέτρεψε να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, κυριότητας των εναγόντων 4) Ότι τούτο είχε ως άμεση συνέπεια να καταστούν αυτοί (ενάγοντες-εκκαλούντες) αναιρεσείοντες, ως τρίτοι, κύριοι των προσημειωθέντων ακινήτων, εμπραγμάτως υπόχρεοι έναντι της εναγομένης-εφεσίβλητης, η οποία και επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, η οποία ολοκληρώθηκε με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό των κατασχεθέντων, 5) Ότι η έλλειψη κλήτευσης και η μη νομότυπη εκπροσώπηση τους που ήταν γνωστά στους προστηθέντες της αναιρεσίβλητης Τράπεζας δεν προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες με επίκληση της αντίστοιχης ακυρότητας. 6) Ότι η βλάβη, που υπέστησαν οι ενάγοντες από την παραπάνω απόφαση, μπορούσε να επανορθωθεί με την εκ μέρους τους άσκηση της κατ' άρθρο 696 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

αίτησης ανάκλησης της απόφασης, παρείχαν στους αναιρεσείοντες την μετά παρεμπίπτουσα κρίση επί των πιο πάνω ακυροτήτων που μεσολάβησαν, άσκηση των ένδικων αγωγικών αξιώσεων από την επικαλούμενη αδικοπρακτική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης εναγομένης.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με την από 12-3-2013 εισήγηση κατ' άρθρ.562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, όπου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 106/2012 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ