Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, citing good faith and estoppel principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court of First Instance's decision rejecting a property ownership claim. The court found that the appellant had previously built a fence and gate on the disputed land without objection, leading the respondent to reasonably believe no rights would be asserted. Consequently, the court ruled that the appellant's subsequent legal action constituted an abuse of right, violating good faith and social ethics. The appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 569 of the Code of Civil Procedure; The court holds that a subsequent assertion of a right, after the other party has acted in good faith based on a reasonable belief that the right would not be claimed, constitutes an abuse of right and violates good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1462 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1462/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυόμενου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Λ, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δέλιο.
Του αναιρεσείοντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρτσιούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2008 αίτησή της και με τους από 21-12-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 εδ. α'ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Εξ άλλου, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 577 παρ.2 ΚΠολΔ) Περαιτέρω, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έγκυρη γένεση και διεξαγωγή της δίκης, περιλαμβάνεται και η ικανότητα προς το δικολογείν, περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 94 ΚΠολΔ.
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος απαιτείται να έχει την ικανότητα προς επιχείρηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξης, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954).
Αν επομένως κατατεθούν πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από διάδικο κατ'αποφάσεως με δικηγόρο που δεν επιτρεπόταν από τον Κώδικα περί Δικηγόρων να τους καταθέσει, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, ανεξάρτητα από βλάβη του αντιδίκου και το απαράδεκτο αυτό δεν αίρεται από την εκ των υστέρων συμμετοχή του καταθέσαντος τους λόγους αυτούς στη σχετική δίκη, προς υποστήριξή τους.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του Ν.Δ 3026/1954, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 7 του Ν.723/1977, διαρκούσης της ασκήσεως ο ασκούμενος δύναται να παρίσταται ενώπιον του Πταισματοδικείου, του Μονομελούς Πλημμελειο-δικείου και του Ειρηνοδικείου, προκειμένου περί ενόρκων βεβαιώσεων του άρθρου 671 του ΚΠολΔ και περί διαφορών διαδικασίας των άρθρων 737, 738 παρ.2 ΚΠολΔ.
Τη εγγράφω εντολή του παρ'ω ασκείται Δικηγόρου δύναται ο ασκούμενος να παρίσταται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, ενώ κατά το άρθρο 27 του ως άνω Ν.Δ/τος το δικαίωμα προς άσκησιν του Δικηγορικού λειτουργήματος άρχεται από της εγγραφής εν των μητρώω του Συλλόγου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ασκούμενος δικηγόρος, μέχρι το διορισμό του ως δικηγόρου, έχει τη δυνατότητα να παρίσταται μόνο στα αναφερόμενα ως άνω στο άρθρο 10 του Ν.Δ. 3026/1954 δικαστήρια, ενώ δεν επιτρέπεται σε αυτόν η κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης στη γραμματεία του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, οι κρινόμενοι από 10-12-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της 43/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, οι οποίοι κατατέθηκαν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου από τον ασκούμενο δικηγόρο Ευάγγελο Μαρμάρου, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. ... έκθεση κατάθεσης αυτών της γραμματέως του Αρείου Πάγου ..., είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, που ερευνάται άλλωστε και αυτεπαγγέλτως.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για το ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 33/2005, 7/2002, 8/2001, 19/1998, 17/1995).
Εξ άλλου, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του ουσιαστικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άσκησή της (Ολ ΑΠ 7/2006).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι κυρία ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην περιοχή του χωριού ..., επιφανείας 350 τ.μ και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο του εναγομένου, περιήλθε δε σ' αυτήν από δωρεά του αδελφού της ..., δυνάμει του ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Τσάτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών. Ο εναγόμενος είναι κύριος ενός οικοπέδου μετά των εντός αυτού κτισμάτων, επιφανείας 800 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στα ανατολικά του ανωτέρω ακινήτου της ενάγουσας και περιήλθε σ' αυτόν δια μεταβιβάσεως του από τον πατέρα αυτού, ..., αιτία γονικής παροχής δυνάμει του με αριθμό ...
συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου, Αθανασίου Γάγαλη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του προαναφερθέντος Υποθηκοφυλακείου. Τμήμα εκ του ανωτέρω ακινήτου της ενάγουσας επιφανείας 48,80 τμ, το οποίο βρίσκεται στη νότια πλευρά του ακινήτου και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 12,20μ. με το συνεχόμενο ακίνητο της ενάγουσας, ανατολικά σε πλευρά 4μ.
με το ανωτέρω ακίνητο του εναγόμενου, νότια σε πλευρά 12,50μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας Φ και δυτικά σε πλευρά 4μ. με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, είχε παραχωρηθεί προ του έτους 1997 από την ενάγουσα για να χρησιμοποιείται ως δίοδος από τον εναγόμενο για να εισέρχεται στο οικόπεδο του, ενώ η ίδια (ενάγουσα) αποξενώθηκε από κάθε δικαίωμα σ' αυτό, έτσι ώστε να έχει εδραιωθεί μέσα της η πεποίθηση ότι η επιφάνεια του οικοπέδου της ανέρχεται σε 303,79 τ.μ.
και όχι 350 τ.μ., όπως εκτίθεται στον τίτλο κτήσης αυτής. Η παραχώρηση της ανωτέρω λωρίδας στον εναγόμενο είναι σαφές ότι επήλθε, διότι χαρακτηριστικά η ενάγουσα ζήτησε το έτος 1997 να βεβαιωθεί από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ... σχετικό πιστοποιητικό, ότι η επιφάνεια του οικοπέδου της (ενάγουσας) ανέρχονταν σε 303,79 τ.μ., μολονότι από τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης προέκυπτε ότι η έκταση του οικοπέδου της ανέρχονταν σε 350 τ.μ. (βλ.
με αριθμό ... πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας .., Τ). Επιπλέον, η προσάρτηση της ανωτέρω λωρίδας στο προς ανατολάς όμορο ακίνητο του εναγόμενου ήταν τόσο αναμφισβήτητη ώστε να ζητείται από τον εναγόμενο να βεβαιωθεί από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ..., Τ, σε σχετικό πιστοποιητικό ότι το ακίνητο αυτό από την δυτική του πλευρά συνορεύει με Κοινοτικό δρόμο πλάτους 6μ., ακίνητο αδελφών Φ, με ακίνητο Χ (ενάγουσας) και με ακίνητο Κ (βλ.
με αριθμό ... πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ..., Τ), δηλαδή ότι η προαναφερόμενη λωρίδα των 48,80 τ.μ. αποτελεί τμήμα του ακινήτου του εναγόμενου, αφού τμήμα εκ της δυτικής πλευράς του ακινήτου φθάνει έως τον Κοινοτικό δρόμο πλάτους 6μ., ενώ αν το τμήμα αυτό δεν περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία του εναγόμενου, το ακίνητο του από την δυτική πλευρά θα συνόρευε μόνο με οικόπεδο Φ και με οικόπεδο Χ(ενάγουσας), καθώς και με οικόπεδο Κ, όπως εξάλλου, αναφερόταν στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης αυτού.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τόσο η ενάγουσα, όσο και ο εναγόμενος προέβησαν σε ανοικοδόμηση των οικοπέδων τους, τα οποία αμφότεροι εμφάνισαν με την ανωτέρω μορφή (ήτοι με υπάρχουσα δίοδο πλάτους 4 μέτρων προς νότο του οικοπέδου της ενάγουσας, η οποία δίοδος φέρετο ότι είναι μέρος του οικοπέδου του εναγομένου) στην Πολεοδομία Γρεβενών για την έκδοση των σχετικών οικοδομικών αδειών, αναθέτοντας την υπόθεση στον πολιτικό μηχανικό Π (βλ.
με αριθμό ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Γρεβενών και με χρονολογία 1999 τοπογραφικό του οικοπέδου της ενάγουσας που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός, Μ καθώς και με χρονολογία 1977 τοπογραφικό του οικοπέδου του εναγομένου που συνέταξε ο ίδιος πολιτικός μηχανικός). Στη συνέχεια, ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός προέβη αρχικά, σε ανέγερση διώροφης οικοδομής στο οικόπεδο του εναγόμενου, η οποία άρχισε το έτος 1999 και ολοκληρώθηκε το έτος 2001 και κατόπιν σε ανέγερση διώροφης οικίας ,με υπόγειο στο οικόπεδο της ενάγουσας.
Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι κατά την ανέγερση της διώροφης οικοδομής στο οικόπεδο του εναγόμενου η θέση του (στεγασμένου) χώρου για την στάθμευση αυτοκινήτων (γκαράζ) της οικοδομής επιλέχτηκε και κατασκευάστηκε με κριτήριο την επίδικη έκταση έτσι ώστε η είσοδος -έξοδος αυτού να βρίσκεται προς την επίδικη έκταση, την οποία θεωρούσε ο εναγόμενος οριστικά παραχωρηθείσα σ' αυτόν) και πράγματι την χρησιμοποιούσε ο ίδιος με διάνοια κυρίου.
Η ενάγουσα δε, ουδέποτε αντέδρασε, μολονότι η κατασκευή του γκαράζ ολοκληρώθηκε υπό τα όμματα αυτής εδραιώνοντας έτσι την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι και η ίδια θεωρεί ότι η επίδικη έκταση έχει προσαρτηθεί στην ιδιοκτησία του εναγόμενου και ότι ουδέποτε θα εγείρει δικαιώματα σ' αυτή. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω μηχανικός προέβη στην ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο της ενάγουσας, κατασκευάζοντας και τοιχείο περίφραξης περιμετρικά του αύλειου χώρου της οικοδομής και μάλιστα δίχως ν' αφήσει πόρτα από την πλευρά του επιδίκου χώρου, μολονότι τούτο ζητήθηκε από την ενάγουσα, ενόψει των αντιδράσεων του εναγόμενου, ο οποίος, όμως, στη συνέχεια προς εξομάλυνση των σχέσεων του με την ενάγουσα επέτρεψε σ' αυτήν την κατασκευή πόρτας, ώστε να έχει την δυνατότητα να εισέρχεται στο ακίνητο της και μέσω της επίδικης έκτασης πέραν της εισόδου που είχε από την άλλη πλευρά του οικοπέδου της.
Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε ο εναγόμενος, καθόσον από την εκτεθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας και της κατάστασης που διαμορφώθηκε τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα από 1997 έως 2005 εύλογα δημιουργήθηκε στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν επρόκειτο να εγείρει δικαιώματα στην επίδικη έκταση, τα οποία άσκησε για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή, δημιουργώντας έντονη την εντύπωση της αδικίας σε βάρος του εναγομένου, καθώς η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της έχει δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν και δεν δικαιολογείται επαρκώς, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη".
Με τις κρίσεις του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας και την απόρριψη της περί αναγνωρίσεως της κυριότητας αυτής επί του επίδικου ακινήτου αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι λοιπές προβαλλόμενες με το ίδιο δικόγραφο αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) συμπεριέλαβε στις παραδοχές της και περιστατικά, τα οποία ο εναγόμενος δεν επικαλείτο για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεώς του, και β) απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ενστάσεως αυτής, μολονότι δεν υπήρχε σαφές σχετικό αίτημα του εναγομένου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι οι εν λόγω πλημμέλειες, που συγκροτούν τους λόγους αναίρεσης από τους αριθ.8 περ.
α'και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι η προσβαλλόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, στο οποίο περιοριστικώς αναφέρονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2008 αίτηση της Χ συζ. Λ για αναίρεση και τους από 10-12-2009 πρόσθετους λόγους αυτής της 43/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ