1462/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1462/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28§§1, 2 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1462/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου Δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ" Ν. Άρτας, που εδρεύει στο Βουργαρέλι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τζουμάκα που δήλωσε ότι ο δήμος μετονομάστηκε σε Δήμο Κεντρικών Τζουμέρκων.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Β. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ.ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο.
κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ακόμη, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ.2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ.ΑΠ 7/2001, 8/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1225/2008).
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και του άρθρου μόνου της υπ' αριθμ. 2054839/454/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ.
έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δρχ. (440.20€) υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός (ΑΠ 322/2010, ΑΠ 1694/2009). Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του πιο πάνω Ν.Δ/τος κατά το οποίο "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνον, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή (Ολ.ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1378/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, στη από 28-12-2004 ένδικη αγωγή, ιστορούνται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, τα εξής: Ο εναγόμενος Δήμος δια του τότε Δημάρχου του Α. Γ. συνήψε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1999 έως 2002 με τον ενάγοντα, ο οποίος ήτο πολιτικός μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων, 18 συμβάσεις έργου, οι οποίες ανεφέροντο στην εκτέλεση δημοτικών έργων για την ανάπτυξη του Δήμου και στην εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοίκων της περιοχής.
Οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν προφορικώς, ο δε ενάγων εξετέλεσε και παρέδωσε στον Δήμο όλα τα έργα, τα οποία προσδιορίζει με την αγωγή του λεπτομερώς κατ' είδος, ποσότητες, χρόνον κατασκευής και παραδόσεως. Επί πλέον, ο ενάγων προσδιορίζει στην αγωγή του τις συμφωνηθείσες με τον Δήμαρχο προφορικώς τιμές ανά μονάδα έργου και εργασίες, ως και το συμφωνηθέν εργολαβικό όφελος, το οποίο ανήρχετο σε ποσοστό 18% επί του συνόλου των δαπανών εκάστου έργου.
Τέλος, ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του και τα εξής: "Η ανάθεση σε μένα και εκτέλεση των άνω Δημοτικών έργων έγινε από τον τότε Δήμαρχο Αθαμανίας Α. Γ. προφορικά χωρίς να συναφθούν ΕΓΚΥΡΕΣ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ και υπογραφούν τα απαραίτητα ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑΣ και κινηθούν οι απαραίτητες Δημοτικές διαδικασίες προς νομιμοποίηση λόγω της κατεπείγουσας προς αποφυγή της γραφειοκρατίας διαδικασίας και της ταχύτερης απορρόφησης υπαρχόντων πόρων που κινδύνευαν να χαθούν και προς ανακούφιση των κατοίκων της περιοχής διότι τα έργα αυτά ήταν απαραίτητα για την ανάπτυξη του Δήμου και την εξυπηρέτηση άμεσων αναγκών των κατοίκων της περιοχής.
Έλαβα όμως την διαβεβαίωση από τον Δήμαρχο, ότι αμέσως μετά την εκτέλεση των έργων θα κινούσε την διαδικασία για την νομιμοποίησή μου για να μπορέσω να εισπράξω τα οφειλόμενα χρήματα ... με αποτέλεσμα ο νέος Δήμαρχος που εξελέγη με τις εκλογές 2002 ... να μην είναι σε θέση να μου καταβάλει τα οφειλόμενα και να μου συστήσει να καταφύγω δικαστικώς προς είσπραξη της απαιτήσεώς μου σύμφωνα με τον νόμον.
Συνεπεία των ανωτέρω ο εναγόμενος Δήμος Αθαμανίας τυγχάνει υπεύθυνος και υπαίτιος καταβολής σε μένα του οφειλόμενου ποσού των 163.570,70 € ως φορέας των έργων και λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι ο Δήμος Αθαμανίας ως Ν.Π. κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος μου κατά το ως άνω ποσόν διότι το εναγόμενον παρέλαβε τα ως άνω εκτελεσθέντα έργα το οφέλη των οποίων απολαμβάνουν οι κάτοικοι του Δήμου Αθαμανίας αφού εάν είχε καταρτισθεί έγκυρη εργολαβική σύμβαση θα είχε καταβάλει το άνω ποσόν σε μένα ή έτερον εργολάβο κατασκευαστή νομίμως προσλαμβανόμενον και δέον όπως υποχρεωθεί το εναγόμενον εις την καταβολήν των οφειλόμενων δια της εκδοθησομένης αποφάσεως.
Επειδή εν προκειμένω ελλείπει η έγκυρος εργολαβική σύμβαση και θεωρείται άκυρη η μη καταρτισθείσα κατά τους υπό των οικείων νόμων προβλεπομένους τύπους οπότε εργολάβος που εκτέλεσε τα έργα δεν έχει ευθεία εκ της συμβάσεως αγωγή κατά του Δήμου αλλά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ...". Ζητεί δε εν τέλει ο ενάγων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος, να καταβάλει σε εκείνον, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής το συνολικό ποσόν των 163.570,70 €.
Με τα ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στην αρχή σκέψεις, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις έργου, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι αναγκαίοι κατά τον νόμον έγγραφος τύπος και προϋποθέσεις.
Οι εν λόγω συμβάσεις ρυθμίζονται σε περίπτωση εγκυρότητάς των από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον δεν περιελάμβαναν όρους οι οποίοι επέτρεπαν στον εναγόμενο Δήμο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διήποντο από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Το γεγονός δε, ότι το άρθρο 5§4 Π.Δ. 609 της 24/31-12-1985 ("Κατασκευή δημοσίων έργων"), το οποίο εξεδόθη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και το οποίο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21§5 Π.Δ. 171/15-5/2-6-1987 εφαρμόζεται σε θέματα έργων τα οποία εκτελούνται και από τους Ο.Τ.Α., επιτάσσει το εργολαβικό όφελος να ορίζεται σε ποσοστό 18%, ουδεμία ασκεί επιρροή στην ένδικη υπόθεση όχι μόνον επειδή στην προκειμένη περίπτωση συνεφωνήθη το ίδιο ποσοστό μεταξύ των διαδίκων, αλλά και επειδή παρόμοιες ρήτρες προσιδιάζουν και σε συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών (πρ.βλ.
Α.Ε.Δ. 12/2007). Επομένως το Εφετείο, το οποίο δικάζον επί της αγωγής αυτής έκρινε, ότι η ως άνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι τα Πολιτικά Δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής, απορρίψαν ως αβάσιμη την περί της ελλείψεως δικαιοδοσίας αυτού ένσταση του εναγομένου Δήμου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με την εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται κατά νόμον για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο εξετέθη ήδη ανωτέρω, περιέχει όλα τα από τον νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την θεμελίωσή της στις ως άνω διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Συνεπώς, είναι ως προς όλα τα στοιχεία της ορισμένη και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και διέλαβε σαφείς και πλήρεις περί αυτού αιτιολογίες και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 14 έβδομος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις προφορικές συμβάσεις ... μεταξύ του τότε Δημάρχου του εκκαλούντος Δήμου, ως νομίμου εκπροσώπου του και του εφεσιβλήτου, εργολάβου δημοσίων έργων, ο τελευταίος ανέλαβε και εκτέλεσε, έναντι αμοιβής, για λογαριασμό του εκκαλούντος, στα διάφορα δημοτικά διαμερίσματα αυτού, τα παρακάτω έργα οδοποιίας κλπ οικοδομικά έργα ...
συνολικής αξίας όλων των ανωτέρω έργων 158.682,93 ευρώ. Ο εκκαλών, αν και παρέλαβε τα έργα αυτά, δεν κατέβαλε στον εφεσίβλητο την παραπάνω αξία τους. Με την ενέργεια του αυτή, μη καταβάλλοντας δηλαδή στον εφεσίβλητο το παραπάνω ποσό που συμφωνήθηκε ως αμοιβή του για τα ανωτέρω έργα του, έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εφεσίβλητου.
Και Τούτο, αφενός μεν γιατί, ο εφεσίβλητος προσέφερε τα εν λόγω έργα και αφετέρου διότι η αξία των έργων αυτών αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό που συμφωνήθηκε, ενώ το ποσό τούτο θα κατέβαλε ο εκκαλών σε οποιοδήποτε άλλον για την εκτέλεση των ίδιων ανωτέρω έργων. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι για τα έργα που αναφέρονται παρακάτω ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται αμοιβή, όπως ζητά με την αγωγή του, διότι πρόκειται για έργα που έχουν εκτελέσει τρίτοι, τους οποίους έχει ήδη πληρώσει ή για έργα που εκτέλεσε ο αντίδικος του, για τα οποία, όμως, αυτός έχει ήδη εξοφληθεί με τα παραστατικά που επικαλείται, είναι αβάσιμος, διότι πρόκειται για έργα διάφορα από εκείνα, για τα οποία ο εφεσίβλητος ζητά αμοιβή με την αγωγή του ...".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε και καθιστούν εφικτόν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.
ως προς όλα τα ζητήματα και ειδικότερα ως προς αυτά στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, ήτοι όσον αφορά α') το από 18% εργολαβικό όφελος επί του συνόλου των δαπανών κάθε έργου, β') την παραλαβή των έργων από τον αναιρεσείοντα και γ') την απόρριψη του λόγου εφέσεως περί εξοφλήσεως των έργων με αριθμούς στην αγωγή 2, 3, 7, 8, 10 έως 14 και 16.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος, τέταρτος και ένατος ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται κατά το άρθρο 352§2 Κ.Πολ.Δ. ελευθέρως, από έγγραφο το οποίο επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (Α.Π. 1465/1997).
Εξ άλλου, από τα άρθρα 245 και 411 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στην δυνητική και κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου εναπόκειται να διατάξει για την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για την παροχή διευκρινίσεων καθώς και των μαρτύρων προς συμπλήρωση των καταθέσεών των και όταν ακόμη υποβληθεί σχετική αίτηση του διαδίκου.
Αυτό σημαίνει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο της ουσίας απορρίψει τέτοια αίτηση του διαδίκου, η κρίση αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς ούτε με λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 148/1994, Α.Π. 1076/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και μνημονεύει ιδιαιτέρως την με ημερομηνία 9-4-2003 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου, από την οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, συνάγεται εξώδικη ομολογία εκείνου.
Επομένως, ο ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ είναι απαράδεκτος ο ίδιος λόγος κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των μαρτύρων στο ακροατήριο για την παροχή διευκρινίσεων.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11β', γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν ελήφθησαν υπόψη αποδείξεις μη προσκομισθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εσχημάτισε την δικανική πεποίθησή του, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Κ. Κ. του εφεσιβλήτου και Π. Β. Σ. του εκκαλούντος, που εξετάστηκαν ενόρκως, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα 46/2006 πρακτικά του ανωτέρω Δικαστηρίου, από την από μηνός Ιουνίου 2007 έκθεση του πραγματογνώμονα Ι.
Π., ο οποίος διορίσθηκε με την 81/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ... από τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. Τ. .../21-2-2006 στη συμβολαιογράφο Άρτας Φρειδερίκη Μόσιαλου, Ξ. Γ.Σ. .../4-2-2010, Α. Σ.Φ. .../4-2-2010 στην Ειρηνοδίκη Άρτας, τις οποίες νόμιμα προσκομίζει, τις δύο τελευταίες για πρώτη φορά στη δίκη αυτή και επικαλείται ο εφεσίβλητος και Ι.
Λ. Μ. .../15-5-2008, Δ. Κ. Κ. .../18-1-2010, Α. Γ. Τ. .../18-1-2010 και Δ. Β. Κ. .../2-3-2010 στην Ειρηνοδίκη Άρτας, τις οποίες προσκομίζει, τις τρεις τελευταίες για πρώτη φορά στη δίκη αυτή και επικαλείται ο εκκαλών και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση εκατέρωθεν ... και από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...".
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα ως μη ληφθείσες υπόψη ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ενώ δεν έλαβε περαιτέρω υπόψη μη προσκομισθείσες αποδείξεις και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες όγδοος και ένατος κατά το δεύτερο σκέλος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Δικαστήριο εσχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εσχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στην απόφασή του και αναφερόμενα στην αμέσως προηγουμένη παράγραφο αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα έχοντα σχέση με το συμφωνηθέν ποσοστό του εργολαβικού οφέλους (18%) και με την παραλαβή από τον Δήμο των εκτελεσθέντων έργων και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρον 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα τα οποία πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008 Ελλ.Δ. 49.374).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων α') 9 αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αθαμανίας, β') του πρακτικού δημοπρασίας και γ') 10 ιδιωτικών συμφωνητικών αναθέσεως έργων, από τα οποία προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι τα υπό στοιχεία 2, 3, 7, 8, 10 έως 14 και 16 έργα της επίδικης αγωγής έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, συνεκτίμησε αυτά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως, το Εφετείο ερεύνησε τον, αναφερόμενο στον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, πρόσθετον λόγον εφέσεως, ο οποίος ανεφέρετο στην δεξαμενή υδρεύσεως στην θέση "Κοντογεωργεΐκα" (έργο υπό στοιχείον θ' στην απόφαση του Εφετείου) και κατέληξε (το Εφετείο) σε αντίθετο από τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, ήτοι ότι το έργο κατασκευάσθηκε και παραδόθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο Δήμο και επεδίκασε για το έργο αυτό συνολική αμοιβή 9.944,12 ευρώ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. σχετικός ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28§§1, 2 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 169/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ